Brexit, 10 χρόνια μετά: Οι κερδισμένοι, οι χαμένοι και το νέο τοπίο στην αγορά τέχνης
Αύριο 23 Ιουνίου συμπληρώνονται 10 χρόνια από την ημέρα που οι Βρετανοί ψήφισαν υπέρ του Brexit - της αποχώρησης του Ηνωμένου Βασιλείου από την Ευρωπαϊκή Ένωση
Ήταν 23 Ιουνίου 2016 όταν οι Βρετανοί ψήφισαν υπέρ του Brexit, της αποχώρησης δηλαδή του Ηνωμένου Βασιλείου από την Ευρωπαϊκή Ένωση, σε ένα δημοψήφισμα που άλλαξε το πολιτικό και οικονομικό τοπίο της χώρας. Στον χώρο της τέχνης, το αποτέλεσμα αντιμετωπίστηκε με έντονο προβληματισμό, καθώς πολλοί φοβούνταν ότι το Λονδίνο θα έχανε τον ρόλο του ως βασικού κόμβου μεταξύ της ευρωπαϊκής και της διεθνούς αγοράς τέχνης.
Σύμφωνα με το The Art Newspaper, δέκα χρόνια αργότερα, οι πιο δυσοίωνες προβλέψεις δεν έχουν επιβεβαιωθεί, ωστόσο το Brexit έχει αφήσει το αποτύπωμά του στην καθημερινή λειτουργία της αγοράς, αυξάνοντας τη γραφειοκρατία, το κόστος των συναλλαγών και τις δυσκολίες στη διακίνηση έργων τέχνης. Παράλληλα, η αξιολόγηση των συνεπειών του γίνεται ακόμη πιο περίπλοκη, καθώς η δεκαετία που ακολούθησε σημαδεύτηκε από την πανδημία, πολέμους, οικονομικές αναταράξεις και νέες εμπορικές εντάσεις σε διεθνές επίπεδο.
«Δεν πρόκειται για μια απλή σχέση αιτίου και αποτελέσματος», επισημαίνει ο Πολ Χιούιτ στο TAN, γενικός διευθυντής της Society of London Art Dealers (SLAD). Όπως εξηγεί, οι άμεσες συνέπειες του Brexit συνδυάστηκαν με μια σειρά ευρύτερων οικονομικών και γεωπολιτικών εξελίξεων, με αποτέλεσμα ο αντίκτυπός τους να γίνει ακόμη πιο έντονος.
Φωτογραφία αρχείου: Ο υπέρμαχος του Brexit, Νάιτζελ Φάρατζ, χαιρετά κατά τη διάρκεια της πορείας «Brexit Betrayal» από το Σάντερλαντ προς το Λονδίνο, στο Σάντερλαντ της Βρετανίας, στις 16 Μαρτίου 2019. Φωτογραφία: Reuters/Scott Heppell/File Photo.
Η Βρετανία παραμένει παγκόσμια δύναμη
Παρά τις ανησυχίες που είχαν εκφραστεί μετά το δημοψήφισμα, το Ηνωμένο Βασίλειο εξακολουθεί να κατέχει εξέχουσα θέση στη διεθνή αγορά τέχνης. Σύμφωνα με την τελευταία έκθεση Art Basel και UBS Global Art Market Report, παραμένει η δεύτερη μεγαλύτερη αγορά στον κόσμο σε αξία συναλλαγών, μετά τις Ηνωμένες Πολιτείες, με μερίδιο 18% της παγκόσμιας αγοράς. Πρόκειται για μια μικρή υποχώρηση σε σχέση με το 21% που κατείχε το 2016, αλλά σαφώς μικρότερη από εκείνη που πολλοί είχαν προβλέψει.
Η Κλερ ΜακΆντριου, ιδρύτρια της Arts Economics και συγγραφέας της έκθεσης, επισημαίνει στο TAN ότι η κάμψη που ακολούθησε τη χρηματοπιστωτική κρίση του 2008 ήταν πιο έντονη από εκείνη που καταγράφηκε μετά το Brexit. Η ίδια ετοιμάζει νέα έκδοση της μελέτης The British Art Market σε συνεργασία με τη British Art Market Federation (BAMF), η οποία θα δημοσιευθεί αργότερα μέσα στη χρονιά, με αφορμή τα 30 χρόνια από την ίδρυση της ομοσπονδίας.
Η ανθεκτικότητα της αγοράς αντικατοπτρίζεται και στις μεγάλες δημοπρασίες που συνεχίζουν να πραγματοποιούνται στο Λονδίνο. Ξεχωρίζει η δημοπρασία της συλλογής Lewis από τον Sotheby’s, η οποία με εκτιμώμενη αξία 200 εκατομμυρίων λιρών αποτελεί τη μεγαλύτερη δημοπρασία που έχει οργανωθεί ποτέ στην Ευρώπη.
Ο Άλεξ Μπράντσικ, επικεφαλής του τμήματος μοντέρνας και σύγχρονης τέχνης του Sotheby’s στο Λονδίνο, υποστηρίζει ότι η βρετανική πρωτεύουσα παραμένει το δεύτερο σημαντικότερο και πιο διεθνές κέντρο πωλήσεων του οίκου μετά τη Νέα Υόρκη. Όπως λέει στο ΤΑΝ, το Λονδίνο συνέβαλε καθοριστικά στην αποκατάσταση της εμπιστοσύνης στην αγορά κατά την περίοδο αβεβαιότητας των τελευταίων ετών, ενώ η περσινή δημοπρασία της συλλογής της Πολίν Καρπίδα έδωσε νέα ώθηση στην αγορά σε διεθνές επίπεδο.
Το μεγαλύτερο βάρος το σηκώνουν οι μικρότεροι παίκτες
Αν η αγορά των πολύ ακριβών έργων εξακολουθεί να δείχνει ανθεκτικότητα, η εικόνα είναι λιγότερο θετική για τις μικρότερες επιχειρήσεις και τις συναλλαγές χαμηλότερης αξίας.
Ο Τόμας Γούντχαμ-Σμιθ, διευθυντής της Treasure House Fair και πρώην συνιδρυτής της Masterpiece London, εκτιμά ότι το Brexit έπληξε κυρίως το χαμηλότερο τμήμα της αγοράς, ενώ παράλληλα επιβάρυνε ακόμη και τις μεγάλες επιχειρήσεις με σημαντικό διοικητικό κόστος και αυξημένες απαιτήσεις τεκμηρίωσης, σύμφωνα με το TAN.
Η Masterpiece London, μία από τις σημαντικότερες διεθνείς εκθέσεις τέχνης και συλλεκτικών αντικειμένων, έκλεισε το 2023, επικαλούμενη τα αυξανόμενα λειτουργικά έξοδα και τη δυσκολία προσέλκυσης διεθνών εκθετών στο Λονδίνο.
Οι επιπτώσεις διαφέρουν και ανάλογα με την κατηγορία έργων. Η αγορά των Παλαιών Δασκάλων συνεχίζει να χάνει έδαφος, με το μερίδιο του Ηνωμένου Βασιλείου στην ευρωπαϊκή αγορά της συγκεκριμένης κατηγορίας να μειώνεται από 52% το 2014 σε 38% το 2025.
Φωτογραφία αρχείου: Μια γυναίκα φωτογραφίζει πλακάτ υπέρ του Brexit έξω από το Houses of Parliament στο Λονδίνο της Βρετανίας, στις 28 Οκτωβρίου 2019. Φωτογραφία: Reuters/Hannah McKay/File Photo.
Η απώλεια της ευκολίας στις συναλλαγές
Για πολλούς εμπόρους τέχνης, η σημαντικότερη συνέπεια του Brexit δεν είναι τόσο η μείωση των πωλήσεων όσο η απώλεια της ευελιξίας που χαρακτήριζε την αγορά πριν από την αποχώρηση από την ΕΕ.
Η Αμάντα Γκρέι, εταίρος στη δικηγορική εταιρεία Mishcon de Reya, εξηγεί ότι οι νέες απαιτήσεις που σχετίζονται με τις εισαγωγές και εξαγωγές έργων τέχνης, τις προσωρινές εισαγωγές, τα τελωνειακά έγγραφα ATA Carnet και τον ΦΠΑ έχουν δημιουργήσει ένα πολύ πιο περίπλοκο περιβάλλον για γκαλερί, εμπόρους και συλλέκτες.
Όπως σημειώνει, οι επιπλέον διοικητικές διαδικασίες μεταφράζονται σε μεγαλύτερο κόστος, περισσότερες καθυστερήσεις και αυξημένη αβεβαιότητα. Ακόμη και αποφάσεις για δανεισμούς έργων ή διεθνείς συναλλαγές επηρεάζονται πλέον από αυτούς τους παράγοντες.
Τα στοιχεία της Arts Economics δείχνουν ότι οι εισαγωγές έργων τέχνης και αντίκας στη Βρετανία μειώθηκαν σημαντικά μετά το Brexit, από 3,2 δισ. δολάρια το 2019 σε 2,1 δισ. δολάρια το 2020, όπως μεταδίδει το TAN. Αν και η πανδημία συνέβαλε καθοριστικά σε αυτή την πτώση, η μεταβολή θεωρείται ιδιαίτερα σημαντική για μια αγορά που βασίζεται σε μεγάλο βαθμό στις εισαγωγές.
Μέρος αυτής της επιβάρυνσης σχετίζεται και με άλλες νομοθετικές αλλαγές, όπως η 5η Οδηγία για την Καταπολέμηση της Νομιμοποίησης Εσόδων από Παράνομες Δραστηριότητες, η οποία τέθηκε σε εφαρμογή το 2020. Ωστόσο, πολλοί επαγγελματίες του χώρου θεωρούν ότι η μειωμένη ευελιξία δίνει πλεονέκτημα σε ανταγωνιστικές ευρωπαϊκές αγορές.
Το Παρίσι και η Ιταλία κερδίζουν έδαφος
Παρότι η Γαλλία δεν έχει καταφέρει να αποσπάσει σημαντικό μερίδιο από το Λονδίνο, αρκετοί παράγοντες της αγοράς θεωρούν ότι το Παρίσι ενισχύει σταδιακά τη θέση του ως διεθνές κέντρο τέχνης, ιδιαίτερα μετά την είσοδο της Art Basel στη γαλλική πρωτεύουσα το 2022.
Παράλληλα, άλλες ευρωπαϊκές χώρες προσφέρουν πιο ευνοϊκές φορολογικές συνθήκες. Η Ιταλία, για παράδειγμα, μείωσε πρόσφατα τον ΦΠΑ στις πωλήσεις έργων τέχνης στο 5%, ενώ στη Βρετανία οι αυξήσεις σε φόρους κληρονομιάς, εισοδήματος και υπεραξίας έχουν τροφοδοτήσει συζητήσεις για το κατά πόσο το Λονδίνο παραμένει εξίσου ελκυστικός προορισμός για συλλέκτες και επενδυτές.
Η κατάργηση του καθεστώτος Non-Dom το 2025 προκάλεσε επίσης ανησυχίες για πιθανή αποχώρηση εύπορων κατοίκων από τη χώρα. Ωστόσο, μέχρι να δημοσιευθούν τα φορολογικά στοιχεία του 2027, η πραγματική έκταση αυτής της τάσης παραμένει ασαφής.
Δύο ακτιβιστές, με ζωγραφισμένες στα πρόσωπά τους τη σημαία της Ευρωπαϊκής Ένωσης και τη βρετανική σημαία (Union Jack), φιλιούνται μπροστά στην Brandenburg Gate διαμαρτυρόμενοι για την αποχώρηση της Βρετανίας από την Ευρωπαϊκή Ένωση, στο Βερολίνο της Γερμανίας, στις 19 Ιουνίου 2016. Φωτογραφία: Reuters/Hannibal Hanschke/File Photo.
Η αγορά προσαρμόζεται στη νέα πραγματικότητα
Παρά τις δυσκολίες, η αγορά τέχνης έχει προσαρμοστεί σταδιακά στις νέες συνθήκες. Το Ηνωμένο Βασίλειο αξιοποίησε επίσης την αυτονομία που απέκτησε μετά το Brexit σε ορισμένους τομείς, επιλέγοντας να μην υιοθετήσει τους νέους ευρωπαϊκούς κανονισμούς για τις εισαγωγές πολιτιστικών αγαθών (EU 2019/880), ύστερα από έντονες αντιδράσεις της αγοράς.
Σημαντικές αλλαγές καταγράφονται και στην παρουσία ευρωπαϊκών γκαλερί στο Λονδίνο. Το 2016, οκτώ από τα 140 μέλη της Society of London Art Dealers ήταν βρετανικά παραρτήματα ευρωπαϊκών γκαλερί. Μέχρι το 2026 όλα αυτά τα παραρτήματα είχαν κλείσει και αποχωρήσει από τον οργανισμό, παρότι ο συνολικός αριθμός των μελών του αυξήθηκε.
Σύμφωνα με τον Αλεξάντερ Μπράντφορντ της εταιρείας μεταφοράς έργων τέχνης Gander & White, η αγορά έχει στραφεί σε νέες πρακτικές, όπως η αυξημένη χρήση τελωνειακών αποθηκών και εξειδικευμένων υπηρεσιών εκτελωνισμού, προκειμένου να αντιμετωπιστούν οι δυσκολίες των διασυνοριακών μεταφορών.
Παράλληλα, οι ψηφιακές τεχνολογίες και η αυτοματοποίηση διαδικασιών βοηθούν τις επιχειρήσεις να περιορίσουν το αυξανόμενο λειτουργικό κόστος.
Χαρακτηριστική είναι η περίπτωση της Addis Fine Art, η οποία έκλεισε τον μόνιμο εκθεσιακό της χώρο στο Φιτζρόβια του Λονδίνου τον Ιούνιο του 2024. Η συνιδρύτρια και διευθύνουσα σύμβουλος της γκαλερί, Ράκεμπ Σίλε, εξηγεί ότι η διατήρηση ενός σταθερού χώρου είχε καταστεί οικονομικά ασύμφορη για μια εξειδικευμένη επιχείρηση με περιορισμένα περιθώρια κέρδους.
Η γκαλερί στράφηκε σε ένα πιο ευέλικτο μοντέλο, βασισμένο σε συνεργασίες με άλλες γκαλερί και συμμετοχές σε μεγάλες διεθνείς διοργανώσεις. Κατά τη Σίλε, οι επιχειρήσεις που θα αντέξουν τα επόμενα χρόνια θα είναι εκείνες που θα επενδύσουν περισσότερο στη συνεργασία, στην κοινή αξιοποίηση πόρων και στη μετατροπή της εξειδικευμένης γνώσης τους σε πρόσθετη επιχειρηματική αξία.
Δέκα χρόνια μετά το δημοψήφισμα, η βρετανική αγορά τέχνης παραμένει μία από τις ισχυρότερες στον κόσμο. Ωστόσο, λειτουργεί πλέον σε ένα πιο σύνθετο, δαπανηρό και απαιτητικό περιβάλλον, όπου η προσαρμοστικότητα και η αναζήτηση νέων τρόπων λειτουργίας αποτελούν βασικές προϋποθέσεις για τη διατήρηση της ανταγωνιστικότητάς της.
*Κεντρική Φωτογραφία: Άποψη της τοιχογραφίας εμπνευσμένης από το Brexit, έργο του ανώνυμου Βρετανού street artist Banksy, στο Ντόβερ της Βρετανίας, στις 31 Ιουλίου 2018. Το γκράφιτι, που εμφανίστηκε σε κτίριο κοντά στον τερματικό σταθμό των φέρι του Ντόβερ, απεικονίζει έναν εργάτη να αφαιρεί ένα από τα 12 αστέρια της σημαίας της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Φωτογραφία: EPA/FACUNDO ARRIZABALAGA.