Υπάρχει ένα συλλογικό συναίσθημα που πλανάται πάνω από την καθημερινότητά μας, ένα βάρος που δεν φαίνεται αλλά γίνεται αισθητό σε κάθε μας βήμα. Δεν είναι ο οξύς, διαπεραστικός φόβος της πρώτης στιγμής μπροστά σε μια καταστροφή.

Είναι κάτι πιο ύπουλο, πιο βαθύ και μόνιμο: μια ανυπέρβλητη, σιωπηλή εξάντληση. Είναι η κόπωση του να ξυπνάς κάθε μέρα περιμένοντας, σχεδόν μοιρολατρικά, την επόμενη κακή είδηση. Ζούμε πλέον στην εποχή της «πολυκρίσης», όπου το έκτακτο έχει μεταμφιεστεί σε κανονικότητα και το μυαλό μας έχει τεθεί σε μια διαρκή, εξαντλητική λειτουργία συναγερμού.

Από το αρχικό σοκ στην παθητική αποδοχή

Αν κοιτάξουμε λίγα χρόνια πίσω, μπορούμε να θυμηθούμε τη σφοδρότητα με την οποία αντιδρούσαμε στα παγκόσμια γεγονότα. Το ξέσπασμα του πολέμου στην Ουκρανία -ένα γεγονός που άλλαξε βίαια τον ρου της σύγχρονης ευρωπαϊκής ιστορίας και γέννησε τεράστιες συζητήσεις και αγωνίες- μας πάγωσε.

Παρακολουθούσαμε τις εξελίξεις με κομμένη την ανάσα, προσπαθώντας να κατανοήσουμε τις γεωπολιτικές ανακατατάξεις και τον άμεσο κίνδυνο.

Σήμερα, ωστόσο, οι σειρήνες του πολέμου, οι εικόνες καταστροφής και οι ατελείωτες αναφορές σε κρίσεις παίζουν συχνά στο φόντο, σαν ένας διαρκής, ενοχλητικός θόρυβος, ενώ εμείς απλώς συνεχίζουμε τη ρουτίνα μας. Αυτή η συναισθηματική απονέκρωση δεν είναι δείγμα απανθρωπιάς. Είναι ο βασικός μηχανισμός άμυνας ενός νευρικού συστήματος που έχει υπερφορτωθεί.

Όταν οι κρίσεις διαδέχονται η μία την άλλη χωρίς διάλειμμα για ανάσα, ο ανθρώπινος εγκέφαλος αδυνατεί να διατηρήσει τα ίδια επίπεδα ενσυναίσθησης και εγρήγορσης. Προσαρμόζεται, μειώνοντας την ένταση της αντίδρασης για να επιβιώσει.

Το αποτέλεσμα, όμως, είναι μια κοινωνία που έχει μετατραπεί σε απλό θεατή της ίδιας της της φθοράς, έχοντας χάσει την ικανότητα να εκπλήσσεται.

Ο πόλεμος της καθημερινότητας

Και ενώ οι μεγάλες, μακροοικονομικές και γεωπολιτικές κρίσεις λειτουργούν ως μόνιμες σκιές, υπάρχει μια άλλη, πιο πιεστική πραγματικότητα που ρουφάει την ενέργειά μας σταγόνα-σταγόνα: η ακρίβεια και η αγωνία της επιβίωσης.

Είναι εξαιρετικά δύσκολο να αναλύσεις σε βάθος το μέλλον της ανθρωπότητας όταν ο πραγματικός σου εφιάλτης βρίσκεται στις τιμές των ραφιών του συνοικιακού σούπερ μάρκετ.

Ο πολίτης σήμερα καλείται να διαχειριστεί τον πληθωρισμό, λογαριασμούς που δημιουργούν ίλιγγο και την πίεση της στέγασης, την ώρα που το εισόδημα δεν ακολουθεί τους ίδιους ρυθμούς. Αυτή η διαρκής οικονομική ανασφάλεια δεν δημιουργεί απλώς άγχος· φθείρει τον πυρήνα της δημιουργικότητας.

Οδηγεί σε αυτό που θα μπορούσαμε να ονομάσουμε «burnout της επιβίωσης». Η καθημερινότητα δεν είναι πλέον ένας χώρος δημιουργίας και εξέλιξης, αλλά ένα πεδίο όπου η μόνη νίκη είναι να καταφέρεις να βγάλεις τον μήνα χωρίς να καταρρεύσεις ψυχολογικά.

Η ανάγκη για πραγματική αποσύνδεση

Μέσα σε όλο αυτό το χαοτικό τοπίο, οι άνθρωποι προσπαθούν να χτίσουν θύλακες κανονικότητας. Συνεχίζουμε να πηγαίνουμε στις δουλειές μας, να κανονίζουμε εξόδους, να χαμογελάμε. Όμως, κάτω από την επιφάνεια, το σκοτάδι και η κούραση είναι εκεί. Τη βλέπεις στα βλέμματα των ανθρώπων στα ΜΜΜ, στην αδυναμία συγκέντρωσης, στην τάση για απομόνωση.

Η ανάγκη για πραγματική αποσύνδεση γίνεται πιο επιτακτική από ποτέ. Μιλάμε για την αναζήτηση ουσιαστικών καταφυγίων, χώρων όπου οι αυστηροί κανόνες της κοινωνίας καταρρέουν.

Κάποιοι βρίσκουν αυτή τη γαλήνη σε μια διαδρομή στη φύση, σε μια σιωπηλή στιγμή δίπλα σε μια λίμνη μακριά από τη βοή, ή σε κλειστές, βαθιές συζητήσεις -ακόμα και πίσω από μια οθόνη- όπου τα φίλτρα πέφτουν, τα κοινωνικά πρωτόκολλα σπάνε και οι πραγματικοί φόβοι μπορούν να ομολογηθούν ελεύθερα.

Σε αυτές τις αυθεντικές, ενίοτε σκοτεινές αλλά απόλυτα ειλικρινείς στιγμές, ψάχνουμε να βρούμε ξανά τις ισορροπίες μας.

Το στοίχημα της επόμενης ημέρας

Η «γενιά της εξάντλησης» δεν αφορά μια συγκεκριμένη ηλικιακή ομάδα. Περιλαμβάνει τους εικοσάρηδες που νιώθουν ότι το μέλλον τους ακυρώθηκε, τους τριαντάρηδες και σαραντάρηδες που βλέπουν την προσπάθειά τους να αναλώνεται απλώς στη διατήρηση των κεκτημένων, και τους μεγαλύτερους που νιώθουν το έδαφος της σταθερότητας να υποχωρεί.

Το ερώτημα δεν είναι πότε θα έρθει η επόμενη κρίση – αυτό είναι πλέον δεδομένο. Το ερώτημα είναι πώς θα μάθουμε να ζούμε μαζί της χωρίς να χάνουμε την ικανότητά μας να νιώθουμε. Πώς θα μετατρέψουμε αυτή την εξάντληση από μοιρολατρία σε κινητήριο δύναμη.

Η αναγνώριση του προβλήματος, η ειλικρινής συζήτηση για τη συλλογική μας κόπωση και η άρνηση να συμβιβαστούμε με το παράλογο ως “νέα κανονικότητα”, ίσως είναι το πρώτο καθοριστικό βήμα.

Στο τέλος της ημέρας, η μεγαλύτερη αντίσταση απέναντι σε μια εξαντλητική πραγματικότητα δεν είναι η απάθεια, αλλά η επιμονή να διατηρούμε την επαφή με τον εαυτό μας και τους άλλους.