Όταν γίνεται λόγος για διατροφικές διαταραχές, η εικόνα που έρχεται συνήθως στο μυαλό είναι εκείνη μιας πολύ αδύνατης έφηβης με νευρική ανορεξία. Ένα στερεότυπο τόσο βαθιά ριζωμένο, ώστε συχνά αντιμετωπίζεται ως αυτονόητο.

Η πραγματικότητα όμως είναι πολύ πιο σύνθετη. Οι διατροφικές διαταραχές αφορούν ανθρώπους κάθε ηλικίας, σωματότυπου, πολιτισμικού υπόβαθρου, φυλής, φύλου, ταυτότητας φύλου και σεξουαλικού προσανατολισμού. Το 2023, περίπου 1,1 εκατομμύριο άνθρωποι στην Αυστραλία –δηλαδή σχεδόν το 4,5% του πληθυσμού– ζούσαν με κάποια μορφή διατροφικής διαταραχής.

Τα τελευταία χρόνια, η έρευνα δείχνει όλο και πιο καθαρά ότι τα ΛΟΑΚΤΙ+ άτομα διατρέχουν σημαντικά αυξημένο κίνδυνο. Παρότι τα δεδομένα πληθαίνουν, παραμένουν ακόμη πολλά ερωτήματα σχετικά με τους λόγους και τους μηχανισμούς πίσω από αυτή τη δυσανάλογη επιβάρυνση.

Αυτά είναι όσα γνωρίζουμε μέχρι σήμερα για τον αυξημένο κίνδυνο που αντιμετωπίζει η ΛΟΑΚΤΙ+ κοινότητα, αλλά και για το τι χρειάζεται να αλλάξει στη θεραπεία.

Τι εννοούμε με τον όρο «διατροφική διαταραχή»

Οι διατροφικές διαταραχές είναι σοβαρές ψυχικές παθήσεις που επηρεάζουν τον τρόπο με τον οποίο ένα άτομο τρώει και σχετίζεται με το φαγητό, με συνέπειες τόσο στη σωματική όσο και στην ψυχική υγεία.

Αν και η νευρική ανορεξία και η νευρική βουλιμία είναι οι πιο γνωστές, οι συχνότερες διαταραχές είναι άλλες: η διαταραχή υπερφαγίας, όπου καταναλώνεται μεγάλη ποσότητα φαγητού σε σύντομο χρόνο με αίσθημα απώλειας ελέγχου, και η αποφευκτική/περιοριστική διαταραχή πρόσληψης τροφής, που συνδέεται με αισθητηριακές δυσκολίες, μειωμένη όρεξη ή φόβο ασθένειας ή πνιγμού, σύμφωνα με άρθρο του Κάι Σβάιτσερ, υποψήφιου διδάκτορα στην Ψυχική Υγεία Παιδιών και Νέων (Πανεπιστήμιο Δυτικής Αυστραλίας – The Kids Research Institute), στο The Conversation.

Οι επιπτώσεις μπορεί να είναι σοβαρές, επηρεάζοντας ζωτικά όργανα, τα οστά, τη γονιμότητα και τη λειτουργία του εγκεφάλου. Δεν είναι τυχαίο ότι τα άτομα με διατροφική διαταραχή έχουν έως και πέντε φορές μεγαλύτερη πιθανότητα πρόωρου θανάτου σε σχέση με τον γενικό πληθυσμό.

Πόσο αυξημένος είναι ο κίνδυνος για τα ΛΟΑΤΚΙ+ άτομα

Τα στοιχεία δείχνουν ξεκάθαρα ότι οι διατροφικές διαταραχές εμφανίζονται πολύ συχνότερα στα ΛΟΑΤΚΙ+ άτομα.

Στις Ηνωμένες Πολιτείες, περίπου το 9% του πληθυσμού αναμένεται να εμφανίσει κάποια στιγμή στη ζωή του διατροφική διαταραχή. Ωστόσο, σε έρευνα του 2018 σε ΛΟΑΤΚΙ+ νέους, τα ποσοστά ήταν πολλαπλάσια:

  • το 54% ανέφερε ότι είχε διαγνωστεί με διατροφική διαταραχή
  • ένα επιπλέον 21% δήλωσε ότι πιστεύει πως έχει διατροφική διαταραχή, χωρίς επίσημη διάγνωση.

Ο κίνδυνος, μάλιστα, δεν κατανέμεται ομοιόμορφα εντός της ίδιας της κοινότητας:

  • λεσβίες, γκέι και αμφιφυλόφιλα άτομα εμφανίζουν πάνω από διπλάσιο κίνδυνο σε σχέση με τα ετεροφυλόφιλα
  • τα intersex άτομα έχουν σχεδόν τετραπλάσια πιθανότητα εμφάνισης διατροφικής διαταραχής σε σύγκριση με τα endosex άτομα
  • τα τρανς άτομα είναι σχεδόν 11 φορές πιο πιθανό να εμφανίσουν διατροφική διαταραχή από τα cisgender άτομα.

Για τα ασεξουαλικά άτομα δεν υπάρχουν ακόμη επαρκή στατιστικά δεδομένα. Ωστόσο, γνωρίζουμε ότι αναφέρουν χαμηλότερη ικανοποίηση από την εικόνα του σώματός τους, κάτι που υποδηλώνει ότι ενδέχεται και αυτά να διατρέχουν αυξημένο κίνδυνο, σύμφωνα με το δημοσίευμα.

Γιατί ο κίνδυνος είναι μεγαλύτερος

Το να ανήκει κανείς στην ΛΟΑΤΚΙ+ κοινότητα δεν αποτελεί ψυχική διαταραχή. Δεν υπάρχουν επιστημονικά δεδομένα που να υποστηρίζουν κάποια βιολογική αιτία πίσω από τα αυξημένα ποσοστά διατροφικών διαταραχών.

Η έρευνα εστιάζει κυρίως σε κοινωνικούς και ψυχολογικούς παράγοντες, με δύο να ξεχωρίζουν: το μειονοτικό στρες και τη δυσφορία φύλου.

Μειονοτικό στρες

Ο όρος περιγράφει τη χρόνια επιβάρυνση που προκαλούν οι διακρίσεις, το στίγμα και η κοινωνική απόρριψη. Δεν είναι λοιπόν το ποιοι είναι οι άνθρωποι, αλλά ο τρόπος με τον οποίο αντιμετωπίζονται, που αυξάνει τον κίνδυνο.

Η συνεχής έκθεση σε τέτοιες εμπειρίες μπορεί να οδηγήσει σε ντροπή για το σώμα ή την ταυτότητα. Για ορισμένους, οι διαταραγμένες διατροφικές συμπεριφορές λειτουργούν ως μηχανισμός αντιμετώπισης και, με τον χρόνο, μπορεί να εξελιχθούν σε διατροφική διαταραχή.

Στην περίπτωση των ίντερσεξ ατόμων, οι ιατρικά μη αναγκαίες επεμβάσεις που γίνονται συχνά στην παιδική ηλικία για την «κανονικοποίηση» του σώματος μπορούν να αφήσουν βαθύ τραύμα και αίσθημα ντροπής, αυξάνοντας περαιτέρω τον κίνδυνο.

Δυσφορία φύλου

Πολλά τρανς άτομα βιώνουν έντονη ψυχική δυσφορία όταν η ταυτότητα φύλου τους δεν συμβαδίζει με το σώμα τους ή με τον τρόπο που τα αντιλαμβάνονται οι άλλοι. Σε αυτό το πλαίσιο, οι διατροφικές διαταραχές μπορεί να λειτουργήσουν ως προσπάθεια περιορισμού αυτής της δυσφορίας.

Στους τρανς εφήβους, μάλιστα, οι διατροφικές διαταραχές εμφανίζονται συχνά ως τρόπος «φρεναρίσματος» της εφηβείας, όταν δεν υπάρχει πρόσβαση σε αναστολείς εφηβείας. Ο περιορισμός της τροφής μπορεί, για παράδειγμα, να χρησιμοποιείται για να μειωθεί η ανάπτυξη στήθους ή να διακοπεί η έμμηνος ρύση.

Τι χρειάζεται να αλλάξει στη θεραπεία

Η αντιμετώπιση των διατροφικών διαταραχών βασίζεται συνήθως σε μια διεπιστημονική ομάδα – γιατρό, επαγγελματία ψυχικής υγείας και διαιτολόγο – και μπορεί να γίνεται είτε εκτός νοσοκομείου είτε σε νοσηλευτικό περιβάλλον, όταν απαιτείται στενή ιατρική παρακολούθηση.

Ωστόσο, τα υπάρχοντα θεραπευτικά μοντέλα δεν έχουν σχεδιαστεί με βάση τις εμπειρίες των ΛΟΑΤΚΙ+ ατόμων. Δεν είναι τυχαίο ότι πολλά από αυτά αναφέρουν αρνητικές ή ακόμη και επιβαρυντικές εμπειρίες μέσα στη θεραπεία.

Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελούν οι ασκήσεις έκθεσης στον καθρέφτη, που χρησιμοποιούνται για τη βελτίωση της εικόνας σώματος. Για ορισμένα τρανς άτομα, τέτοιες πρακτικές μπορεί να εντείνουν –και όχι να μειώσουν– τη δυσφορία φύλου.

Αυτό δεν σημαίνει ότι η θεραπεία δεν μπορεί να είναι αποτελεσματική. Σημαίνει ότι χρειάζεται προσαρμογή.

REUTERS/Kevin Lamarque

Στην πράξη, μια πιο κατάλληλη προσέγγιση μπορεί να περιλαμβάνει:

  • σταθερή χρήση του σωστού ονόματος και των σωστών αντωνυμιών
  • συμπεριληπτική γλώσσα και περισσότερες επιλογές φύλου σε έντυπα και φόρμες
  • ξεκάθαρα μηνύματα ότι οι ΛΟΑΚΤΙ+ άνθρωποι είναι ευπρόσδεκτοι στις υπηρεσίες
  • συνδυασμό της θεραπείας με ιατρική φροντίδα επιβεβαίωσης φύλου
  • αντιμετώπιση του μειονοτικού στρες με τραυματοκεντρική προσέγγιση, που αναγνωρίζει την εμπειρία της διάκρισης και βοηθά στην ανάπτυξη πιο υγιών μηχανισμών αντιμετώπισης και ισχυρότερων δικτύων υποστήριξης.