Η «χρυσή εποχή» των πυρηνικών αντιδραστήρων SMR: Πραγματικότητα ή αφήγημα;
Οι μικροί αρθρωτοί πυρηνικοί αντιδραστήρες (SMRs) παρουσιάζονται από πολλούς ως η τεχνολογία που θα οδηγήσει σε μια νέα εποχή ενεργειακής αυτάρκειας, αγνοώντας σοβαρές αβεβαιότητες ως προς το κόστος, την ασφάλεια, τα απόβλητα και τη γεωπολιτική διάσταση.
Το τελευταίο διάστημα παρουσιάζονται οι μικροί αρθρωτοί πυρηνικοί αντιδραστήρες (SMRs) ως η τεχνολογία που θα οδηγήσει σε μια νέα εποχή ενεργειακής αυτάρκειας. Το αφήγημα αυτό, ωστόσο, βασίζεται περισσότερο σε πολιτικές προσδοκίες παρά σε αποδεδειγμένα τεχνολογικά και οικονομικά δεδομένα, ενώ παραβλέπει διεθνείς μελέτες που επισημαίνουν σοβαρές αβεβαιότητες ως προς το κόστος, την ασφάλεια, τα απόβλητα και τη γεωπολιτική διάσταση των SMRs.
Η διατύπωση ότι η νέα γενιά αντιδραστήρων «φέρνει» τη «χρυσή εποχή» της πυρηνικής ενέργειας δεν αποτελεί διαπιστωμένο γεγονός αλλά αξιολογική πρόβλεψη. Σήμερα λειτουργούν μόλις δύο έργα SMRs: ο πλωτός ρωσικός Akademik Lomonosov και ο κινεζικός HTR-PM, οι οποίοι εξυπηρετούν ειδικές εφαρμογές και δεν αποτελούν ακόμη απόδειξη εμπορικής επιτυχίας σε μεγάλη κλίμακα. Αντίθετα, η μεγάλη πλειονότητα των δυτικών έργων βρίσκεται ακόμη σε στάδιο σχεδιασμού, αδειοδότησης ή πιλοτικής ανάπτυξης, ενώ αρκετά έχουν ήδη ακυρωθεί ως οικονομικά μη βιωσιμα . Είναι λοιπόν πρόωρο να μιλάμε για «χρυσή εποχή» μιας τεχνολογίας που ακόμη αναζητά απόδειξη της χρηστικότητας της.
Συχνά αναφέρεται ότι οι SMRs «υπόσχονται» χαμηλότερο κόστος και μεγαλύτερη ασφάλεια. Πρόκειται για προσδοκίες και όχι για αποδεδειγμένα αποτελέσματα. Μέχρι σήμερα, οι SMRs δεν έχουν αποδείξει ότι παράγουν φθηνότερη ενέργεια από τις ώριμες ανανεώσιμες τεχνολογίες, ούτε ότι επιτυγχάνουν τις πολυδιαφημισμένες από την πυρηνική βιομηχανία οικονομίες κλίμακας. Αντίθετα μάλιστα, διεθνείς επιστημονικές δημοσιεύσεις καταλήγουν ακριβώς στο αντίθετο.
Εξίσου συχνά συγχέεται η πολιτική βούληση με την τεχνολογική και οικονομική ωριμότητα. Η εκτενής αναφορά στη στήριξη του αμερικανικού Υπουργείου Ενέργειας αποδεικνύει πολιτική βούληση των Ηνωμένων Πολιτειών και όχι τεχνολογική ωριμότητα. Η ιστορία δείχνει ότι κρατική χρηματοδότηση δεν εγγυάται επιτυχία. Χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι το πρόγραμμα NuScale: παρά την ισχυρή ομοσπονδιακή υποστήριξη, το πρώτο εμπορικό έργο SMR (UAMPS) ακυρώθηκε το 2023 λόγω διαρκών αυξήσεων κόστους, ενώ το πρόγραμμα mPower της Babcock & Wilcox εγκαταλείφθηκε επίσης. Το γεγονός αυτό δείχνει ότι ακόμη και με ισχυρή κρατική υποστήριξη, η εμπορική βιωσιμότητα των SMRs δεν μπορεί να θεωρείται δεδομένη.
Οι υποστηρικτές της ενεργειακής επιλογής των SMRs επίσης παραλείπουν να αξιολογήσουν έναν ολοένα σημαντικότερο παράγοντα που επηρεάζει την αξιοπιστία και την ασφάλεια της πυρηνικής επιλογής: την κλιματική αλλαγή. Ο πρόσφατος καύσωνας στη Δυτική Ευρώπη οδήγησε σε περιορισμό ή προσωρινή διακοπή λειτουργίας πυρηνικών αντιδραστήρων λόγω υψηλών θερμοκρασιών και μειωμένης παροχής νερού για ψύξη. Η κλιματική αλλαγή μετατρέπεται πλέον σε παράγοντα που πρέπει να συνυπολογίζεται στον σχεδιασμό κάθε πυρηνικής εγκατάστασης, συμπεριλαμβανομένων των SMRs.
Επίσης, απουσιάζει εντυπωσιακά οποιαδήποτε αναφορά στο πραγματικό κόστος παραγωγής. Σύμφωνα με την U.S. Energy Information Administration και μελέτη του ΙΝΑΤ, το Σταθμισμένο Κόστος Ενέργειας (LCOE) της νέας πυρηνικής ενέργειας παραμένει σημαντικά υψηλότερο από αυτό της αιολικής και ηλιακής ενέργειας, ενώ τα πυρηνικά έργα εμφανίζουν κατά μέσο όρο υπερβάσεις κόστους άνω του 100% σε σχέση με τον αρχικό προϋπολογισμό.
Ακόμη σοβαρότερη είναι η παράλειψη αναφοράς στη διαχείριση των ραδιενεργών αποβλήτων, στο κόστος αποθήκευσής τους. Χαρακτηριστικά, μελέτη του Πανεπιστημίου του Stanford δείχνει ότι ορισμένα σχέδια SMR μπορούν να αυξήσουν τον όγκο συγκεκριμένων κατηγοριών πυρηνικών αποβλήτων κατά 2 έως 30 φορές ανά μονάδα παραγόμενης ενέργειας, σε σύγκριση με συμβατικούς αντιδραστήρες.
Αντίστοιχα αποσιωπάται η γεωπολιτική διάσταση. Αν και η πυρηνική ενέργεια απαιτεί λιγότερο καύσιμο από το φυσικό αέριο, η εξάρτηση μετατοπίζεται στο εμπλουτισμένο ουράνιο, τις ειδικές αλυσίδες εφοδιασμού, τα ανταλλακτικά και την τεχνογνωσία και τη συντήρηση – τομείς που ελέγχονται από περιορισμένο αριθμό κρατών και εταιρειών.
Τέλος, οι υποστηρικτές της πυρηνικής επιλογής δημιουργούν την εντύπωση ότι οι αμερικανικές εξελίξεις μπορούν να μεταφερθούν σχεδόν αυτούσιες στην ελληνική πραγματικότητα. Η σύγκριση όμως είναι προβληματική. Οι Ηνωμένες Πολιτείες διαθέτουν πυρηνική βιομηχανία, εξειδικευμένο ανθρώπινο δυναμικό, πολλές δεκαετίες εμπειρίας, εθνικό κύκλο καυσίμου και ισχυρές ρυθμιστικές αρχές. Η Ελλάδα δεν διαθέτει τίποτε από αυτά. Επιπλέον η ανάπτυξη οποιασδήποτε πυρηνικής υποδομής, συμπεριλαμβανομένων των SMRs, απαιτεί ένα διάστημα 10 έως 15 ετών για την ολοκλήρωση των αδειοδοτήσεων, των περιβαλλοντικών μελετών και της ίδιας της κατασκευής, πολύ πέραν του ορίζοντα του 2030, όπου η Ελλάδα καλείται να λάβει άμεσες αποφάσεις για την ενεργειακή της μετάβαση. Επομένως, ακόμη και αν οι SMRs αποδειχθούν επιτυχημένοι στις ΗΠΑ, αυτό δεν συνεπάγεται ότι αποτελούν κατάλληλη επιλογή για μια μικρή, ιδιαίτερα σεισμογενή χώρα, που συγκαταλέγεται στα παγκόσμια hot spots της κλιματικής αλλαγής, αλλά και με εξαιρετικό δυναμικό ανανεώσιμων πηγών ενέργειας το οποίο παραμένει σε σημαντικό βαθμό αναξιοποίητο.
Ο Μανώλης Πλειώνης είναι καθηγητής του Τμήματος Φυσικής του ΑΠΘ, πρώην διευθυντής και πρόεδρος ΔΣ του Εθνικού Αστεροσκοπείου Αθηνών και επιστημονικό μέλος του Ινστιτούτου Αλέξης Τσίπρας
Η Βανέσσα Κατσαρδή είναι αναπληρώτρια καθηγήτρια του Τμήματος Πολιτικών Μηχανικών του Πανεπιστημίου Θεσσαλίας και επιστημονικό μέλος του Ινστιτούτου Αλέξης Τσίπρας
Τα τελευταία χρόνια, οι επιστήμονες μελετούν όλο και περισσότερο τον ρόλο που έχουν τα καλοκαιρινά χόρτα στην υγεία μας και την πρόληψη χρόνιων νοσημάτων
Τη Δευτέρα 20 Ιουλίου ο σαξοφωνίστας και πολυοργανίστας Isaiah Collier έρχεται στο ΣΤΟΑ Culture για να παρουσιάσει το project του «Collier plays Coltrane»