Σάββατο 11 Ιουλίου 2026
weather-icon 25o
ps. post
scriptum

Πάντως, αντ' αυτού του αρχηγού, «έφαγα τη σφαίρα» και «κώδικα τιμής», που θα σπάσει ο ιστορικός του μέλλοντος, συναντάμε στην Κόζα Νόστρα, όχι σε «υποθέσεις ιδιωτών» στη Δημοκρατία

Η χαμένη ταινία του Σαντάμ Χουσεΐν: Το κινηματογραφικό όνειρο που «βυθίστηκε» στον πόλεμο

Η χαμένη ταινία του Σαντάμ Χουσεΐν: Το κινηματογραφικό όνειρο που «βυθίστηκε» στον πόλεμο

Ο Σαντάμ Χουσεΐν ονειρεύτηκε να κάνει τη Βαγδάτη κέντρο διεθνών κινηματογραφικών παραγωγών, όμως το πρώτο μεγάλο εγχείρημα χάθηκε στον πόλεμο

Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης

Προσθήκη του in.gr στην Google

Με προϋπολογισμό αντίστοιχο του Return of the Jedi, διεθνές καστ και γυρίσματα που συνέπεσαν με το ξέσπασμα του πολέμου Ιράν-Ιράκ, το Clash of Loyalties του Ιρακινού προέδρου Σαντάμ Χουσεΐν φιλοδοξούσε να γίνει η αρχή μιας νέας κινηματογραφικής εποχής. Αντί γι’ αυτό, εξελίχθηκε σε μία από τις πιο παράξενες και άγνωστες ιστορίες στην ιστορία του σινεμά.

«Γύρω τους δεν έπεφταν κινηματογραφικές εκρήξεις, αλλά πραγματικοί πύραυλοι και βόμβες.»

Ένα όνειρο για έναν νέο κινηματογραφικό προορισμό

Τον Ιούλιο του 1983 το Clash of Loyalties έκανε πρεμιέρα στο Διεθνές Φεστιβάλ Κινηματογράφου της Μόσχας, όπου απέσπασε βραβείο. Παρά τον εντυπωσιακό προϋπολογισμό, τα μεγάλα σκηνικά και τη συμμετοχή γνωστών Βρετανών ηθοποιών, η πορεία του αποδείχθηκε σύντομη. Μετά από ελάχιστες ακόμη προβολές, η ταινία εξαφανίστηκε σχεδόν ολοκληρωτικά από τη δημόσια θέα, αφήνοντας πίσω της μια ιστορία που μοιάζει περισσότερο με κινηματογραφικό σενάριο παρά με πραγματικά γεγονότα.

Η παραγωγή είχε πολύ μεγαλύτερες φιλοδοξίες από μια απλή ιστορική ταινία. Λίγο μετά την άνοδό του στην εξουσία, τον Ιούλιο του 1979, ο Σαντάμ Χουσεΐν έθεσε ως στόχο να δημιουργήσει μια κινηματογραφική βιομηχανία ικανή να προσελκύει διεθνείς παραγωγές και να προβάλλει μια διαφορετική εικόνα του Ιράκ στο εξωτερικό. Το Clash of Loyalties ήταν το πρώτο και πιο φιλόδοξο βήμα αυτού του σχεδίου.

«Η κάμερα κατέγραφε μια ιστορική αναπαράσταση, την ώρα που η Ιστορία γραφόταν ξανά δίπλα της.»

Για τον σκοπό αυτό επιστρατεύτηκαν εκατοντάδες τεχνικοί, κομπάρσοι και επαγγελματίες από το Ιράκ και τη Βρετανία, μεταφέρθηκε εξοπλισμός από την Ευρώπη και κατασκευάστηκαν εκτεταμένα σκηνικά για να αναπαραστήσουν το Ιράκ των αρχών του 20ού αιώνα. Σύμφωνα με τον Ιρακινής καταγωγής Βρετανό παραγωγό Λατίφ Τζορεφάνι, ο Σαντάμ Χουσεΐν οραματιζόταν τη Βαγδάτη ως ένα νέο κέντρο διεθνών κινηματογραφικών παραγωγών.

Την ευθύνη της παραγωγής ανέλαβε ο ίδιος ο Τζορεφάνι, ο οποίος εργαζόταν στον κινηματογράφο ήδη από τη δεκαετία του 1950 και είχε εμπειρία από διεθνείς παραγωγές στη Μέση Ανατολή. Όπως θυμόταν αργότερα, η χρηματοδότηση δεν αποτέλεσε ποτέ εμπόδιο. Χάρη στα αυξημένα έσοδα από το πετρέλαιο, υπήρχε η διάθεση να επενδυθούν σημαντικά ποσά, ενώ όταν οι συνεργάτες του εξήγησαν στον Σαντάμ Χουσεΐν ότι, για να αποκτήσει το Ιράκ θέση στη διεθνή κινηματογραφική βιομηχανία, απαιτούνταν ένας προϋπολογισμός αντίστοιχος των μεγάλων χολιγουντιανών παραγωγών, εκείνος έδωσε το πράσινο φως με μια σύντομη απάντηση: «Ό,τι χρειαστεί».

«Κάθε ημέρα των γυρισμάτων μπορούσε να εξελιχθεί σε πραγματική επιχείρηση επιβίωσης.»

Το Clash of Loyalties, που στα αραβικά έφερε τον τίτλο Al-mas’ala Al-Kubra («Το Μεγάλο Ζήτημα»), βασιζόταν στην εξέγερση των Ιρακινών κατά της βρετανικής κυριαρχίας το 1920. Στο επίκεντρο βρισκόταν η δολοφονία του Βρετανού αντισυνταγματάρχη Τζέραλντ Λίτσμαν κοντά στη Φαλούτζα από έναν Ιρακινό αντάρτη, ένα πραγματικό γεγονός που παρουσιάζεται ως κομβική στιγμή στη διαμόρφωση του σύγχρονου ιρακινού κράτους. Δεν είναι τυχαίο ότι ένας από τους πρωταγωνιστές χαρακτήρισε αργότερα την ταινία «την απάντηση του Ιράκ στον Λόρενς της Αραβίας».

Με πρωταγωνιστή τον Βρετανό ηθοποιό Όλιβερ Ριντ και προϋπολογισμό περίπου 30 εκατομμυρίων δολαρίων —ποσό αντίστοιχο με εκείνο του Return of the Jedi— όλα έδειχναν ότι το φιλόδοξο σχέδιο του Σαντάμ Χουσεΐν θα μπορούσε να αποτελέσει την απαρχή μιας σειράς διεθνών παραγωγών. Ωστόσο, λίγες μόλις εβδομάδες μετά την έναρξη των γυρισμάτων, οι εξελίξεις στην περιοχή θα άλλαζαν τα πάντα.

Όταν ο κινηματογράφος συνάντησε τον πόλεμο

Τα γυρίσματα είχαν μόλις ξεκινήσει όταν, τον Σεπτέμβριο του 1980, ο Σαντάμ Χουσεΐν διέταξε την εισβολή του Ιράκ στο Ιράν, πυροδοτώντας έναν πόλεμο που θα διαρκούσε οκτώ χρόνια. Η παραγωγή διακόπηκε προσωρινά, όμως η παύση κράτησε μόλις δύο εβδομάδες. Σύμφωνα με τον παραγωγό Λατίφ Τζορεφάνι, η εντολή από την ιρακινή ηγεσία ήταν να συνεχιστούν κανονικά τα γυρίσματα, ώστε να δοθεί προς τα έξω η εικόνα ότι η καθημερινότητα δεν είχε διαταραχθεί και ότι η σύγκρουση θα τελείωνε σύντομα.

Η πραγματικότητα, ωστόσο, ήταν εντελώς διαφορετική. Περίπου 140 μέλη του καστ και του συνεργείου παρέμεναν στο Ιράκ, την ώρα που λίγα χιλιόμετρα μακριά μαίνονταν πραγματικές μάχες. Οι περισσότεροι είχαν συνηθίσει να εργάζονται στα βρετανικά στούντιο Shepperton και Pinewood ή στο Χόλιγουντ, όχι σε μια έρημο όπου ακούγονταν εκρήξεις και περνούσαν στρατιωτικά αεροσκάφη.

«Η γραμμή ανάμεσα στη μυθοπλασία και την πραγματικότητα γινόταν ολοένα και πιο δυσδιάκριτη.»

Τα προβλήματα δεν άργησαν να κάνουν την εμφάνισή τους. Κατά την άφιξη των ξένων ηθοποιών, τα αεροσκάφη τους συνοδεύονταν από μαχητικά μόλις εισέρχονταν στον ιρακινό εναέριο χώρο, ενώ η προσγείωση γινόταν με σβηστά φώτα, ώστε να μειωθεί ο κίνδυνος πυραυλικής επίθεσης. Την ίδια ώρα, Ιρακινοί ηθοποιοί και τεχνικοί επιστρατεύονταν αιφνιδιαστικά και έφευγαν για το μέτωπο, αναγκάζοντας την παραγωγή να επαναλάβει σκηνές που είχαν ήδη ολοκληρωθεί.

Σαν να μην έφταναν όλα αυτά, η μεταφορά του κινηματογραφικού οπλισμού εξελίχθηκε σε έναν ακόμη πονοκέφαλο για την παραγωγή. Φορτηγά που μετέφεραν όπλα και πυροβόλα του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου, κατασκευασμένα αποκλειστικά για τις ανάγκες της ταινίας, ακινητοποιήθηκαν στα τουρκικά σύνορα, καθώς οι τελωνειακές αρχές πίστεψαν ότι επρόκειτο για πραγματικό στρατιωτικό εξοπλισμό με προορισμό τον ιρακινό στρατό. Παρά τις εξηγήσεις ότι επρόκειτο για κινηματογραφικά σκηνικά, δεν επέτρεψαν τη διέλευσή τους. Έτσι, ολόκληρο το φορτίο αναγκάστηκε να ακολουθήσει μια πολύ μεγαλύτερη διαδρομή, μέσω Ελλάδας, με πλοίο στον Λίβανο, στη συνέχεια οδικώς μέσω Συρίας και τελικά, διασχίζοντας την έρημο, έφτασε στη Βαγδάτη.

Όταν η πραγματικότητα ξεπέρασε το σενάριο

Οι δυσκολίες της παραγωγής δεν περιορίζονταν στις ελλείψεις προσωπικού ή στις μεταφορές του εξοπλισμού. Σε μια από τις πιο εντυπωσιακές σκηνές της ταινίας προβλεπόταν η ανατίναξη ενός στρατιωτικού τρένου που μετέφερε πυρομαχικά. Για τις ανάγκες των γυρισμάτων βρέθηκε μια εγκαταλελειμμένη σιδηροδρομική γραμμή κοντά στα σύνορα με το Ιράν, όπου στήθηκε η σκηνή με εκρήξεις και ειδικά εφέ.

Την επόμενη ημέρα, όμως, η μυθοπλασία μπλέχτηκε με την πραγματικότητα. Ιρανικά μέσα ενημέρωσης μετέδωσαν ότι οι Φρουροί της Επανάστασης είχαν πραγματοποιήσει επιτυχημένη επιδρομή στο εσωτερικό του Ιράκ, καταστρέφοντας στρατιωτική αμαξοστοιχία και σκοτώνοντας Ιρακινούς στρατιώτες. Στην πραγματικότητα, η «επίθεση» δεν ήταν τίποτε περισσότερο από τα γυρίσματα της ταινίας.

«Το πλατό και το μέτωπο χώριζαν λίγα μόνο χιλιόμετρα.»

Την ίδια περίοδο, ο πρωταγωνιστής Όλιβερ Ριντ φρόντιζε να δημιουργεί τα δικά του προβλήματα. Η πιο γνωστή ιστορία εκτυλίχθηκε σε εστιατόριο ξενοδοχείου, όταν, εμφανώς μεθυσμένος, ούρησε μέσα σε ένα άδειο μπουκάλι κρασί και ζήτησε από τον σερβιτόρο να το προσφέρει στο διπλανό τραπέζι λέγοντας ειρωνικά: «Με τα συγχαρητήριά μου».

Το περιστατικό προκάλεσε έντονες αντιδράσεις στις ιρακινές αρχές. Ο παραγωγός Λατίφ Τζορεφάνι άρχισε να λαμβάνει τηλεγραφήματα από υπουργούς που ζητούσαν την άμεση απομάκρυνση του ηθοποιού από τη χώρα. Η αντικατάστασή του, όμως, θα σήμαινε ότι μεγάλο μέρος της ταινίας έπρεπε να γυριστεί ξανά. Όπως θυμόταν αργότερα, χρειάστηκε να δώσει «μάχη με νύχια και με δόντια» για να πείσει τις αρχές να επιτρέψουν στον Ριντ να παραμείνει μέχρι το τέλος των γυρισμάτων.

Αυτή δεν ήταν η μοναδική φορά που ο Βρετανός ηθοποιός βρέθηκε στο επίκεντρο. Συνάδελφοί του τον θυμούνταν να προκαλεί καβγάδες, να συμμετέχει σε αυτοσχέδιους αγώνες μπρα-ντε-φερ και να δημιουργεί συνεχώς αναστάτωση. Ο ηθοποιός Μαρκ Σίντεν είχε αφηγηθεί ότι η πρώτη εικόνα που αντίκρισε φτάνοντας στο ξενοδοχείο Al-Mansour Melia ήταν ο Ριντ να κρέμεται ανάποδα από το παράθυρο του πέμπτου ορόφου, κρατημένος μόνο από τους αστραγάλους του από τον προσωπικό του συνοδό ασφαλείας, έναν πρώην Γάλλο των ειδικών δυνάμεων. Ο Ριντ, αντί να πανικοβάλλεται, γελούσε ασταμάτητα. «Ποτέ δεν μάθαμε τι του είχε πει», σχολίαζε αργότερα ο Σίντεν, ενώ η συμπρωταγωνίστριά τους Βιρτζίνια Ντέναμ τον περιέγραφε ως «όπλο μαζικής καταστροφής».

YouTube thumbnail

Η ταινία που χάθηκε πριν τη δει σχεδόν κανείς

Ο ίδιος ο Μαρκ Σίντεν έζησε μια διαφορετική περιπέτεια. Λίγο πριν αναχωρήσει για το Ιράκ, τον επισκέφθηκαν δύο άνδρες που δήλωσαν ότι προέρχονταν από το βρετανικό Υπουργείο Εξωτερικών και του ζήτησαν να φωτογραφίσει οτιδήποτε θα μπορούσε να έχει στρατιωτικό ενδιαφέρον, όπως κυβερνητικά κτίρια, κεραίες επικοινωνιών και παλάτια. Οι φωτογραφίες αυτές τον οδήγησαν λίγο αργότερα σε κέντρο ανάκρισης, καθώς οι υπηρεσίες ασφαλείας του Ιράκ είχαν παρακολουθήσει τις κινήσεις του.

Ο Σίντεν κατάφερε τελικά να πείσει τους ανακριτές ότι βρισκόταν στη χώρα αποκλειστικά για τα γυρίσματα, αναφέροντας ότι συμμετείχε σε μια παραγωγή που χρηματοδοτούσε η ίδια η ιρακινή κυβέρνηση. Αφέθηκε ελεύθερος και αναχώρησε από το Ιράκ την επόμενη ημέρα, φορώντας ακόμη τη στρατιωτική στολή της ταινίας, με τροπικό κράνος και πιστόλι.

Μετά την ολοκλήρωση των γυρισμάτων, ο Τζορεφάνι επέστρεψε στο Λονδίνο για το μοντάζ. Το Clash of Loyalties έκανε πρεμιέρα στο Φεστιβάλ Κινηματογράφου της Μόσχας τον Ιούλιο του 1983, όπου απέσπασε βραβείο, όμως η πορεία του αποδείχθηκε σύντομη. Προβλήθηκε μόνο σε λίγα ακόμη φεστιβάλ πριν αποσυρθεί σχεδόν ολοκληρωτικά.

«Ο μεγαλύτερος πονοκέφαλος της παραγωγής δεν κρατούσε όπλο, αλλά πρωταγωνιστούσε στην ταινία.»

Η εισβολή του Ιράκ στο Κουβέιτ το 1990 και οι διεθνείς κυρώσεις που ακολούθησαν έβαλαν οριστικό τέλος στα σχέδια για νέες διεθνείς παραγωγές. Το Clash of Loyalties έμεινε η μοναδική μεγάλη κινηματογραφική απόπειρα ενός φιλόδοξου σχεδίου που δεν ολοκληρώθηκε ποτέ.

Τα αντίτυπα της ταινίας κατέληξαν αποθηκευμένα σε μεταλλικά κουτιά, στο γκαράζ του Λατίφ Τζορεφάνι στο Σάρεϊ της Αγγλίας. «Αν τα πράγματα είχαν εξελιχθεί όπως ελπίζαμε, πιθανότατα θα είχαμε γυρίσει έξι ή επτά ακόμη ταινίες αυτού του μεγέθους», είχε δηλώσει ο ίδιος.

Κοιτάζοντας πίσω, ωστόσο, ο παραγωγός έδινε διαφορετική διάσταση στην εμπειρία. «Ύστερα από περισσότερα από τριάντα χρόνια πολέμων, βομβαρδισμών, καταστροφών, δολοφονιών και θρησκευτικών συγκρούσεων, τι είναι τελικά μια ταινία;» είχε πει στο BBC το 2020. «Μπροστά σε όλα αυτά, δεν είναι τίποτα».

Σχεδόν μισό αιώνα μετά την πρεμιέρα της, το Clash of Loyalties του Ιρακινού προέδρου παραμένει μια σχεδόν ξεχασμένη υπερπαραγωγή. Όχι επειδή υστερούσε σε φιλοδοξία ή κλίμακα, αλλά επειδή η ιστορία που εκτυλισσόταν έξω από το κινηματογραφικό πλατό αποδείχθηκε πολύ πιο δραματική από εκείνη που προσπαθούσε να αφηγηθεί η ίδια η ταινία.

*Το άρθρο βασίζεται σε συνεντεύξεις και αρχειακό υλικό του BBC, καθώς και σε παλαιότερες δηλώσεις των συντελεστών της ταινίας.

Σχόλια
Γράψτε το σχόλιό σας
0 /50
0 /2000
Headlines:
Δείτε όλες τις Τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, στο in.gr

Ακολουθήστε το in.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις

Προσθήκη του in.gr στην Google

in.gr | Ταυτότητα

Διαχειριστής - Διευθυντής: Λευτέρης Θ. Χαραλαμπόπουλος

Διευθύντρια Σύνταξης: Αργυρώ Τσατσούλη

Ιδιοκτησία - Δικαιούχος domain name: ALTER EGO MEDIA A.E.

Νόμιμος Εκπρόσωπος: Ιωάννης Βρέντζος

Έδρα - Γραφεία: Λεωφόρος Συγγρού αρ 340, Καλλιθέα, ΤΚ 17673

ΑΦΜ: 800745939, ΔΟΥ: ΚΕΦΟΔΕ ΑΤΤΙΚΗΣ

Ηλεκτρονική διεύθυνση Επικοινωνίας: [email protected], Τηλ. Επικοινωνίας: 2107547007

ΜΗΤ Αριθμός Πιστοποίησης Μ.Η.Τ.232442

Σάββατο 11 Ιουλίου 2026
Cookies