Στις 27 Φεβρουαρίου 1869 πραγματοποιήθηκαν τα εγκαίνια της πρώτης γραμμής του σιδηροδρόμου Αθήνας-Πειραιά, έργου ιδιαίτερα σημαντικού για την εποχή του. Προοδευτικά η γραμμή επεκτάθηκε μέχρι το λιμάνι του Πειραιά νότια και μέχρι την Κηφισιά βόρεια.
Στις 27 Φεβρουαρίου 1869 πραγματοποιήθηκαν τα εγκαίνια της πρώτης γραμμής του σιδηροδρόμου Αθήνας-Πειραιά, έργου ιδιαίτερα σημαντικού για την εποχή του. Προοδευτικά η γραμμή επεκτάθηκε μέχρι το λιμάνι του Πειραιά νότια και μέχρι την Κηφισιά βόρεια. Ο πρόδρομος του μετρό συνεισέφερε ουσιαστικά στο συγκοινωνιακό τομέα αλλά από την εποχή εκείνη μέχρι σήμερα ο πληθυσμός της πρωτεύουσας πολλαπλασιάστηκε και μαζί του και τα κυκλοφοριακά προβλήματα. Τον Ιανουάριο του 1957 εξαγγέλλεται επίσημα η ανάγκη κατασκευής νέων υπόγειων γραμμών για τη δημιουργία μετρό στην Αθήνα με σκοπό τη λύση των προβλημάτων αυτών.

Το 1977 ενεργοποιείται η σύμβαση της μελέτης του έργου και μέσα στα επόμενα δέκα χρόνια γίνονται κυκλοφοριακές, οικονομικές, αρχαιολογικές, γεωλογικές και υδρολογικές μελέτες, ενώ το Μάρτιο του 1988 προκηρύχθηκε ο διεθνής διαγωνισμός για την κατασκευή δύο γραμμών του μητροπολιτικού σιδηροδρόμου Αθήνας. Τον Ιούνιο του 1991 υπογράφηκε η σύμβαση κατασκευής του έργου μεταξύ του ΥΠΕΧΩΔΕ και της κοινοπραξίας Ολυμπιακό Μετρό (25 ελληνικές, γαλλικές και γερμανικές εταιρείες αποτελούν το consortium). Παράλληλα, το ελληνικό δημόσιο δημιουργεί την Αττικό Μετρό (δημόσια επιχείρηση ιδιωτικού δικαίου) που αναλαμβάνει τη διεύθυνση της επίβλεψης της κατασκευής του έργου, καθώς και την εκμετάλλευσή του.

Το έργο

Ο μητροπολιτικός σιδηρόδρομος της Αθήνας αποτελείται από δύο νέες υπόγειες γραμμές (2, 3) με συνολικό μήκος 18 χιλιομέτρων. Οι δύο αυτές γραμμές συνδέονται με το υπάρχον δίκτυο του ΗΣΑΠ σε δύο σταθμούς.
Η γραμμή 2 ξεκινά από το αμαξοστάσιο των Σεπολίων και ολοκληρώνει την πορεία της στο σταθμό της Δάφνης, με ενδιάμεσους σταθμούς την Αττική, το Μεταξουργείο, την Ομόνοια, το Πανεπιστήμιο, το Σύνταγμα, την Ακρόπολη, τη στάση Συγγρού-Φιξ, το Νέο Κόσμο και τον Αγιο Ιωάννη.
Η γραμμή 3 έχει αφετηρία το σταθμό της Εθνικής Αμυνας και τέλος το Σύνταγμα, με ενδιάμεσες στάσεις την Κατεχάκη, την Πανόρμου, τους Αμπελόκηπους, το Μέγαρο Μουσικής και τον Ευαγγελισμό.

Η αρχαιολογική έρευνα

Το υπέδαφος της Αθήνας, πλούσιο σε αρχαιολογικούς θησαυρούς, επιφύλαξε πολλές και ευχάριστες εκπλήξεις κατά τη διάρκεια των ανασκαφών που προηγήθηκαν στις περισσότερες περιπτώσεις των τεχνικών έργων. Ένα σημαντικό κομμάτι της ιστορίας και της τοπογραφίας της Αθήνας ήλθε στο φως, επιβεβαιώνοντας ακόμα μια φορά την ιστορική συνέχεια της περιοχής για περισσότερα από τρεις χιλιάδες χρόνια. Στο κέντρο της Αθήνας, σε συνολική επιφάνεια μεγαλύτερη των τριάντα χιλιάδων τετραγωνικών μέτρων, πραγματοποιήθηκε συστηματική αρχαιολογική έρευνα που αποκάλυψε πλήθος ευρημάτων. Το βάθος των αρχαιολογικών στρωμάτων ποίκιλλε από μισό μέχρι επτά μέτρα από την επιφάνεια του εδάφους, ανάλογα με την περιοχή. Σε περιπτώσεις υδραυλικών έργων, υδραγωγείων ή τεχνιτών πηγαδιών, το βάθος έφτανε από 15 έως και 30 μέτρα.

Ο σταθμός

Η τελετή των εγκαινίων για την παράδοση των πέντε νέων σταθμών της γραμμής 2 πραγματοποιήθηκε στις 13/12/2000 από τον πρωθυπουργό Κώστα Σημίτη. Ο σταθμός της Ακρόπολης, ο οποίος είναι διακοσμημένος με αντίγραφα των μαρμάρων του Παρθενώνα (που βρίσκονται στο βρετανικό μουσείο), με αρχαιολογικά ευρήματα από τις ανασκαφές για την κατασκευή του σταθμού, με μια μεγάλη γκραβούρα της παλιάς Αθήνας και μια μεγάλη φωτογραφία της Μελίνας Μερκούρη με φόντο τον Παρθενώνα, αποτελεί το στολίδι της γραμμής 2. Όπως ήταν αναμενόμενο, ο σταθμός αυτός αποκτά ξεχωριστό ενδιαφέρον, εφόσον συνδέεται με την επιστροφή των μαρμάρων του Παρθενώνα και με την κατασκευή του νέου Μουσείου της Ακρόπολης.

Η αισθητική πλαισίωση του σταθμού

Δύο ενότητες αρχαιολογικών εκθεμάτων αποφασίστηκε να πλαισιώσουν το σταθμό της Ακρόπολης. Η πρώτη περιλαμβάνει πιστά αντίγραφα του γλυπτού διακόσμου του Παρθενώνα, ο οποίος αποτελείται από τις μετώπες, τα αετώματα και τη ζωφόρο που έχουν χαρακτηριστεί ως έργα του Φειδία και των μαθητών του. Τμήματα της ζωφόρου και του ανατολικού αετώματος του ναού μπαίνουν στην καθημερινότητα του επιβάτη. Η δεύτερη ενότητα αποτελείται από ευρήματα της ανασκαφής που διενεργήθηκε για την κατασκευή του σταθμού. Τα αντίγραφα που εκτίθενται σε όλο το σταθμό αποτελούν έργο του Κέντρου Μελετών Ακρόπολης και κατασκευάστηκαν από τεχνικό μάρμαρο και από ελαστικές μήτρες που παρήχθησαν από τα παλαιά γύψινα εκμαγείατα οποία φυλάσσονται στο κέντρο. Τα εκμαγεία αυτά είχαν κατασκευαστεί στο Βρετανικό Μουσείο το 1837 και είχαν αποσταλεί στην Ελλάδα το 1846.