Με πρωτοβουλία του Δήμου Αμαρουσίου, από το Γενάρη του 1996 στεγάζεται και λειτουργεί στο νεοκλασικό κτίριο της πλατείας Κασταλίας το Σπαθάρειο Μουσείο Θεάτρου Σκιών. Μάλιστα στην ίδια πλατεία ξεκινούσε το χειμώνα του 1942 την καριέρα του και ο Ευγένιος Σπαθάρης, ο άξιος συνεχιστής του έργου του πατέρα του και το σύμβολο μιας λαϊκής παράδοσης που πρέπει να θέλουμε να κρατήσουμε ζωντανή.
Με πρωτοβουλία του Δήμου Αμαρουσίου, από το Γενάρη του 1996 στεγάζεται και λειτουργεί στο νεοκλασικό κτίριο της πλατείας Κασταλίας το Σπαθάρειο Μουσείο Θεάτρου Σκιών. Μάλιστα στην ίδια πλατεία ξεκινούσε το χειμώνα του 1942 την καριέρα του και ο Ευγένιος Σπαθάρης, ο άξιος συνεχιστής του έργου του πατέρα του και το σύμβολο μιας λαϊκής παράδοσης που πρέπει να θέλουμε να κρατήσουμε ζωντανή.

Σκοπός του μουσείου ήταν να βρουν ένα μόνιμο χώρο ο Καραγκιόζης και η παρέα του για να τους θυμούνται οι μεγαλύτεροι και να μαθαίνουν οι μικρότεροι, ένα στέκι όπου τα έργα και οι φιγούρες του θεάτρου σκιών θα ζωντανεύουν την ιστορία του ελληνικού Καραγκιόζη από το 1860 μέχρι σήμερα.

Φαίνεται πως τόπος καταγωγής της τεχνικής του θεάτρου σκιών είναι η Ανατολή. Ηδη από τον 4ο αιώνα ήταν γνωστή η τεχνική στην Ινδία και εκεί θα πρέπει να ανατρέξουμε για τις ρίζες αυτού του θεατρικού είδους. Τα πιο γνωστά θέατρα σκιών της νοτιοανατολικής Ασίας είναι της Ιάβας, της Σιγκαπούρης, της Ταϊλάνδης, της Μαλαισίας, της Καμπότζης, του Μπαλί κ.λπ.

Τα θέματά που πραγματεύονται είναι εμπνευσμένα από τα επικά ποιήματα Ramayana και Mahabharata, ενώ τα πρόσωπα συμβολίζουν μορφές από τον κόσμο των θεών, των δαιμόνων, των πνευμάτων, των ηρώων, των πολεμιστών, των πριγκίπων και των χωρικών που συνθέτουν την ιστορική παράδοση δύο χιλιάδων χρόνων αυτών των λαών.
Στην Κίνα το θέατρο σκιών φαίνεται πως κάνει την εμφάνισή του τον 11ο αιώνα, ενώ οι Τούρκοι της κεντρικής Ασίας το μεταφέρουν όταν εξαπλώνονται στην κεντρική Ασία το 13ο αιώνα. Το πρώτο όνομα ήταν Κογκουρτσάκ ή Κομπαρτσούκ που σημαίνει θέατρο σκιών.

Η γέννηση του πασίγνωστου ήρωα του ελληνικού θεάτρου σκιών, του Καραγκιόζη δεν είναι απόλυτα εξακριβωμένη. Δύο προφορικές παραδόσεις μάς πληροφορούν για την ιστορία της δημιουργίας του. Η πρώτη θέλει τον Καραγκιόζη και τον Χατζιαβάτη υπαρκτά πρόσωπα να κατασκευάζουν το σαράι του Πασά στα Προύσα, ενώ η δεύτερη αναφέρεται στην ιστορία ενός Ελληνα από την Υδρα του Γ.Μαυρομάτη, ο οποίος έφερε από την Κίνα το θέατρο σκιών και εγκαταστάθηκε στην Πόλη προσαρμόζοντας το θέατρο στα ήθη των Τούρκων. Ονόμασε τον πρωταγωνιστή του καρά-γκιοζ που στα τουρκικά σημαίνει μαυρομάτης. Θεωρείται ότι είχε βοηθό του το Γιάννη Μπράχαλη, τον πρώτο καλλιτέχνη που έφερε τον Καραγκιόζη στην Ελλάδα μεταξύ του 1850 και του 1860.

Πάντως, οι πρώτες ιστορικά βεβαιωμένες πληροφορίες για το θέατρο του Καραγκιόζη εντοπίζονται στα μέσα του 17ου αιώνα. Από τις αρχές του 19ου αιώνα μπορούμε να μιλάμε για καθαρά ελληνικό Καραγκιόζη που ξεκίνησε μάλιστα από την Ηπειρο, με κορυφαίο δημιουργό του τον ψάλτη Δ.Σαρδούνη ή Μίμαρο, ο οποίος και μετέτρεψε το θέαμα σε οικογενειακό θέατρο (1890). Συνεχιστές, βοηθοί και μαθητές του έργου του υπήρξαν ο Γ.Ρούλιας, ο Μ.Χριστοδούλου και ο Θ.Θεοδωρέλλος. Ο τελευταίος μάλιστα υπήρξε και ο δάσκαλος του Σωτήρη Σπαθάρη, πατέρας του Ευγένιου, ο οποίος, μαζί με τον πατέρα του, θεωρείται ο κορυφαίος καραγκιοζοπαίχτης που διέδωσε και διέσωσε το θέατρο σκιών του Καραγκιόζη στην Ελλάδα, μια πολιτιστική κληρονομιά που ζωντανεύει ιστορικά γεγονότα και καθρεφτίζει την ελληνική ψυχή.