Πάντως, αντ' αυτού του αρχηγού, «έφαγα τη σφαίρα» και «κώδικα τιμής», που θα σπάσει ο ιστορικός του μέλλοντος συναντάμε στην Κόζα Νόστρα, όχι σε «υποθέσεις ιδιωτών» στη Δημοκρατία
Πρέπει να ήταν 2013, ενδεχομένως και 2012. Ένα βράδυ στα καλά του καθουμένου, όπως συνήθιζε, η Πάολα Ρεβενιώτη γράφει στο facebook μια ιστορία από τα παλιά: είχε τσιμπήσει λέει κάποτε ένα «τεκνάκι» και αποφάσισαν να πάνε να χαρούν τη νύχτα στα γραφεία του Απελευθερωτικού Κινήματος Ομοφυλοφίλων Ελλάδας. Εκνευρισμένα με την απρέπεια, κάποια στελέχη του ΑΚΟΕ αποφάσισαν εκδικητικά να τους κλειδώσουν μέσα. Κι αυτός που ήρθε με κλειδαρά για να τους απελευθερώσει ήταν ο Κώστας Ταχτσής.
Αστεία ιστορία μεν, αλλά όχι και τόσο εντυπωσιακή αν επιλέξει κανείς να αγνοήσει τα πολλά επίπεδα αξιοπερίεργων που κρύβει κάτω από την επιφάνεια. Γιατί το ΑΚΟΕ είχε μια αμφίθυμη σχέση με τις τρανς από τη μία και ο συγγραφέας που έγραψε το Τρίτο Στεφάνι θα περίμενε κανείς απ’ όσα ξέρουμε ότι δεν θα πλησίαζε τα γραφεία του ΑΚΟΕ ούτε στο χιλιόμετρο.
Είναι όμως αυτά τα ακατανόητα που έχουν σημασία. Πολλές τρανς, ενώ πλαισίωσαν από το πρώτο δευτερόλεπτο τα – με σημερινούς όρους ΛΟΑΤΚΙ – κινήματα που ξεπήδησαν στο δεύτερο μισό της δεκαετίας του 1970, φαίνεται πως αντιμετωπίζονταν συχνά με εχθρότητα, κυρίως από γκέι άντρες.
Ο δε Ταχτσής ήταν από μόνος του ένας παράγοντας αταξίας: κατέληξε να πολεμά τις τρανς με τόσο μένος, που έφτασε να συγκρούεται δημόσια, βιτριολικά και έντονα (μπορεί να βρει κανείς και σχετικές επιστολές του σε κάποια από τις ανθολογίες κειμένων του) με το ΑΚΟΕ για τις σχέσεις μαζί τους – το ίδιο ΑΚΟΕ που βασικό μέρος του αντιμετώπιζε τις τρανς τουλάχιστον με επιφυλάξεις.
Είναι δε κοινή γνώση πια ότι παρά το τρανσφοβικό μένος του, ο ίδιος ο Ταχτσής ήταν συχνά εκδιδόμενος στις πιάτσες των τρανς. Μάλιστα, σε κάποια εκδήλωση δεκαετίες μετά τον θάνατό του, κάποιος είχε πει ότι είχε υπάρξει μια στιγμή κατά την οποία είχε φτιαχτεί μια χωριστή μίνι-πιάτσα από τον Κώστα Ταχτσή, την Πάολα Ρεβενιώτη και την Αλόμα – την έτερη αποσυνάγωγο, για εξίσου βάσιμους λόγους με αυτούς που αφορούσαν τον Ταχτσή.
Κανείς βέβαια δεν θα μπορούσε να χαρακτηρίσει την Πάολα Ρεβενιώτη αποσυνάγωγο: sui generis σίγουρα, καταιγιστική το δίχως άλλο και καβγατζού χωρίς αμφιβολία, αλλά δεν φάνηκε ποτέ να αποτελεί άνθρωπο που θα επιδίωκε να βρεθεί σε οποιοδήποτε «περιθώριο».
Μάλιστα, αν και πολλοί με την είδηση του θανάτου της δικαίως δοξάζουν το Κράξιμο ως το πρωτοποριακό, ριζοσπαστικό και αξιοζήλευτο έντυπο που ήταν ως προς την αισθητική, την τυπογραφία και πάνω απ’ όλα το περιεχόμενό του, το συνεκτικό στοιχείο ανάμεσα στις διάφορες όψεις της βιογραφίας της, το κοινό που διαπερνάει τα πάντα, ήταν η προσωπικότητά της και μάλιστα ο θαρραλέος τρόπος με τον οποίο την τοποθετούσε στο φως της δημοσιότητας.
Η Πάολα Ρεβενιώτη δεν συστήθηκε ποτέ σε αυτή τη δημοσιότητα ως «αξιοπερίεργη». Δεν φάνηκε να δέχεται τον ρόλο της ετερότητας, ούτε διεκδίκησε να δρέψει τις δάφνες του εξωτισμού. Αντίθετα, η δημόσια παρουσία της φαινόταν να εκπέμπει συνεχώς το μήνυμα ότι ως κοινωνία πρέπει να σταματήσουμε να δουλευόμαστε, καθώς γνωριζόμαστε μεταξύ μας πολύ καλύτερα απ’ ό,τι ισχυριζόμαστε.
Πιθανώς δεν έχει υπάρξει κάποια πιο σημαντική φιγούρα στη λαϊκή εθνογραφία της ομοφυλοφιλίας και γενικότερα της σεξουαλικότητας που υπερβαίνει τις παραδοσιακές αντιλήψεις για την αδιατάρακτα κανονική ετεροφυλοφιλία.
Όλες οι ιστορίες που έλεγε έδειχναν ότι τα όρια ανάμεσα στον στρέιτ και τον άλλο κόσμο ήταν πάντα πορώδη. Οι τρανς γνωρίζονταν με καταστηματάρχες, με οδηγούς, με τους κάθε λογής στρέιτ που έκαναν τις βραδινές τους βόλτες στη Συγγρού και –κατά παράδοξο και ελάχιστα συζητημένο τρόπο– ακόμα και πολλοί από τους ακροδεξιούς που κατέγραψαν λαμπρές πολιτικές σταδιοδρομίες γύρω από το «πατρίς – θρησκεία – οικογένεια» υπήρξαν κατά τ’ άλλα εξαιρετικά πολύ γνωστοί στις σχετικές πιάτσες.
Η σχέση ανάμεσα στην κοινωνία που αναγνωρίζουμε και τις τρανς ήταν εκεί, πανταχού παρούσα μπροστά και δίπλα μας, έλειπε μόνο το κατάλληλο βλέμμα για να την κοιτάξουμε. Ήταν μόνο το πέπλο μυστικότητας που αυθαίρετα ριχνόταν πάνω στις παρεκκλίνουσες πράξεις που έκανε τη στρέιτ και την άλλη κοινωνία να μοιάζουν με δύο διαφορετικούς κόσμους.
Μέσα από το Κράξιμο, από τις φωτογραφίες της (πόσο μοιάζουν με τους ναύτες του Τσαρούχη) και κυρίως από τα social media τα οποία χειρίστηκε με μια ανεπιτήδευτη δεξιοτεχνία, παίζοντας όπως και πριν, ενθουσιασμένη με τα νέα της παιχνίδια.
Συχνά, οι αφηγήσεις της λειτουργούσαν σαν προσκλητήρια για συλλογικές καταγραφές. Το περιστατικό με τον Ταχτσή που έφερε τον κλειδαρά, άρχισε από κάτω να γεμίζει με σχόλια συνομήλικών της τρανς και παλαιών μελών του ΑΚΟΕ που όλοι μαζί συνέθεταν μια αφήγηση για την εποχή και για την οργάνωση με τόσο πολύ χρώμα και τόσο πολλή ενάργεια, που κανένας μελετητής ή ερευνητής δεν θα μπορούσε να μεταδώσει.
Αυτό που ήταν απλά καταγραφή, μια ψυχρή γνώση για τους ενδιαφερόμενους, ξαφνικά γινόταν τρισδιάστατο, ζωντανό και δυναμικό – εν ολίγοις, πραγματικό. Αντίστοιχη λειτουργία είχαν και τα σύντομα βίντεο που τραβούσε με τις τρανς φίλες και γνωστές της, όπως επίσης και τα ρουτινιάρικα ποστ για την καθημερινή της ζωή. Και τέλος, εννοείται, τα ντοκιμαντέρ της: τα Καλιαρντά, οι Πικροδάφνες, το Βίτσια και Φετίχ.
Το αποτέλεσμα είναι ότι για πολλούς ανθρώπους, ακόμα και για τους πιο «προοδευτικούς» και φίλα διακείμενους στη ΛΟΑΤΚΙ κοινότητα, η Πάολα Ρεβενιώτη έγινε μία από τις λίγες τρανς που ξέραμε. Όχι απλά ξέραμε την υπαρξή της παθητικά δηλαδή, αλλά γνωρίζαμε τον χαρακτήρα, τα κουσούρια, τις ιδέες, την προσωπικότητά της, τις θέσεις της για τα πράγματα, την αισθητική, το λεξιλόγιο και τα ενδιαφέροντά της.
Κοινώς, η Πάολα Ρεβενιώτη φαίνεται να συνεισέφερε στην περιβόητη «ορατότητα» για την οποία γίνεται συζήτηση εδώ και μια δεκαπενταετία όχι διδακτικά, αλλά οργανικά· όχι από πρόθεση, αλλά επειδή αυτός ήταν ο χαρακτήρας, η προσωπικότητα, ο τρόπος της να υπάρχει, μια εσωτερική ορμή χωρίς όρια.
Δεν την ακούσαμε ποτέ να προτάσσει αυτή τη λέξη της μόδας, για την οποία έκανε τόσα πολλά και είπε τόσα λίγα – ενδεχομένως να μην την είπε και ποτέ. Γι’ αυτό της αξίζει ένας αποχαιρετισμός με τον σεβασμό που αρμόζει στους ανθρώπους που πείραξαν την αντίληψή μας με τρόπο που δεν μπορούσαμε ποτέ ξανά να επιστρέψουμε στην προηγούμενη κατάσταση. Χαίρε.
Αυτό το καλοκαίρι, ο θρυλικός Αρσέν Λουπέν γυρίζει την Αττική και όλη την Ελλάδα με μια θεατρική παράσταση για όλη την οικογένεια, όπου το τέλος το αποφασίζεις εσύ!