Ακολουθώντας τον Δρόμο των Ελλήνων προς την Ελευθερία, συνήθως εστιάζουμε στα όσα συνέβησαν στα τέλη του 18ου αιώνα και φυσικά στις αρχές του 19ου.

Εστιάζουμε επίσης σε πρόσωπα που δεκαετίες τώρα έχουν αναγνωριστεί ως οι μεγάλοι ήρωες της πατρίδας.

Η ιστορία του αγώνα των Ελλήνων όμως για την ελευθερία είναι γεμάτη από ηρωικά πρόσωπα και ηρωικές πράξεις που ειδικά στην εποχή μας ελάχιστα μνημονεύονται. Κι όμως, η Ελλάδα είναι γεμάτη από τοπικούς ήρωες που τα κατορθώματά τους σημάδεψαν τους τόπους τους και με το πέρασμα των αιώνων εξελίχθηκαν σε περισσότερο ή λιγότερο γνωστούς θρύλους.

Μια τέτοια περίπτωση είναι και η Μαρούλα της Λήμνου, που αν και έχει μνημονευθεί ακόμα και από τον ίδιο τον Κωστή Παλαμά, για την συντριπτική πλειοψηφία των Ελλήνων βρίσκεται στην αφάνεια.

«ΑΘΗΝΑΪΚΑ ΝΕΑ», 25.3.1939, Ιστορικό Αρχείο «ΤΟ ΒΗΜΑ» & «ΤΑ ΝΕΑ»

Ποια ήταν η Μαρούλα της Λήμνου

Η Μαρούλα Κομνηνή συνδέεται με την πολιορκία του Κάστρου της παραλίας του Κότσινου ή Κότσινα, στον κόλπο του Πουρνιά, γύρω στα 1475, από τον Σουλεϊμάν Πασά.

Το κάστρο αυτό το είχαν χτίσει οι Ενετοί τον 13ο αιώνα, αφού είχαν υψώσει πρώτα στο σημείο τεχνητό λόφο.

Το 1478, ο Σουλεϊμάν Πασάς πολιόρκησε το Κάστρο του Κότσινα με σκοπό να καταλάβει ολόκληρο το νησί.

Οι Έλληνες, μαζί με τους Ενετούς, αμύνθηκαν με επικεφαλής τον Ισίδωρο Κομνηνό, πατέρα της νεαρής Μαρούλας.

Κατά τη διάρκεια της πολιορκίας ο Κομνηνός σκοτώνεται, οι αμυνόμενοι μένουν ακέφαλοι και το κάστρο – μαζί του και ολόκληρο το νησί, απέχειελάχιστα από το να κυριευθεί από τους Οθωμανούς.

Τότε, σύμφωνα με τον θρύλο, η 17χρονη Μαρούλα βλέποντας ότι το ηθικό των υπερασπιστών του κάστρου είχε καταρρεύσει, άρπαξε το ξίφος και τον υπόλοιπο οπλισμό του πατέρα της και καλώντας τους να αντισταθούν, ρίχτηκε στη μάχη.

Οι Οθωμανοί ηττήθηκαν και η Λήμνος, έστω για λίγα ακόμα χρόνια απέφυγε τον οθωμανικό ζυγό.

Οι Ενετοί για να την ευχαριστήσουν τής υποσχέθηκαν μεγάλα πλούτη και της γάμο με ισχυρό Ενετό άρχοντα. Η ίδια πάντως αρνήθηκε, απαντώντας πως ό,τι έκανε το έκανε για το νησί της.

Η ιστορία της Μαρούλας έφτασε, στόμα με στόμα και στον Ισουίτη Ντοντίνι που το 1669, έγραψε γι’ αυτήν ποίημα .Ο Αριστομένης Προβελέγγιος έκανε την ιστορία της θεατρικό έργο, το 1891 ενώ το 1885 ο Κωστής Παλαμάς γράφει για τη Μαρούλα το ποίημα του «Η κόρη της Λήμνου».

(…)

Νά τ’ Αγιονόρους η κορφή· στον ίσκιο τ’ αποκάτου,

σα βρέφος μες στην κούνια του,  σα βρέφος που ησυχάζει,

και σκύβει ένας δράκοντας σ’ αυτό και το σκεπάζει

,τη Λήμνο με τα χαμηλά βουνά γιά ιδές μπροστά σου,

κι εκεί, δειλό τραγούδι μου, σταμάτα τα φτερά σου!

Τούρκοι βροντούν στον κάμπο της και λάμπουν και μαυρίζουν,

και τριγυρίζουν το νησί, το Κάστρο φοβερίζουν,

και όλο πύργους χτίζουνε, κι όλο χαντάκια ανοίγουν·

σημαίες ολοκόκκινες κι άσπρα σαρίκια σμίγουν.

(…)

Από εκείνη τη στιγμή που έπεσε στα τείχη

νεκρός από φαρμακερή σαΐτα, —μαύρη τύχη!

εδείλιασε κι ελούφαξεν η χώρα πέρα πέρα.

Μα ξέρεις πως του γέροντα Λημνιώτ’ η θυγατέρα,

η Μάρω, το αρχοντικό κορμί, της Λήμνου η κόρη,

τρέχει στους κάμπους του νησιού και στου νησιού τα όρη,

και σέρνει άντρες πίσω της και αρματώνει νιάτα,

κι έχει σε κάθε προκοπή, σε κάθε, τα πρωτάτα;

Ξέρεις πως μόλις άψυχο της φέραν το κορμί του,

επήρε την ασπίδα του κι εζώσθη το σπαθί του,

 και πνίγοντας μες στην καρδιά τα δάκρυα τα γυναίκεια,

τώρα σκορπούν τα μάτια της αντρίκει’ αστροπελέκια;

(…)

Απ’ του πατέρα το χαμό, από την ίδια ώρα

επήρ’ αράδα τα χωριά και αραδιαστά τη χώρα.

Μιλούσε κι είχε στη φωνή μια μυστική γλυκάδα,

εσώπαινε, κι εμίλαγε της όψης η εμορφάδα.

Αλλά της Λήμνου η σπλαχνική δεν ήτο πλέον κόρη

που μάζωνε την έρημη γυναίκα και τ’ αγόρι,

κι αγρύπναε στον άρρωστο με καλοσύνη τόση,

είχε της μάνας τον καημό και του γιατρού την γνώση,

νεράιδ’ άλλοι την έλεγαν, και άλλοι Παναγία,

κι όλοι Θεού ευλογία.

Το 1969, ο Διδασκαλικός Σύλλογος Λήμνου χρηματοδότησε την ανέγερση αγάλματος της Μαρούλας, ύψους 3 μέτρων, από τον Ιπποκράτη Σαβούρα.

«ΤΟ ΒΗΜΑ», 2.10.1969, Ιστορικό Αρχείο «ΤΟ ΒΗΜΑ» & «ΤΑ ΝΕΑ»

Η Μαρούλα όμως «ζει» και μέσω του δημοτικού κινηματοθεάτρου Μαρούλα, στην πρωτεύουσα της Λήμνου, Μύρινα στο οποίο γενιές και γενιές παρακολούθησαν και παρακολουθούν κινηματογράφο.