Πριν η σειρά Orange Is the New Black χρίσει τη Λαβέρν Κοξ παγκόσμιο είδωλο και την πρώτη τρανς γυναίκα με υποψηφιότητες για Emmy, η ηθοποιός είχε ήδη επιβιώσει από έναν ωκεανό βίας, κακοποίησης και συστηματικής απόρριψης.
Σήμερα, στα 54 της χρόνια, με αφορμή την κυκλοφορία των απομνημονευμάτων της με τίτλο Transcendent, η σταρ και ακτιβίστρια κοιτάζει κατάματα τα τραύματα της παιδικής της ηλικίας στην Αλαμπάμα και κρούει τον κώδωνα του κινδύνου για το πολιτικό σκοτάδι που απειλεί τις ΗΠΑ.
Στη συνέντευξή της στον The Guardian η Κοξ συνδέει το οδυνηρό παρελθόν της με τη σημερινή σκληρή πραγματικότητα, αποκαλύπτοντας μάλιστα πως η νέα συντηρητική στροφή της χώρας μετά την ανάδειξη του Ντόναλντ Τραμπ στον Λευκό Οίκο έπληξε βάναυσα την καριέρα της, εκδιώκοντάς την ουσιαστικά από τον δημόσιο χώρο.
«Όταν οι άνθρωποι έτρεχαν κατά πάνω μου στο παρελθόν, ήταν για να μου επιτεθούν» λέει για τη ζωή της πριν τη δόξα του Netflix
Τον περασμένο Απρίλιο, κατά τη διάρκεια της πρεμιέρας της νέας, εξαιρετικά αμφιλεγόμενης animated διασκευής της Φάρμας των Ζώων στην οποία δανείζει τη φωνή της, η Λαβέρν Κοξ επέλεξε να μην αναλωθεί σε κοινότυπες κινηματογραφικές αναλύσεις. Είχε πολύ πιο σοβαρά ζητήματα στο μυαλό της.
Κοιτάζοντας τις κάμερες, η ηθοποιός προχώρησε σε μια δήλωση που απέχει παρασάγγας από το συνηθισμένο, ανάλαφρο κλίμα τέτοιων εκδηλώσεων. Χρησιμοποιώντας την πλατφόρμα της η Κοξ ήταν ξεκάθαρη.
«Αν δεν ξυπνήσουμε και δεν καταλάβουμε, οι τρανς άνθρωποι θα εξολοθρευτούν», προειδοποίησε με πάθος.
«Τα δικαιώματα των ανθρώπων αφαιρούνται, άνθρωποι χάνουν τις δουλειές τους, χάνουν την υγειονομική τους περίθαλψη, άνθρωποι εξαναγκάζονται σε θεραπείες μεταστροφής στις φυλακές, η φροντίδα επιβεβαίωσης φύλου δέχεται επίθεση, όχι μόνο για τα παιδιά αλλά και για τους ενήλικες. Ποτέ δεν αφορούσε την προστασία των γυναικών – πάντα αφορούσε τη δημιουργία μιας δομής που επιτρέπει τη μετατροπή των τρανς ατόμων σε αποδιοπομπαίους τράγους, την απανθρωποποίησή μας, την αφαίρεση των δικαιωμάτων μας και τον αποκλεισμό μας από τη δημόσια ζωή» είπε.
Η ωμή, ασυμβίβαστη γλώσσα δεν είναι ξένη για την Κοξ είναι πραγματικά οικεία για την Κοξ. Έχοντας μεγαλώσει στο Μομπίλ της Αλαμπάμα τη δεκαετία του ’70, η Κοξ ένιωσε τη βία και την προκατάληψη στο πετσί της από πολύ νωρίς.
Υπέστη άγριο bullying στο σχολείο επειδή ήταν θηλυπρεπής, βίωσε λεκτική κακοποίηση από τη μητέρα της, σεξουαλική κακοποίηση στην εφηβεία και, αργότερα, τη δεκαετία του ’90, τις καθημερινές παρενοχλήσεις του δρόμου ως μαύρη τρανς γυναίκα στη Νέα Υόρκη. Έχοντας επιβιώσει από τα χειρότερα, αρνείται πλέον πεισματικά να σιωπήσει.
Η Κοξ «ξερνάει» το τραύμα στις σελίδες
Η αυτοβιογραφία της, Transcendent, είναι μια ειλικρινής ανασκαφή στα θεμέλια του πόνου που είναι και ο πυρήνας της ύπαρξης της, είναι η πηγή της ακτιβιστικής ατζέντας της.
Η Κοξ και ο δίδυμος αδελφός της, ο διακεκριμένος καλλιτέχνης M Lamar, μεγάλωσαν με μια ανύπαντρη μητέρα, τη Γκλόρια, μέλος μιας συντηρητικής εκκλησίας, η οποία κουβαλούσε τα δικά της τραύματα από έναν βίαιο πατέρα.
Παρά τη σκληρότητα, την ομοφοβία και τις τιμωρίες που υπέστησαν —που κάποτε κατέληξαν μέχρι και σε ορφανοτροφείο— η Κοξ μιλά για εκείνη με βαθιά κατανόηση.
«Αγαπώ τη μητέρα μου, και ακόμα και ο αδελφός μου την αγαπά και τη σέβεται. Μεγάλωσε μόνη της δύο παιδιά, είναι μια απίστευτη γυναίκα, αλλά υπάρχει πολύ τραύμα εκεί» γράφει. Η Κοξ πηγαίνει πίσω, στην βασανιστική ιστορία των μαύρων στις ΗΠΑ του ρατσισμού και της Κου Κλου Κλαν και συνδέει τη συμπεριφορά της μητέράς της με το σύνδρομο του μετατραυματικού σκλάβου.
Το 1983, σε ηλικία μόλις 11 ετών, η Κοξ έπεφτε για ύπνο με μια ευχή. «Κάθε νύχτα έκανα προσευχή να ξυπνήσω διαφορετική» λέει. Πριν κλείσει τα 12, επιχείρησε να αυτοκτονήσει. Η καταγραφή αυτών των αναμνήσεων ήταν μια επώδυνη διαδικασία.
«Ήταν κυριολεκτικός, σωματικός πόνος στο κορμί μου καθώς το έγραφα αυτό, προσπαθώντας να το ανασύρω. Ήταν εξαντλητικό. Ήταν σαν να ξερνούσα τον πόνο εκείνης της εποχής» λέει για τη διαδικασία της συγγραφής του βιβλίου που, όπως συμβαίνει συχνά, λειτούργησε και ως κάθαρση.
«Απελευθερώνομαι από την ντροπή που φωλιάζει στη μυστικότητα. Σκέφτεσαι: “Αν οι άνθρωποι μάθουν αυτό το πράγμα για μένα, δεν θα με αγαπούν”. “Υπάρχουν ορισμένα πράγματα που δεν πρέπει ποτέ να λες στους ανθρώπους”, αυτό μου έλεγε πάντα η μητέρα μου. Και έζησα με αυτό. Αλλά αυτό δεν λειτουργεί».
Από το μπαλέτο στα Club Kids της Νέας Υόρκης
Η διέξοδος για την Κοξ και τον αδελφό της ήρθε μέσω των τεχνών. Κέρδισε υποτροφία στη Σχολή Καλών Τεχνών της Αλαμπάμα και στη συνέχεια σπούδασε κλασικό μπαλέτο στη Νέα Υόρκη, μια εμπειρία που της δίδαξε τη σκληρή πειθαρχία και τη θυσία.
Το 1993, η Νέα Υόρκη ήταν μια ζωντανή πολιτιστική όαση. «Η Μαντόνα πήγαινε στο Sound Factory και έβρισκε τους ανθρώπους για το βίντεο κλιπ του Vogue εκεί. Όλοι παρτάρανε μαζί· υπήρχε μια περίοδος στη Νέα Υόρκη που ήθελες club kids, drag queens και τρανσέξουαλ στο πάρτι σου, αλλιώς δεν θα ήταν ένα χαρούμενο πάρτι».
Μέσα σε αυτό το περιβάλλον, η Κοξ άνθισε, μένοντας ωστόσο απόλυτα προστατευμένη από τις παγίδες της νύχτας.
Από τις απόπειρες αυτοκτονίας στα 11 της, στην εκθαμβωτική underground club σκηνή της Νέας Υόρκης των 90s η Κοξ έδωσε μάχες, και συνεχίζει
«Έδωσα μια υπόσχεση στον εαυτό μου όταν ήμουν παιδί, ότι δεν θα έκανα ποτέ ναρκωτικά. Και δεν έκανα ποτέ. Και αυτό είναι καλό, γιατί μάλλον θα ήμουν νεκρή. Δεν νομίζω ότι οι μαύροι άνθρωποι της εργατικής τάξης μπορούν να κάνουν ναρκωτικά και να πετύχουν κάτι» υπογραμμίζει.
Η Κοξ αναγνωρίζει το κόστος της μόδας. Στη συνέντευξή της αναπολεί με νοσταλγία τις εποχές πριν από τον άκρατο καπιταλισμό της μητρόπολης, πριν την κουλτούρα του Sex and the City, πριν η νυχτερινή ζωή γίνει μπίζνα εκδιώκοντας τους απένταρους αλλά δημιουργικούς καλλιτέχνες από την πόλη για να παραδοθεί σε πλουτοκράτες και funds.
Το παράδοξο της ευκαιρίας του Netflix
Η ζωή της Κοξ άλλαξε ριζικά το 2013. Ήταν 41 ετών όταν της προτάθηκε να συμμετέχει στο Orange Is the New Black, όπου υποδύθηκε τη Σοφία, την τρανς κομμώτρια των γυναικείων φυλακών.
Η σειρά κατάφερε πολλά. Έγινε μια απρόσμενη επιτυχία που έβαλε το Netflix στον παγκόσμιο χάρτη με υλικό βασισμένο στα απομνημονεύματα της Πάιπερ Κέρμαν από τη δεκαετία του ’90. Η Κοξ σχολιάζει με νόημα τις σύγχρονες πολιτικές αντιπαραθέσεις.
«Αυτό που μου φαίνεται τρελό, ιδιαίτερα στη Βρετανία, είναι ότι όλη η συζήτηση περιστρέφεται γύρω από το ότι οι τρανς γυναίκες δεν πρέπει να βρίσκονται σε φυλακές με άλλες γυναίκες. Το Orange Is the New Black βασίστηκε σε ένα memoir των 90s. Η Κέρμαν φυλακίστηκε μαζί με μια τρανς γυναίκα» λέει.
Η επιτυχία ήταν ακαριαία και σοκαριστική για την ίδια. «Δεν πίστευα ότι θα συγκινήσει κανέναν… Μετά από λίγους μήνες, έγινε τρελό το να περπατάω στον δρόμο, οπότε η ζωή μου άλλαξε πολύ. Όταν οι άνθρωποι έτρεχαν κατά πάνω μου στο παρελθόν, ήταν για να μου επιτεθούν ή να με βρίσουν».
Παρά τις τέσσερις υποψηφιότητες για Emmy, η Κοξ γρήγορα συνειδητοποίησε ότι οι ρόλοι για τρανς ηθοποιούς παρέμεναν ελάχιστοι, στρέφοντας την καριέρα της στις ομιλίες σε πανεπιστήμια και στην παρουσίαση εκδηλώσεων στο κόκκινο χαλί.
Στη «μαύρη λίστα» του Project 2025
Τα τελευταία δύο χρόνια, ωστόσο, η Λαβέρν Κοξ είδε την καριέρα της να δέχεται ένα συντριπτικό πλήγμα, χάνοντας το 90% του εισοδήματός της, καθώς τα συμβόλαια παρουσίασης και οι εταιρικές ομιλίες της ακυρώθηκαν η μία μετά την άλλη.
Η ίδια δεν έχει καμία αμφιβολία για τα αίτια αυτής της οικονομικής ασφυξίας, δείχνοντας ξεκάθαρα το νέο συντηρητικό κατεστημένο και την επίθεση της κυβέρνησης των ΗΠΑ στην τρανς κοινότητα.
«Αυτό το καθεστώς έχει απειλήσει να κόψει τη χρηματοδότηση από οποιαδήποτε κολέγια και πανεπιστήμια προωθούν την ”ιδεολογία του φύλου”, το DEI [σσ. ο όρος DEI (Diversity, Equity & Inclusion – Διαφορετικότητα, Ισότιμη πρόσβαση και Συμπερίληψη) αναφέρεται σε ένα σύνολο στρατηγικών και πρακτικών που στοχεύουν στην προώθηση της ισότητας ευκαιριών, της αναγνώρισης της διαφορετικότητας και της ουσιαστικής συμμετοχής όλων, ανεξαρτήτως φύλου, φυλής, σεξουαλικού προσανατολισμού, θρησκείας, αναπηρίας ή άλλης ταυτότητας]. Αυτή είναι η πραγματικότητα σήμερα» λέει.
Η Κοξ αποκαλύπτει πως έχασε το 90% του εισοδήματός της λόγω των κυβερνητικών πιέσεων κατά της τρανς κοινότητας
«Δεν παραπονιέμαι – είμαι πολύ ευλογημένη. Νομίζω ότι το σημαντικό που πρέπει να σημειωθεί είναι ότι αν το εισόδημα της Λαβέρν Κοξ έχει μειωθεί σημαντικά, τι γίνεται με όλους τους άλλους τρανς ανθρώπους που δεν είναι τόσο προνομιούχοι και ευλογημένοι όσο εγώ; Υπάρχουν υλικές συνέπειες για αυτού του είδους τις διακρίσεις και τη στοχοποίηση».
Σύμφωνα με την Κοξ, αυτή η στρατηγική ήταν απολύτως ξεκάθαρη στο Project 2025, το ακροδεξιό προσχέδιο της Heritage Foundation που εφαρμόζεται μετά τη νίκη του MAGA, το οποίο προέβλεπε την ολοκληρωτική διαγραφή λέξεων όπως «γένος», «έμφυλη ταυτότητα», «ΛΟΑΤΚΙ+» και «DEI» από κάθε κρατικό έγγραφο και νομοθεσία.
Η ηθοποιός κλείνει με μια ανατριχιαστική ιστορική υπενθύμιση, παρομοιάζοντας τη σημερινή εποχή με τη Γερμανία του 1933, όταν οι Ναζί άρχισαν να καίνε βιβλία, με τις έρευνες του Μάγκνους Χίρσφελντ για τα τρανς και γκέι άτομα να είναι από τις πρώτες που παραδόθηκαν στις φλόγες.
«Βρισκόμαστε σε μια πολύ παρόμοια στιγμή με τη Γερμανία εκείνης της εποχής», καταλήγει, αφήνοντας το βιβλίο της ως ένα μνημείο αντίστασης απέναντι στη λήθη και τον εκφασισμό.
Η αυτοβιογραφία της Κοξ, Transcendent: A Memoir, κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Merky Books (£20) στις 25 Ιουνίου.