Η γνωμοδότηση του Εισαγγελέα του ΑΠ κ. Ντογιάκου προκάλεσε έντονες νομικές και πολιτικές αντιδικίες.

Τι αφορούσε; Αφορούσε το εάν η Ανεξάρτητη  Αρχή Διασφάλισης του Απορρήτου των Επικοινωνιών (ΑΔΑΕ) μπορεί να ζητά πληροφορίες από (ιδιωτικό) πάροχο τηλεφωνικών υπηρεσιών για την ενδεχόμενη παρακολούθηση ενός πολίτη ή ενός πολιτικού προσώπου .            .

Σε σχέση με τα ζητήματα τούτα θα ήθελα να διατυπώσω τις παρακάτω παρατηρήσεις .

1. Είχε τη νομική δυνατότητα ο Εισαγγελέας του ΑΠ να συντάξει μια τέτοια γνωμοδότηση  ;

Ο Εισαγγελέας του ΑΠ δεν είναι ένας «απλός» εισαγγελικός λειτουργός. Είναι «επόπτης της νομιμότητας» όλης της έννομης τάξης ( και μια τέτοια εξέχουσα λειτουργική εξουσία έχουν κάποια δικαιοδοτικά όργανα και στον Ευρωπαικό χώρο και στην Αμερική).

Υπό την έννοια τούτη και ο πρόσφατος ν. 4938 /2022 (άρθρο 29) παραχωρεί μια παρόμοια «δυνατότητα» στον Εισαγγελέα του ΑΠ να γνωμοδοτεί «σε νομικά ζητήματα γενικότερου ενδιαφέροντος».

2. Είναι δεσμευτική η ανωτέρω γνωμοδότηση;

Είναι προφανές ότι δεν έχει καμία νομική δεσμευτικότητα η γνωμοδότηση τούτη , αφού ακόμη και οι Εισαγγελικές Διατάξεις στο πεδίο της ποινικής διαδικασίας παράγουν απλώς ένα «οιονεί προσωρινό δεδικασμένο» το οποίο μπορεί να ανατραπεί  (άρθρο 43 παρ.6 ΚΠΔ).

3. Είναι νομιμοποιημένη η έντονη κριτική η οποία ασκείται  στο πρόσωπο του κ. Ντογιάκου;

Είναι απαραίτητο να θυμόμαστε όλοι , ότι με την παραπεμπτική πρόταση του συγκεκριμένου εισαγγελικού λειτουργού  στο Συμβούλιο Εφετών Αθηνών άρχισε η πραγματική εξάρθρωση της εγκληματικής Οργάνωσης της «Χρυσής Αυγής», η οποία λειτουργούσε με τον μανδύα του κοινοβουλευτικού κόμματος .

Το αναφέρω αυτό , γιατί η αμνησία για τη διαδρομή ενός προσώπου είναι κακό μέγεθος  !

4. Είναι επί της ουσίας ορθή ή εσφαλμένη η επίμαχη γνωμοδότηση; Κατά τη γνώμη μου είναι εσφαλμένη . Για ποιο λόγο;

Ο καινούργιος νόμος 5002/2022 μετά τον ορυμαγδό που προκάλεσε η παρακολούθηση του κινητού τηλεφώνου του κ. Ανδρουλάκη (ως αρχηγού κόμματος) , όρισε βασικά  μια διαφορετική διαδικασία για την άρση του απορρήτου των τηλεφωνικών συνδιαλέξεων πολιτικών προσώπων, όταν συντρέχουν λόγοι εθνικής ασφάλειας ( με τη συναίνεση – εντελώς κακώς- ΄και του Προέδρου της Βουλής, αλλά αυτό είναι ένα άλλο θέμα).)

Και επίσης όρισε, ότι η γνωστοποίηση της «παρακολούθησης» ενός προσώπου θα γίνεται (με απόφαση ενός τριμελούς Οργάνου) τρία χρόνια μετά την παύση της σχετικής Εισαγγελικής Διάταξης που ήρε το απόρρητο των επικοινωνιών!

Είναι σαφές κατά συνέπεια , ότι ο καινούργιος νόμος δεν κατάργησε τις ελεγκτικές αρμοδιότητες τις οποίες διαθέτει η ανωτέρω Ανεξάρτητη  Αρχή, όπως λ.χ. το να ελέγχει τους παρόχους τηλεφωνικών υπηρεσιών για το εάν παρακολουθούνταν ένα άτομο ή εάν τηρήθηκε η νομιμότητα (άρθρο 6 του ν. 3115/2003).

Και η κυβέρνηση δεν θα μπορούσε να καταργήσει με νόμο τις ελεγκτικές αρμοδιότητες της ΑΔΑΕ , γιατί στην περίπτωση αυτή θα εγκαθιδρύονταν στην Ελλάδα ένα  αυταρχικό καθεστώς (το οποίο δεν θα είχε καμία ποιοτική σχέση με τις δυτικές δημοκρατίες).

Ούτε ο Εισαγγελέας του ΑΠ μπορεί «δια της ερμηνευτικής μεθόδου» να καταργεί τις ανωτέρω ελεγκτικές αρμοδιότητες .

Και τούτο, γιατί επί της ουσίας τότε θα καταργούνταν οι Ανεξάρτητες Αρχές οι οποίες ελέγχουν την κυβέρνηση και προβλέπονται από το Σύνταγμα!

Το συμπέρασμα;

Η ΑΔΑΕ μπορεί και σήμερα να ελέγχει τους παρόχους τηλεφωνικών υπηρεσιών (για το εάν παρακολουθούνταν ένα πρόσωπο).

Ωστόσο τα ζητήματα αυτά δεν πρέπει να γίνονται αντικείμενο κομματικής εκμετάλλευσης (όπως δυστυχώς έγιναν)!

Γρηγόρης Καλφέλης

Καθηγητής Νομικής Σχολής ΑΠΘ

kalfelis@law.auth.gr