Μοιάζει με ανέλπιστο δώρο προς τον εαυτό σου η «επιστροφή» στις κερκίδες μιας συναυλίας, ύστερα από καθιερωμένες δημοσιογραφικές «αποστολές» ή αναγκαστικές εξορμήσεις για να κόψεις κλίμα και να ψυχανεμιστείς -όχι πάντα με επιτυχία- τις τάσεις της εποχής.

Γι’ αυτό και το ανακάτεμα με το μέγα πλήθος στη συναυλία «Παίξε Τσιτσάνη μου» ήταν λυτρωτικό ως το σημείο που μπορείς να τραγουδήσεις χωρίς το δημοσιογραφικό πάσο να συγκεντρώνει καχύποπτες λοξές ματιές ή να καταλάβεις το χρηματιστήριο αξιών με την εμφάνιση του κάθε καλλιτέχνη, το χειροκρότημα και τα ψιθυριστά σχόλια της πίσω σειράς.

Με τον ίδιο τρόπο, βέβαια, μπορείς να επιβεβαιώσεις και τα μικρά πικρά ρεφρέν του μικροαστισμού μας, καθώς οι θεατές που μπαίνουν στο παρά πέντε της συναυλίας διεκδικούν την ίδια ανεμπόδιστη θέα προς τη σκηνή με όσους στήθηκαν στις κερκίδες του Καλλιμάρμαρου τέσσερις ή τρεις ώρες πριν από την έναρξη.

Και είναι αυτός ο «δικαιωματισμός της κερκίδας» που λειτουργεί σαν συμπύκνωση για την παθογένεια που τρέφει ο καθένας και η καθεμιά εξ ημών στα αθηναϊκά προάστια και το κέντρο -οριζόντια είναι άλλωστε η διαστρωμάτωσή της.

Η ίδια παρατήρηση θα οδηγούσε υπό κανονικές συνθήκες και σε μια άλλη «γκρίνια» για την ατμόσφαιρα που ένωσε 40.000 ακροατές. Ευτυχώς, όμως, και στο μέτρο που ισχύει η προσωπική παρατήρηση, ο Τσιτσάνης έβαλε εξαρχής τα δικά του εμπόδια.

Κάθε συλλαβή από τους στίχους του γκρέμιζε οποιαδήποτε απόπειρα να παρεκτραπεί η ομήγυρη σε νταλγκαδιάρικη κομπανία που προσήλθε να διαδηλώσει το συσσωρευμένο πάθος της. Έμοιαζε αντιθέτως να επιβεβαιώνει στη μεταξύ της αργκό τα «αοράτως συμπεφωνημένα» – δηλαδή τον πολιτισμό που μοιράζεται.

Κατανοώ και τις ενστάσεις για «μια απ’ τα ίδια» ή την προσομοίωση της χύμα λαϊκότητας εντός του σταδίου. Αλλά είπαμε να ευθυμήσουμε.