«Επί πέντε χρόνια εκδίδομαι κάθε βράδυ στη λεωφόρο Συγγρού, στη λεωφόρο όπου αισθάνομαι τόσο έντονα την αγριότητα, τη μοναξιά και τη φρίκη αυτής της κοινωνίας». Ήταν αρχές της δεκαετίας του ’80 όταν το περιοδικό Κράξιμο έκανε την εμφάνισή του στα περίπτερα και τα βιβλιοπωλεία της ελληνικής πρωτεύουσας και η ψευτο-σεμνότυφη κοινωνία της Αθήνας γνώριζε με έναν ωμό, αλλά πέρα για πέρα αληθινό τρόπο την Πάολα Ρεβενιώτη.
Σύντομα το επίθετό της θα «χανόταν» από τη κουβέντα – το Πάολα ήταν αρκετό.
Τρανς γυναίκα, ακτιβίστρια των ΛΟΑΤΚΙ+ δικαιωμάτων, δημοσιογράφος, εκδότρια, καλλιτέχνις. Πολλά ήταν τα επίθετα που τη συνόδευσαν στα 68 χρόνια που βρέθηκε ανάμεσά μας. Αλλά πάνω από όλα, η Πάολα ήταν ένας άνθρωπος που δεν φοβήθηκε ποτέ να πει αυτά που πίστευε.
Δεν κρύφτηκε πίσω από το δάχτυλό της, έλεγε πάντα αυτό που σκεφτόταν και έκανε αυτό που θεωρούσε σωστό, ακόμα κι όταν γνώριζε πως θα προκαλούσε αντιδράσεις. Και πλήρωνε πάντα το τίμημα των επιλογών της.
Όπως όταν αποφάσισε να κυκλοφορήσει το Κράξιμο και βρέθηκε ουκ ολίγες φορές αντιμέτωπη με τον νόμο (χάνοντας στο δικαστήριο όλες τις φορές) – η ειλικρίνειά της, η κουβέντα που «άνοιξε» για την ομοφυλοφιλία και την οροθετικότητα, οι γυμνές και ημίγυμνες φωτογραφίες αγοριών και κοριτσιών που βρισκόντουσαν στις σελίδες του περιοδικού προκαλούσαν τον καθωσπρεπισμό των νοικοκυραίων.
«Φυσικά μου έκαναν συνέχεια μηνύσεις. Μου είχαν κάνει για τρία-τέσσερα τεύχη. Συνέχεια. Με το παραμικρό. Επειδή δημοσίευσα το τάδε σκίτσο ή επειδή είπα την τάδε λέξη. Και ήταν ταλαιπωρία όλο αυτό γιατί έπρεπε να πληρώνω κάθε φορά δικηγόρους και να τρέχω στα δικαστήρια. Ήταν και ο κόσμος -και οι Εισαγγελείς και οι πρόεδροι- αμόρφωτοι εντελώς. Είχα φάει, ας πούμε, 6 μήνες για ένα σκίτσο του Ζαν Κοκτώ. Και με ρώταγε ο πρόεδρος και ο Εισαγγελέας ‘ποιος είναι αυτός ο Κοκτώς’; Τι να τους πεις;» είχε πει το 2019 στην Κορίνα Πετρίδη και το VICE Greece σε μια συζήτηση για την ιστορία του περιοδικού.
Θα σκεφτεί κάποιος «λογικό, μιλάμε για τη δεκαετία του ’80», αλλά ας μην κρυβόμαστε: δεν ισχύει αυτό. Μπορεί να θέλουμε να πιστεύουμε ότι έχουμε προοδεύσει ως κοινωνία, έχουμε γίνει πιο δίκαιοι, πιο ίσοι, πιο σωστοί. Όμως, απλά θέλουμε να το πιστεύουμε – το σκοτάδι είναι εκεί έξω, τρομακτικό για πολλούς συνανθρώπους μας. Σε κάνει να αισθάνεσαι έντονα την αγριότητα, τη μοναξιά και τη φρίκη αυτής της κοινωνίας, όπως είχε γράψει στο Κράξιμο και στο άρθρο της «Εγώ η πόρνη».
Και η Πάολα το ήξερε αυτό, για αυτό δεν σταμάτησε ποτέ να μάχεται για τα δικαιώματα και να μιλάει ανοιχτά για τα προβλήματα. Άλλωστε οι ομοφοβικές, σεξιστικές και τρανσφοβικής φύσεως επιθέσεις δεν είναι κάτι που ανήκει στο παρελθόν – δυστυχώς είναι κομμάτι του σήμερα.
Έβγαλε το φιλμ Καλιαρντά, παρουσίασε στη μικρή οθόνη μια σειρά για τη ζωή των τρανς ανθρώπων στην Ελλάδα του 21ου αιώνα, περπάτησε στους νυχτερινούς δρόμους της Αθήνας και μπήκε στη ζωή των σεξεργατριών μέσα από το ντοκιμαντέρ Πικροδάφνες, δοκίμασε τις δυνάμεις της στον πολιτικό στίβο – όχι γιατί είχε το ψώνιο της πολιτικής αλλά επειδή πίστευε ότι άξιζε να δοκιμάσει να κάνει τη διαφορά.
Και την έκανε τη διαφορά με τον τρόπο της. Με αφορμή τον θάνατό της την Τετάρτη 8 Ιουλίου, θυμόμαστε τη ζωή και τα πιστεύω της μέσα από τα δικά της λόγια.
Η Πάολα με τον Ντίνο Χριστιανόπουλο
«Τα παιδικά μου χρόνια τα πέρασα στην Κέρκυρα τα καλοκαίρια, και μεγάλωσα στον Πειραιά, στο Κερατσίνι. Στα 12 συνειδητοποίησα ότι δεν θα μπορούσα να επιβιώσω σε αυτό το περιβάλλον, και για να γλιτώσω, πήγα στο πολεμικό ναυτικό, σαν ένας τρόπος να ξεφύγω από εκεί. Από τότε δεν ξαναγύρισα σπίτι μου».
«Στα παιδικά μου χρόνια δεν υπάρχει καμία βιαιότητα, δεν υπάρχει κανένας βιασμός, δεν υπάρχει τίποτα. Ήμουν από τα τυχερά άτομα που την σεξουαλικότητά μου την ανακάλυψα πάρα πολύ τρυφερά, διότι όλα τα αγόρια που με πλησίαζαν μου φέρονταν πάντα με τρυφερότητα και αγάπη. Και δεν είχα και ποτέ μου ενοχές».
«Μπορώ να πω ότι είμαι τρανς επειδή αντιμετώπιζα τον κόσμο με γυναικεία ματιά. Από μικρό ήμουν έτσι, ποτέ δε μίσησα το σώμα μου, ποτέ δε μίσησα το πουλάκι μου και θέλησα να το κόψω, προσαρμόστηκα με αυτό. Από εκεί και πέρα είπα πως αφού μου αρέσει να ζω σαν κοριτσάκι, αποφάσισα να είμαι κοριτσάκι»
«Δεν δήλωσα ποτέ ακτιβίστρια. Ούτε δήλωσα ότι παλεύω για τα δικαιώματα των ομοφυλοφίλων. Και στο Κράξιμο για την ομοφυλόφιλη επιθυμία μιλούσαμε. Δεν ήθελα να βγάλω έναν υποκριτικό αλτρουισμό, ότι εγώ θυσιάζομαι για τους άλλους. Εγώ την καύλα μου έκανα».
«Για εμένα κοινότητα είναι οι άνθρωποι με τους οποίους έχουμε κοινά όνειρα πώς θα αλλάξει αυτή η κοινωνία. Αν ένας γκέι είναι ακροδεξιός ή ρατσιστής, δεν μπορώ να πω ότι ανήκουμε στην ίδια κοινότητα. Έχουμε κοινή σεξουαλικότητα, από εκεί και πέρα δεν έχουμε την ίδια πρόσβαση ούτε στην εργασία, ούτε στη μόρφωση, ούτε στο να πετύχουμε τα ίδια πράγματα. Αυτός μπορεί να είναι αποδεκτός από την κοινωνία, ας πούμε».
«Ήμουν λαμπερή. Ήμουν περιζήτητη από πολλά αγόρια της Αθήνας. Η ζωή μου 17 χρόνια ήταν έξω από τα στρατόπεδα, που ήταν όλοι κούκλοι. Και δεν ήμουν μόνο το τραβέλι που απλά παίρνονται μαζί του, ήμουν η φίλη τους η Πάολα. Είχα μία πολύ πλούσια ερωτική ζωή».
«Τα αγόρια με αγαπούσαν, με τον τρόπο τους. Ακούω καμιά φορά που μου λένε “Πάολα πέρασες δύσκολα”. Ευχάριστη ήταν η ζωή μου εμένα. Πέρασα πολύ όμορφα. Επέλεξα αυτή τη ζωή χωρίς μιζέρια γιατί το ήξερα ότι αυτή τη ζωή θα κάνω, αν θέλω να είμαι ανοιχτά αυτό που είμαι».
«Η πορνεία δεν ήταν μόνο για τα λεφτά. Έλεγα “εκεί θα πας γιατί εκεί είναι ο κόσμος, εκεί θα καταξιωθείς, εκεί θα νιώσεις ότι υπάρχεις, ότι σε θέλουν και σε επιθυμούν”».
«Σε σχέση με εμάς, η σημερινή γενιά είναι μία πολύ αντιερωτική γενιά. Δεν υπάρχει ερωτικός λόγος. Εμείς είχαμε την πολιτική της επιθυμίας. Πούστηδες μας λέτε; Θα σας πάρουμε όλους. Και αυτό κάναμε».
«Βλέπω τα νέα queer παιδιά, και δεν μπορώ να καταλάβω πώς σκέφτονται. Δεν καταλαβαίνω τη γλώσσα τους, δεν καταλαβαίνω πώς σκέφτονται. Και εγώ ξενίζω μερικές φορές με μερικά πράγματα, αλλά λέω τι να κάνουμε έτσι είναι».
«Θυμάμαι η πρώτη δουλειά που προσπάθησα να κάνω, ήταν να δουλέψω κάπου για μία εβδομάδα. “Πούστη” με ανεβάζανε, “πούστη” με κατεβάζανε. Φαντάσου τώρα να είσαι 15 χρονών παιδάκι, και να σε φωνάζουν έτσι. Ήταν πολύ δύσκολες εποχές».
«Υπήρξαν χρονιές που ήταν πολύ σκληρές για τις τρανς στις πιάτσες. Άλλες δεν αντέξανε, άλλες αυτοκτόνησαν, άλλες έπεσαν στα ναρκωτικά. Εμένα με έσωσε το ότι από μικρό παιδί δεν ένιωσα ποτέ θύμα. Έλεγα ότι δεν είναι κακό να αγαπάς, οπότε δε θα μου πείτε εσείς πώς θα διαχειριστώ την αγάπη που θέλω να δείξω».
«Όταν μία κοινωνία σε καταδικάζει να είσαι σκουπίδι, να είσαι το τραβέλι που να είναι στην πιάτσα, να το τραβάνε οι αστυνομίες και τέτοια, ο μόνος τρόπος για να αντισταθείς είναι η τέχνη και να το βγάλεις προς τα έξω».
«Οι straight άντρες στην Ελλάδα είχαν λιγότερα ταμπού στο σεξ αλλά κοινωνικά ήταν υποκριτές. Αυτοί που με έκραζαν συνήθως ζήλευαν αυτό που δεν είχαν. Και το 90% των πελατών μου έτσι ήταν, υποκριτές στο δημόσιο λόγο. Εγώ δεν ήμουν μες στη μιζέρια, γιατί μία είναι η ζωή».
«Το σημαντικό είναι τι είναι αυτό που σε καυλώνει. Αν η σεξουαλική σου ζωή είναι μίζερη, ότι και να λες θα είσαι μίζερος. Όλα τα άλλα είναι μαλακίες και δικαιολογίες».
«Όταν περνάς καλά έχεις και περίσσευμα ψυχής».
«Δεν κάνω σχέδια για το μέλλον. Καλά να είμαστε την υγειά μας να έχουμε, αυτά είναι τα μελλοντικά σχέδια τίποτα άλλο».
Τα τελευταία χρόνια, οι επιστήμονες μελετούν όλο και περισσότερο τον ρόλο που έχουν τα καλοκαιρινά χόρτα στην υγεία μας και την πρόληψη χρόνιων νοσημάτων
Τη Δευτέρα 20 Ιουλίου ο σαξοφωνίστας και πολυοργανίστας Isaiah Collier έρχεται στο ΣΤΟΑ Culture για να παρουσιάσει το project του «Collier plays Coltrane»