Οι συγκλονιστικοί ισχυρισμοί της Μάρθα Μίτσελ για μια βίαιη απαγωγή και μια «βρώμικη υπόθεση», αναφερόμενη στο Watergate, είχαν θεωρηθεί παραληρητικοί και είχαν γίνει αντικείμενο χλευασμού –μέχρι που αποδείχθηκαν αληθινοί.

Η Μίτσελ ήταν μια ξεχωριστή προσωπικότητα και σε αυτό συμφωνούσαν όλοι. Γεννημένη στο Πάιν Μπλαφ του Αρκάνσας το 1918, αναδείχθηκε σε εκκεντρική και «χαρισματική» προσωπικότητα της υψηλής κοινωνίας της Ουάσιγκτον μετά τον διορισμό του δεύτερου συζύγου της, Τζον Μίτσελ, στην κυβέρνηση Νίξον.

«Το Στόμα του Νότου»

Της άρεσε το ποτό και, μερικές φορές, της άρεσε να ακολουθεί αυτά τα ποτά με κουτσομπολίστικες τηλεφωνικές κλήσεις αργά τη νύχτα προς δημοσιογράφους.

Η ακραία προσωπικότητα και η παρουσία της τής χάρισαν το παρατσούκλι «η Άλλη Μάρθα της Ουάσινγκτον». Η ειλικρίνειά της τής χάρισε το παρατσούκλι «το Στόμα του Νότου».

Όμως το 1972, καθώς ο σύζυγός της είχε εμπλακεί στο σκάνδαλο του Watergate και η ίδια είχε καταστεί, σύμφωνα με τα λόγια των δημοσιογράφων Μπομπ Γούντγουορντ και Καρλ Μπέρνστιν, «ο χορός της ελληνικής αρχαίας τραγωδίας, που εξέφραζε τις προειδοποιήσεις της σε όσους ήθελαν να την ακούσουν», οι εκκεντρικότητες της Μάρθας στράφηκαν εναντίον της.

Photo: Wikimedia Commons

Αστυνομικό μυθιστόρημα

Την αποδοκίμασαν ως μπεκρού, φαντασιόπληκτη και αυτοαναφορική, ακόμη και όταν η γενική αλήθεια των ισχυρισμών της για μια «βρώμικη υπόθεση» έγινε σαφής.

Οι πιο συγκεκριμένες και φρικιαστικές κατηγορίες της, για βίαιη απαγωγή από συνεργάτες του Νίξον, για κράτηση ως όμηρο και για χορήγηση ναρκωτικών, ενίσχυσαν την εικόνα της ως φαινομενικά αναξιόπιστης μάρτυρος.

«Όλο αυτό είναι απίστευτο» παραδέχτηκε στον Ντέιβιντ Φροστ σε τηλεοπτική συνέντευξη που έδωσε στη BBC τον Σεπτέμβριο του 1974. «Είναι σαν να διαβάζεις ένα μυθιστόρημα του Τζέιμς Μποντ. Δεν μπορείς να το πιστέψεις. Δεν μπορώ να πιστέψω τι μου συνέβη».

«Το φαινόμενο Μάρθα Μίτσελ»

Χρόνια μετά τον θάνατό της, ο ψυχολόγος του Χάρβαρντ, Μπρένταν Μάχερ χρησιμοποίησε το όνομά της για να περιγράψει ένα ψυχολογικό φαινόμενο: το «φαινόμενο της Μάρθα Μίτσελ», σύμφωνα με το οποίο οι παράξενες αλλά πραγματικές εμπειρίες ενός ασθενούς διαγιγνώσκονται εσφαλμένα ως παραληρητικές ιδέες.

Ωστόσο, μόλις πρόσφατα άρχισε να αναγνωρίζεται όπως πρέπει η σημασία των παρεμβάσεών της στην υπόθεση Watergate, όσο ακανόνιστες και ιδιοτελείς κι αν ήταν μερικές φορές.

Η ακραία προσωπικότητα και η παρουσία της τής χάρισαν το παρατσούκλι «η Άλλη Μάρθα της Ουάσινγκτον». Η ειλικρίνειά της τής χάρισε το παρατσούκλι «το Στόμα του Νότου»

Watergate

Μάρθα Μίτσελ και Τρούμαν Καπότε / Wikimedia Commons

Πριν τη συγκάλυψη

Το 1977, ο Ρίτσαρντ Νίξον είχε πει στον Ντέιβιντ Φροστ ότι «αν δεν ήταν η Μάρθα Μίτσελ, δεν θα υπήρχε Watergate».

Εννοούσε ότι η απρόβλεπτη συμπεριφορά της είχε κάνει τον στενό του σύμμαχο, Τζον Μίτσελ, να αποπροσανατολιστεί.

Στην πραγματικότητα, η Μάρθα Μίτσελ έφτασε κοντά στο να αποκαλύψει ολόκληρη την εγκληματική επιχείρηση πριν καν ξεκινήσει η συγκάλυψη.

Η μικρή Μάρθα

Η Μάρθα Μπιλ μεγάλωσε σε μια μικρή πόλη, ως μοναδικό παιδί εύπορων γονιών. Κάποτε φιλοδοξούσε να γίνει ηθοποιός και ήταν γνωστή ως ομιλητική και πεισματάρα. Σπούδασε στο Πανεπιστήμιο του Αρκάνσας και αργότερα στο Πανεπιστήμιο του Μαϊάμι.

Μετά την αποφοίτησή της, και αφού εργάστηκε για σύντομο διάστημα ως δασκάλα, βρήκε δουλειά ως ρεσεψιονίστ του στρατηγού του Οπλοστασίου του Πάιν Μπλαφ, μετατέθηκε μαζί του στην Ουάσιγκτον και εκεί γνώρισε και παντρεύτηκε έναν λοχαγό του Στρατού.

Μετά την αποστράτευση του συζύγου της Μάρθα, το ζευγάρι μετακόμισε στη Νέα Υόρκη, όπου τελικά χώρισαν μετά από 11 χρόνια γάμου. Λίγους μήνες αργότερα, η Μάρθα παντρεύτηκε ξανά, αυτή τη φορά με τον πλούσιο δικηγόρο του Μανχάταν, Τζον Μίτσελ.

Και 11 χρόνια αργότερα βρέθηκε ξανά στην Ουάσινγκτον, ως κάτοικος του αριστοκρατικού συγκροτήματος διαμερισμάτων Watergate, ως σύζυγος του Γενικού Εισαγγελέα των Ηνωμένων Πολιτειών.

Το 1971, τηλεφώνησε στον δημοσιογράφο της Washington Post Μπομπ Γούντγουορντ, αφού αυτός την είχε κατονομάσει ως μία από τις κατοίκους του Watergate που είχαν διαμαρτυρηθεί για τη ρύπανση από ένα εργοστάσιο παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας το οποίο, όπως αποδείχθηκε, τροφοδοτούσε απευθείας τον Λευκό Οίκο

YouTube video player

Ένα δραματικό τηλεφώνημα

Στην Ουάσινγκτον, η Μάρθα καθιερώθηκε ως κοινωνική και ενθουσιώδης θαμώνας των πάρτι με ξεχωριστό στυλ, «η πιο πολύχρωμη» από τις συζύγους του υπουργικού συμβουλίου του Νίξον, σύμφωνα με ένα ρεπορτάζ της «New York Times».

Σύντομα έγινε γνωστή και ως η πιο ειλικρινής και αδιάκριτη, δηλώνοντας σε έναν τηλεοπτικό δημοσιογράφο τον Νοέμβριο του 1969 ότι οι διαδηλώσεις κατά του πολέμου στο Βιετνάμ θύμιζαν στον σύζυγό της τη Ρωσική Επανάσταση, κερδίζοντας έτσι εθνική φήμη.

Περίπου την ίδια περίοδο, προκάλεσε τοπική αναταραχή πραγματοποιώντας μια σειρά τηλεφωνημάτων σε συζύγους και μέλη του προσωπικού γερουσιαστών στην Ουάσινγκτον, ασκώντας έντονη πίεση (κάποιοι είπαν ότι τις απείλησε) ώστε να ασκήσουν την επιρροή τους υπέρ ενός από τους αγαπημένους υποψηφίους του συζύγου της για το Ανώτατο Δικαστήριο, του δικαστή Κλέμεντ Χέινσγουορθ, ο οποίος ήταν υπέρ του διαχωρισμού και κατά των εργατικών δικαιωμάτων.

Κολλημένη στο τηλέφωνο

Το τηλέφωνο συνέχισε να αποτελεί το αγαπημένο όπλο της Μάρθας. Τον Απρίλιο του 1970, πραγματοποίησε μια σειρά τηλεφωνημάτων αργά το βράδυ στην «Arkansas Gazette», προτρέποντάς τους να «σταυρώσουν» τον τοπικό γερουσιαστή Τζ. Γουίλιαμ Φούλμπραϊτ επειδή αντιτάχθηκε σε έναν άλλο υποψήφιο για το Ανώτατο Δικαστήριο που υποστήριζε τον φυλετικό διαχωρισμό, τον Γ. Χάρολντ Κάρσγουελ.

Από αριστερά προς τα δεξιά: Τζον Μίτσελ, Ρίτσαρντ Μ. Νίξον, Τζ. Έντγκαρ Χούβερ, Τζον Ντ. Έρλιχμαν / Public Domain

«… στα απόβλητα κανενός»

Το 1971, τηλεφώνησε στον δημοσιογράφο της Washington Post Μπομπ Γούντγουορντ, αφού αυτός την είχε κατονομάσει ως μία από τις κατοίκους του Watergate που είχαν διαμαρτυρηθεί για τη ρύπανση από ένα εργοστάσιο παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας το οποίο, όπως αποδείχθηκε, τροφοδοτούσε απευθείας τον Λευκό Οίκο.

«Γλυκέ μου» την παραθέτει να λέει. «Δε με νοιάζει αν ο Τζον και ο κύριος Πρόεδρος πρέπει να δουλεύουν υπό το φως των κεριών… έμαθα αρκετά πίσω στο Πάιν Μπλαφ του Αρκάνσας για να ξέρω ότι οι άνθρωποι δεν πρέπει να εκτίθενται στα απόβλητα κανενός».

Υποκλοπή

Το πιο δραματικό και σημαντικό τηλεφώνημα της Μάρθας έγινε στις 22 Ιουνίου 1972. Νωρίτερα εκείνη τη χρονιά, ο Τζον Μίτσελ είχε παραιτηθεί από τη θέση του Γενικού Εισαγγελέα για να αναλάβει την ηγεσία της Επιτροπής για την Επανεκλογή του Προέδρου (CRP, ή, όπως ήταν ευρέως γνωστή, «Creep»).

Ο ρόλος του περιλάμβανε τη διανομή ενός μυστικού ταμείου για τη χρηματοδότηση δράσεων σαμποτάζ και συλλογής πληροφοριών εναντίον των πολιτικών αντιπάλων του Νίξον.

Στις 17 Ιουνίου, πέντε άνδρες συνελήφθησαν ενώ εισέβαλαν στα γραφεία της Εθνικής Επιτροπής των Δημοκρατικών στο συγκρότημα Watergate, φέρνοντας ηλεκτρονικό εξοπλισμό υποκλοπής.

Η Μάρθα πρόλαβε να πει στην Τόμας ότι «είχε βαρεθεί όλη αυτή την υπόθεση του Νίξον» πριν η κλήση διακοπεί απότομα. Αυτό που είχε συμβεί, όπως εξήγησε αργότερα η Μάρθα στον Ντέιβιντ Φροστ, ήταν ότι ο πράκτορας του FBI, Στιβ Κινγκ, είχε «τραβήξει απότομα το καλώδιο του τηλεφώνου από τον τοίχο»

Μην το μάθει η Μάρθα

Ο Τζον και η Μάρθα Μίτσελ βρίσκονταν στην Καλιφόρνια για εκδηλώσεις συγκέντρωσης χρημάτων τη στιγμή των συλλήψεων. Συνειδητοποιώντας ότι εκείνη θα συνέδεε εύκολα τη διάρρηξη με τον ίδιο και την προεκλογική εκστρατεία (ένας από τους συλληφθέντες, ο υπάλληλος της Creep, Τζέιμς Μακόρντ, είχε προηγουμένως τοποθετηθεί ως προσωπικός φρουρός της), ο Τζον προσπάθησε να κρύψει τα νέα από τη Μάρθα.

Καθώς ετοιμαζόταν να επιστρέψει στην Ουάσινγκτον για να ξεκινήσει μια επιχείρηση συγκάλυψης, της πρότεινε να παραμείνει στο ξενοδοχείο τους για να ξεκουραστεί και έδωσε εντολή στην ομάδα του «Creep», συμπεριλαμβανομένου του βοηθού ασφαλείας Στιβ Κινγκ, να διασφαλίσουν ότι δεν θα έβλεπε καμία εφημερίδα.

Λίγες μέρες αργότερα, ωστόσο, η Μάρθα κατάφερε να βρει ένα αντίτυπο των «Los Angeles Times» και τηλεφώνησε σε μια φίλη της δημοσιογράφο, την Έλεν Τόμας της εφημερίδας United Press International, για να συζητήσουν αυτά που είχε μάθει.

Αιχμάλωτη στο δωμάτιό της

Η Μάρθα πρόλαβε να πει στην Τόμας ότι «είχε βαρεθεί όλη αυτή την υπόθεση του Νίξον» πριν η κλήση διακοπεί απότομα. Αυτό που είχε συμβεί, όπως εξήγησε αργότερα η Μάρθα στον Ντέιβιντ Φροστ, ήταν ότι ο πράκτορας του FBI, Στιβ Κινγκ, είχε «τραβήξει απότομα το καλώδιο του τηλεφώνου από τον τοίχο».

Στη συνέχεια, κρατήθηκε αιχμάλωτη στο δωμάτιό της στο ξενοδοχείο για αρκετές ημέρες, «χωρίς φαγητό ή οτιδήποτε άλλο». Σε κάποιο σημείο, προσπάθησε να δραπετεύσει από ένα παράθυρο και η πάλη που ακολούθησε είχε ως αποτέλεσμα να χρειαστεί ράμματα λόγω των θραυσμάτων γυαλιού.

Στη συνέχεια, την κράτησαν ακινητοποιημένη και της έκαναν βίαια ένεση με ηρεμιστικό. Όταν τελικά της επέτρεψαν να φύγει από το ξενοδοχείο, η Μάρθα τηλεφώνησε ξανά στην Τόμας, κάνοντας παράπονα ότι οι απαγωγείς της την είχαν αφήσει «γεμάτη μώλωπες» και δηλώνοντας: «Δεν θα ανεχτώ αυτή τη βρώμικη υπόθεση».

Το τρέιλερ του Gaslit με την Τζούλια Ρόμπερτς ως Μάρθα Μίτσελ

YouTube video player

Οι καταγγελίες

«Όταν επέστρεψα στη Νέα Υόρκη, είχα και τα δύο χέρια μου με επιδέσμους» είπε στον Φροστ το 1974. «Και αυτό ήταν το μεγαλύτερο λάθος μου, γιατί αν είχα εμφανιστεί μπροστά στον Τύπο εκείνη τη συγκεκριμένη στιγμή, θα είχαν μάθει τι μου είχε συμβεί».

Όπως και να ‘χει, οι καταγγελίες της Μάρθα (που τελικά επιβεβαιώθηκαν από τον Τζέιμς Μακόρντ το 1975, μετά την καταδίκη του για τη διάρρηξη στο Watergate) περιορίστηκαν στις εσωτερικές σελίδες των εθνικών εφημερίδων.

Το πρώτο της τηλεφώνημα στην Έλεν Τόμας έφτασε στη σελίδα 12 των New York Times, ενώ το δεύτερο αναφέρθηκε μόνο στη σελίδα 25.

Ασαφής και με υπεκφυγές

Άλλοι, όπως η εφημερίδα New York Daily News, αντιμετώπισαν την υπόθεση περισσότερο ως αστείο θέμα για τις στήλες κουτσομπολιού παρά ως σημαντικό στοιχείο ενός σκανδάλου που θα μπορούσε τελικά να ανατρέψει την κυβέρνηση.

Μεταγενέστερα δημοσιεύματα ανέφεραν ανώνυμες πηγές των Ρεπουμπλικάνων που εξέφραζαν ανησυχία για την κατανάλωση αλκοόλ της Μάρθα και την προφανώς επιδεινούμενη ψυχική της υγεία.

Τον Σεπτέμβριο, ο Μπομπ Γούντγουορντ την επισκέφθηκε στη Νέα Υόρκη, όπου είχαν μετακομίσει η ίδια και ο Τζον μετά την παραίτησή του από το «Creep».

Την βρήκε ομιλητική και γοητευτική όπως πάντα, αλλά ασαφή και με υπεκφυγές όταν η συζήτηση στράφηκε στο Watergate. Κατέληξε στο συμπέρασμα ότι το ταξίδι του ήταν άσκοπο (αν και εκείνη προέβλεψε σωστά ότι ο Νίξον θα κέρδιζε με τη «μεγαλύτερη συντριπτική πλειοψηφία στην ιστορία της χώρας» στις επικείμενες εκλογές).

Στο βιβλίο «Όλοι οι άνδρες του Προέδρου», οι Γούντγουορντ και Μπερνστάιν παραθέτουν τα λόγια του πιο διάσημου πληροφοριοδότη τους, του «Deep Throat» (Βαθύ Λαρύγγι), ο οποίος είπε ότι η Μάρθα «δεν ξέρει τίποτα, προφανώς, αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι δεν θα μιλήσει»

Μια περίπλοκη πληροφοριοδότρια

Η Μάρθα Μίτσελ ήταν μια πολύπλοκη πληροφοριοδότρια στην υπόθεση του Watergate. Η αρθρογράφος της Washington Post, Κάθριν Γουίντον Έβανς συνόψισε την αντιφατική κληρονομιά της το 1979: «Πάντα δυσκολευόμουν να αποφασίσω αν η Μάρθα Μίτσελ ήταν μια θαρραλέα, έξυπνη κυρία που διέκρινε την αλήθεια για τον Ρίτσαρντ Νίξον νωρίτερα από πολλούς άλλους -ή απλώς ένας αφόρητος, αναξιόπιστος, αυτοκαταστροφικός μπελάς».

Το αρχικό της κίνητρο φαινόταν να είναι η απομάκρυνση του συζύγου της από τη συνωμοσία. Ωστόσο, παρά την επιμονή της απέναντι στον Ντέιβιντ Φροστ ότι «πιστεύω ότι ο κ. Νίξον το ήξερε από την αρχή. Θα ήμουν σχεδόν πρόθυμη να στοιχηματίσω τη ζωή μου ότι το σχεδίασε», δεν είναι σαφές τι είδους εσωτερική πληροφόρηση -αν είχε καθόλου-, κατείχε σχετικά με τη διάρρηξη και την απόκρυψή της.

Δεν ξέρει τίποτα, αλλά θα μιλήσει

Στο βιβλίο «Όλοι οι άνδρες του Προέδρου», οι Γούντγουορντ και Μπερνστάιν παραθέτουν τα λόγια του πιο διάσημου πληροφοριοδότη τους, του «Deep Throat» (Βαθύ Λαρύγγι), ο οποίος είπε ότι η Μάρθα «δεν ξέρει τίποτα, προφανώς, αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι δεν θα μιλήσει».

Πενήντα χρόνια αργότερα, ο Μπομπ Γούντγουορντ αποκάλυψε ότι, καθώς ο γάμος της Μάρθα άρχιζε να καταρρέει στις αρχές του 1974, είχε δώσει στους δημοσιογράφους πρόσβαση στα προσωπικά έγγραφα του Τζον Μίτσελ, λέγοντας: «Ελπίζω να πιάσετε τον μπάσταρδο».

Η φυλάκισή της

Το περιεχόμενο του γραφείου του Τζον στο σπίτι του αποτέλεσε θέμα τουλάχιστον μιας πρωτοσέλιδης δημοσίευσης στη μακροχρόνια έρευνα της Washington Post για το σκάνδαλο Watergate (μια επιστολή του 1971 από τον στενό φίλο του Νίξον, Έλμερ Μπόμπστ, στην οποία προσφερόταν δωρεά 100.000 δολαρίων σε αντάλλαγμα για ευνοϊκή μεταχείριση από την Ομοσπονδιακή Επιτροπή Εμπορίου).

Ωστόσο, ανεξάρτητα από τις άλλες πληροφορίες που θα μπορούσε να είχε προσφέρει αν την είχαν πάρει πιο σοβαρά, η ίδια η φυλάκιση της Μάρθα τον Ιούνιο του 1972 θα έπρεπε να είχε δείξει ότι οι άνθρωποι γύρω από τον Ρίτσαρντ Νίξον είχαν κάτι να κρύψουν και ήταν πρόθυμοι να φτάσουν σε ακραία μέτρα για να το κάνουν.

«Η Μάρθα είχε δίκιο»

Ο Νίξον τελικά παραιτήθηκε τον Αύγουστο του 1974. Λίγες εβδομάδες αργότερα, η Μάρθα Μίτσελ είπε στον Ντέιβιντ Φροστ: «Έχω χάσει την εμπιστοσύνη μου στην ανθρώπινη φύση… Αγάπησα έναν άνδρα με όλη μου την καρδιά, και ξαφνικά όλα αποδείχθηκαν ψέματα».

Ο Τζον Μίτσελ καταδικάστηκε για συνωμοσία, παρεμπόδιση της δικαιοσύνης και ψευδορκία τον Ιανουάριο του 1975.

Την ίδια χρονιά, η Μάρθα αρρώστησε από πολλαπλό μυέλωμα. Πέθανε έναν χρόνο αργότερα. Στην κηδεία της, στο Πάιν Μπλαφ, ανάμεσα στα λουλούδια που έστειλαν φίλοι και υποστηρικτές, υπήρχε μια ανθοσύνθεση που σχημάτιζε ένα μήνυμα ύψους 16 εκ. με λευκά χρυσάνθεμα. Έγραφε: «Η Μάρθα είχε δίκιο».

*Με στοιχεία από bbc.com | Αρχική Φωτό: Η Τζούλι Νίξον Άιζενχάουερ και η Μάρθα Μίτσελ – Wikimedia Commons