Στις 29 Αυγούστου 1974, λίγες δηλαδή ημέρες μετά την ολοκλήρωση της κυπριακής τραγωδίας με την πραγματοποίηση του «Αττίλα ΙΙ» (14-16 Αυγούστου 1974), είχε δημοσιευτεί στη στήλη των επιφυλλίδων της εφημερίδας «Το Βήμα» ένα κείμενο του αειμνήστου Μανόλη Ανδρόνικου με τίτλο «Στην άλλη ακρογιαλιά».

Έχοντας πρώτα αναφερθεί στα δυσάρεστα συναισθήματα που τον είχαν καταλάβει ύστερα από ένα ταξίδι που είχε πραγματοποιήσει παλαιότερα στην Τουρκία με αφορμή τη διεξαγωγή ενός συνεδρίου κλασικής αρχαιολογίας, ο διαπρεπής επιστήμονας και διανοούμενος έγραφε στους δίσεκτους εκείνους καιρούς τα εξής:


Είχα πείσει τον εαυτό μου να ξεχάσει όλα αυτά και πολλά άλλα. Είχα κατορθώσει να κρύψω το δάκρυ μου στον Σαγγάριο, βλέποντας από μακριά το μνημείο της ήττας μας, εκεί που ο πατέρας μου μαζί με τους συντρόφους του της Μεραρχίας Αρχιπελάγους έδωσαν την πιο απελπισμένη τους μάχη, αφού είχαν πολεμήσει εξήμισυ ολόκληρα χρόνια και πίστεψαν κάποια στιγμή πως είχαν ζωντανέψει τα όνειρα αιώνων. Έκλεινα τ’ αυτιά μου να μην ακούω τις φωνές των δικών μου να διηγούνται το μεγάλο ξερίζωμα, την προσφυγιά.

Όμως τώρα πια δεν μπορώ να τα διώξω, δεν είναι πια μνήμη θολή και κρύα· ξανάγιναν καυτές φλόγες που με καίνε μέρα και νύχτα, όταν σκέφτουμαι πως από μιαν ακόμη παραφροσύνη δώσαμε την πρόφαση στους ίδιους ανθρώπους να σκορπίσουν τον όλεθρο σ’ ένα άλλο κομμάτι της «άλλης ακρογιαλιάς». Δεν ξέρω τι θα γίνη αύριο· ξέρω πως αυτή την ώρα χιλιάδες πρόσφυγες, άντρες, γυναίκες και παιδιά, γυμνοί και άστεγοι, περιμένουν ελεημοσύνη για να ζήσουν, όπως πριν από πενήντα χρόνια ενάμισυ εκατομμύριο Έλληνες φύγαμε με την ψυχή στο στόμα και φτάσαμε σ’ αυτήν εδώ την ακρογιαλιά. Ήμουν μωρό και δε θυμάμαι τις σκοτεινές εκείνες ώρες· θυμούμαι όμως πως ύστερα από χρόνια πολλά ζούσαν ακόμα σ’ ένα δωμάτιο ολόκληρες οικογένειες, πως τα παιδάκια των πέντε χρόνων πουλούσαν εφημερίδες για να ζήσουν, πως οι μάνες ξενοδούλευαν για να τα θρέψουν, πως ακόμα πολλά ψάχνουν να μάθουν τι απόγιναν οι δικοί τους.

Το ζωντάνεμα της μνήμης δεν γεννά την κακία· οδηγεί σε μιαν αυτογνωσία που χάνεται μέσα στην εφήμερη ευημερία, όπου χώνεται ο άνθρωπος. Η Κίρκη μεταμορφώνει σε χοίρους και οι Λωτοφάγοι προσφέρουν τον καρπό της Λήθης. Οι καιροί μας είναι δύσκολοι· ας μη βιαστούμε να ξεχάσουμε, ας ανοίξουμε τα μάτια και τ’ αυτιά μας, αυτό θα πη να φωτίσουμε τον νου μας με τις αστραπές της καταστροφής που έκαψαν ένα ελληνικό νησί. Όπως και τότε, στα 1922, έτσι και τώρα μπορούμε να φορτώσουμε την ευθύνη σε άλλους· οι Αγγλογάλλοι τότε, οι Αμερικανοί τώρα· όμως πότε θα μάθουμε πως κανένας δεν μπορεί να νοιάζεται για μας, όταν εμείς δεν νοιαζόμαστε για τον εαυτό μας; Ήταν τόσο δύσκολο να καταλάβουμε οι Έλληνες πως όλοι αυτοί οι μεγάλοι έχουν θέσει το συμφέρον τους επάνω από καθετί άλλο; Πώς μπορούμε να καμαρώνουμε για την ευφυΐα μας και την ίδια στιγμή να πιστεύουμε σε ρομαντικές και ανιστόρητες φιλίες που στηρίζονται σε ιδεολογικές τάχα εξάρσεις και συναισθηματικές συγγένειες; Δεν είμαι κυνικός ούτε καν ρεαλιστής· όμως έχω διαβάσει ιστορία, προπάντων την ελληνική ιστορία, αυτήν που δεν διδάσκουμε ποτέ στα παιδιά μας όπως πρέπει. Και θυμούμαι την αγανάκτηση του λαού της Πόλης την ώρα που περίμενε τους απεσταλμένους στη Φλωρεντία, για να ζητήσουν τη βοήθεια των ομόπιστων «Φράγκων» για την απομάκρυνση των αλλόπιστων Οθωμανών. Τις ελπίδες των ραγιάδων στο Μόσκοβο, τα κόμματα της πρώτης ελεύθερης Ελλάδας, το ρωσόφιλο, το γαλλόφιλο κλπ. κλπ. Το διχασμό μας στον πρώτο παγκόσμιο πόλεμο και την αμοιβή μας για το ολοκαύτωμα στα βουνά της Ελλάδας και στους άμμους της Αφρικής στον τελευταίο πόλεμο.

Αυτή την ώρα ξέρω πως το μυαλό είναι θολό από τους καπνούς που σκεπάζουν την Κύπρο· μπορεί ωστόσο, αν το θελήσει, να κρίνει νηφάλια και αντικειμενικά· πρέπει να το κατορθώσει αυτό κάποτε· πέρα από τις όποιες σκοπιμότητες, τις ιδεολογικές παρορμήσεις και τις συναισθηματικές ταλαντεύσεις να σταθούμε με αυτογνωσία και ψυχρή κρίση και να σταθμίσουμε τη μοίρα μας, τη μοίρα του ελληνισμού μέσα στον σημερινό και προπάντων μέσα στον αυριανό κόσμο. Με την ιστορική μνήμη και την ορθή παιδεία.


Ο αρχαιολόγος Μανόλης Ανδρόνικος είχε γεννηθεί στην Προύσα της Μικρασίας στις 23 Οκτωβρίου 1919.