«Διάλεξε τη ζωή. Διάλεξε μια δουλειά. Διάλεξε μια καριέρα. Διάλεξε μια οικογένεια. Διάλεξε μια γαμημέν@ τεράστια τηλεόραση, διάλεξε πλυντήρια, αυτοκίνητα, CD players και ηλεκτρικά ανοιχτήρια για τις κονσέρβες. Διάλεξε καλή υγεία, χαμηλή χοληστερόλη και οδοντιατρική ασφάλιση. Διάλεξε δόσεις στεγαστικού δανείου με σταθερό επιτόκιο. Διάλεξε μια πρώτη κατοικία. Διάλεξε τους φίλους σου. Διάλεξε ρούχα για τον ελεύθερο χρόνο σου και ταιριαστές βαλίτσες. Διάλεξε ένα τριθέσιο καναπέ με δόσεις. Διάλεξε το DIY και το να αναρωτιέσαι ποιος στο διάολο είσαι τις Κυριακές το πρωί. Διάλεξε να κάθεσαι σε αυτόν τον καναπέ παρακολουθώντας τηλεπαιχνίδια που σου σκοτώνουν το μυαλό και σου συνθλίβουν το πνεύμα, ενώ χώνεις το γαμημέν@ πρόχειρο φαγητό στο στόμα σου. Διάλεξε να σαπίζεις στο τέλος όλων αυτών, να πεθάνεις σε ένα άθλιο σπίτι, τίποτα περισσότερο από μια ντροπή για τα εγωιστικά, γαμημέν@ παλιόπαιδα που γέννησες για να αντικαταστήσουν τον εαυτό σου. Διάλεξε το μέλλον σου. Διάλεξε τη ζωή… Αλλά γιατί να θέλω να κάνω κάτι τέτοιο; Επέλεξα να μην διαλέξω τη ζωή. Επέλεξα κάτι άλλο. Και οι λόγοι; Δεν υπάρχουν λόγοι. Ποιος χρειάζεται λόγους όταν έχεις ηρωίνη;» μονολογεί ο Μαρκ Ρεντόν στο «Trainspotting», ενώ τον βλέπουμε να τρέχει στους δρόμους του Εδιμβούργου και να τριγυρνά με τους εξίσου περιθωριακούς φίλους του (προσοχή, αυτό το επίθετο δεν αποτελεί προσβολή, γιατί όπως μας έμαθε και ο Ακίρα Κουροσάβα, σε έναν τρελό κόσμο, μόνο οι τρελοί είναι λογικοί).
Το «Trainspotting» σε σκηνοθεσία του Ντάνι Μπόιλ, κυκλοφόρησε το μακρινό 1996 και μέχρι και σήμερα, η αντικανονικότητα που το διέπει γοητεύει μια νέα γενιά θεατών, που δεν είχε καν γεννηθεί όταν έκανε πρεμιέρα στους κινηματογράφους.
Για να σας είμαι ειλικρινής, οι περισσότεροι που την ανακαλύψαμε δεκαετίες αργότερα, δεν θυμόμαστε πώς καταλήξαμε να αράζουμε στον καναπέ μας και να βλέπουμε τον Ρεντόν σε βρώμικες τουαλέτες και εγκαταλελειμμένα σπίτια, να βουλιάζει στην παράνοια και τον εθισμό.
Φωτογραφία: IMDb
Ίσως να φταίει το γεγονός ότι ακούσαμε το «Acidtape», ίσως να μας την πρότεινε κάποιος φίλος που ψαχνόταν με ταινίες που αποφεύγει η τηλεόραση. Ποιος ξέρει.
Ένα όμως μπορώ να επιβεβαιώσω: ο Γιούαν ΜακΓκρέγκορ στον ρόλο του Ρεντόν έδωσε μια ερμηνεία, σχεδόν, ανοσοκατασταλτική, η οποία άλλαξε και τη δική του τη ζωή και τη δική μας.
Ότι δίνεις, παίρνεις, που λέμε.
Για να πάρουμε τα πράγματα από την αρχή
Το πώς επηρέασε τον κάθε θεατή το «Trainspotting» το ξέρει ο ίδιος. Τώρα, ήρθε η ώρα να μάθουμε πώς κύλησε η ζωή του Γιούαν ΜακΓκρέγκορ μετά την κυκλοφορία του και τι έχει να πει από την πλευρά του για το φαινόμενο που δημιούργησε.
Σε συνέντευξή του στο περιοδικό People εν όψει της νέας κυκλοφορίας της ταινίας σε 4K, προς τιμήν της 30ής επετείου, ο ΜακΓκρέγκορ αποκαλύπτει ότι ξαναείδε το έργο «πριν από λίγο καιρό».
«Πήγα και την είδα στην μεγάλη οθόνη. Είχα να την δω πάρα πολλά χρόνια. Έστειλα μήνυμα στον Ντάνι [Μπόιλ] μετά την προβολή, με τον οποίο δεν μιλάμε συνέχεια, και του έγραψα απλώς για να του πω πόσο καταπληκτική ήταν».
»Πολλά πράγματα που θα είχα κάνει πριν από 30, 25 ή 20 χρόνια, μπορεί να θεωρούνται ξεπερασμένα, ή αυτό που θεωρούνταν εκείνη την εποχή σχετικό, τώρα μπορεί να μην είναι[…]αλλά προσωπικά, το Trainspotting μου φάνηκε ακριβώς το ίδιο. Δεν έχει χάσει τη ζωντάνια του».
Φωτογραφία: IMDb
»Νομίζω ότι οι χαρακτήρες είναι καταπληκτικοί και όλα τα στοιχεία [της ταινίας] ταιριάζουν άψογα μεταξύ τους: η μουσική, οι διάλογοι, το καστ, τα πλάνα του [Μπράιαν] Τουφάνο. Ο Ντάνι είναι καλλιτέχνης. Προσέγγισε το έργο με έναν τρόπο που έχει σχεδόν χαθεί, αφήνοντας ους ηθοποιούς να εξερευνήσουν μια σκηνή, να την νιώσουν και μετά να αποφασίσει πώς θα την γυρίσει».
Στην ταινία, η οποία βασίζεται στο ομώνυμο βιβλίο του Ίρβιν Γουέλς, πρωταγωνιστούν οι ΜακΓκρέγκορ, Έουεν Μπρέμνερ, Τζόνι Λι Μίλερ, Κέβιν ΜακΚιντ, Ρόμπερτ Κάρλαϊλ και Κέλι ΜακΚντόναλντ.
Η εποχή
Δεν είναι τυχαίο το γεγονός, ότι το «Trainspotting» βρήκε πιστούς σε κάθε γωνιά του κόσμου, κατά τη διάρκεια μιας δεκαετίας που η βρετανική κουλτούρα ήταν ένα βήμα μπροστά: η δημοτικότητα των Oasis, των Blur, των Pulp και των The Verve βρισκόταν στο ζενίθ της.
«Ήταν μια πολύ σημαντική στιγμή για τη Βρετανία. Το ωραίο ήταν ότι γνώρισε διεθνή επιτυχία. Δεν την φτιάξαμε για να ικανοποιήσουμε την Αμερική. Την φτιάξαμε ως βρετανική ταινία και, στην πραγματικότητα, ως σκωτσέζικη. Δεν αποφύγαμε την προφορά, τη βία, τους χαρακτήρες, το χιούμορ που είναι τόσο σκωτσέζικο, τόσο βρετανικό — πραγματικά τόσο σκωτσέζικο».
«Εγώ και ο Τζόνι Μίλερ ζούσαμε μαζί με τον Τζούντ Λο εκείνη την εποχή. Βγαίναμε έξω σαν να ήμασταν οι Rolling Stones ή κάτι τέτοιο. Μπαίναμε στα κλαμπ και ήταν σαν να ήμασταν μπάντα· ο κόσμος τρελαινόταν», λέει.
«Ήταν υπέροχο. Μετά χρειάστηκε να περάσουν πολλά χρόνια για να αποδεχτώ το γεγονός ότι όταν με πλησιάζουν άνθρωποι και με φωνάζουν Rent Boy, ή Rents, ή… Μου αρέσει γιατί ξέρω ότι ήταν κομμάτι εκείνης της εποχής».