Διαβάζω τις πληροφορίες για τις σχεδιαζόμενες αλλαγές στην τριτοβάθμια εκπαίδευση και την προσοχή μου τραβάει η αναφορά σε αλλαγή του τρόπου λειτουργίας των φοιτητικών συλλόγων μέσα από την κατοχύρωση ενιαίου ψηφοδελτίου για τον περιορισμό της ισχύος των φοιτητικών παρατάξεων. Παλαιά η πρόταση και εξίσου παλαιά και η επιχειρηματολογία για την ανάγκη «περιορισμού της κομματικοποίησης», παρότι ως προς το θέμα της «ισχύος» η αλήθεια είναι ότι εδώ και αρκετά χρόνια η ψήφος των φοιτητών δεν επηρεάζει ουσιαστικά ούτε τις πρυτανικές εκλογές ούτε τις εκλογές για διοικήσεις σχολών και τμημάτων (δυνατότητα που στο παρελθόν κυρίως εκμεταλλεύτηκαν οι φοιτητικές παρατάξεις των κομμάτων εξουσίας).

Κυρίως θέλω να σταθώ στον τρόπο που θεωρείται αυτονόητο ότι το υπουργείο μπορεί να νομοθετήσει για τον τρόπο που οργανώνονται οι φοιτητές σε συλλόγους. Οι φοιτητές δεν είναι μαθητές και οι φοιτητικοί σύλλογοι δεν είναι μαθητικές κοινότητες. Αντιθέτως, ούτως ή άλλως έχουν το δικαίωμα να συμμετέχουν σε σωματεία που μπορούν να έχουν το δημοκρατικό εκλογικό σύστημα που επιλέγουν με βάση τις προβλέψεις των καταστατικών τους.

Και θα μπορούσε κανείς βάσιμα να υποστηρίξει ότι η ύπαρξη ψηφοδελτίων γύρω από θέσεις και προτάσεις είναι προτιμότερη από την ανάδειξη με βάση την «προσωπική απήχηση». Ωστόσο, το ζήτημα είναι ότι το να ρυθμιστεί ο τρόπος εκλογής με νομοθετική παρέμβαση, αποτελεί ένα είδος κρατικής παρέμβασης στη συνδικαλιστική δράση και αυτό – όπως και να το δει κανείς – δεν συνιστά ακριβώς βήμα εκδημοκρατισμού. Ιδίως εάν το δούμε και ως προάγγελο ανάλογων παρεμβάσεων και στις διαδικασίες εκλογής σε άλλα συνδικαλιστικά όργανα.

Ακόμη πιο ανησυχητικός είναι ο τρόπος που όλα αυτά παραπέμπουν σε μια εμμονή ότι αυτό που κυρίως λείπει στα πανεπιστήμια είναι η «ευταξία», αντίληψη πολλαπλά παραπλανητική που συσκοτίζει προβλήματα και υποτιμά άλλες, πολύ πιο επείγουσες ανάγκες των πανεπιστημίων, την ώρα που με την εμμονή σε μια «πειθαρχική» αντίληψη των μεταρρυθμίσεων στην παιδεία μπορεί να πυροδοτήσει πραγματικές κοινωνικές εκρήξεις.