Στη συνέντευξη Τύπου που είχε παραχωρήσει ο Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν μετά το πέρας της Συνόδου Κορυφής του ΝΑΤΟ τον περασμένο Ιούνιο στις Βρυξέλλες, τόνισε ότι κατά τη συνάντηση που είχε με τον αμερικανό ομόλογό του Τζο Μπάιντεν είχε συζητηθεί το ενδεχόμενο να αναλάβει η Τουρκία τη διαχείριση του αεροδρομίου «Χαμίντ Καρζάι» της Καμπούλ. Η επιλογή αυτή δεν είχε προκύψει εν κενώ, όσο και αν ορισμένοι αναλυτές στην Αθήνα την είχαν παρουσιάσει ως άλλο έναν ελιγμό του τούρκου προέδρου για να προσφέρει εκδούλευση στις Ηνωμένες Πολιτείες λόγω της πίεσης στο ζήτημα του ρωσικού αντιπυραυλικού συστήματος S-400.

Είχε προηγηθεί η αμερικανική ιδέα της πραγματοποίησης σε τουρκικό έδαφος μιας διάσκεψης υπό την αιγίδα των Ηνωμένων Εθνών με σκοπό να συναφθεί ειρήνευση μεταξύ της κυβέρνησης του Αφγανιστάν (υπό τον πρώην πλέον πρόεδρο Ασράφ Γκάνι) και των Ταλιμπάν πριν από την οριστική αποχώρηση των Αμερικανών από τη χώρα. Μάλιστα, ο αμερικανός υπουργός Εξωτερικών Αντονι Μπλίνκεν είχε παρουσιάσει αναλυτικό οδικό χάρτη στον κ. Γκάνι με επιστολή που του είχε απευθύνει στις 7 Μαρτίου 2021 και ο σχεδιασμός προέβλεπε ότι η διάσκεψη αυτή θα μπορούσε να πραγματοποιηθεί εντός του περασμένου Απριλίου.

Παράλληλα, η Αγκυρα βρισκόταν σε διαβουλεύσεις με την Ουάσιγκτον για την παροχή ασφαλείας στις τουρκικές δυνάμεις που θα διαχειρίζονταν το αεροδρόμιο της αφγανικής πρωτεύουσας, αλλά και τη χρηματοδότηση της επιχείρησης.

Το Αφγανιστάν ως αμερικανοτουρκική «γέφυρα»

Η άποψη ότι, παρά το ρήγμα που έχει προκαλέσει στις αμερικανοτουρκικές σχέσεις η υπόθεση των S-400, πρέπει να αναζητηθούν σημεία επαφής μεταξύ των δύο πλευρών (στο πλαίσιο της θέσης ότι «η Δύση δεν πρέπει να χάσει την Τουρκία») έχει αρκετούς οπαδούς στη γραφειοκρατία του Στέιτ Ντιπάρτμεντ – και όχι μόνο.

Το Αφγανιστάν ήταν ένα πεδίο που πρόσφερε αυτή τη δυνατότητα και είναι αρκετά πιθανό, όπως μαρτυρούν ξένες διπλωματικές πηγές, η ίδια η ιδέα να αναλάβει η Τουρκία τη διαχείριση του αεροδρομίου της Καμπούλ να μην είχε ως προέλευση την Αγκυρα, αλλά την Ουάσιγκτον. Αλλωστε, η Τουρκία συμμετείχε εξαρχής πολύ ενεργά στη νατοϊκή επιχείρηση στο Αφγανιστάν (όπου ηγείτο και της διοίκησης εκπαίδευσης των αφγανικών δυνάμεων ασφαλείας στην Καμπούλ).

Είναι δε χαρακτηριστικό ότι τον περασμένο Δεκέμβριο, όταν ουδείς μπορούσε να φανταστεί ότι η αμερικανική αποχώρηση από το Αφγανιστάν θα εξελισσόταν με αυτόν τον χαοτικό τρόπο, η Αγκυρα είχε ανακοινώσει ότι επέκτεινε την παρουσία της στρατιωτικής της δύναμης στη χώρα ως και τον Ιούνιο του 2022 – πολύ μετά την αποχώρηση των Αμερικανών.

Και ας μη λησμονείται ότι την περίοδο 2001-2021 η Τουρκία έχει επενδύσει άνω του ενός δισεκατομμυρίου δολαρίων στο Αφγανιστάν (σε ασφάλεια, παιδεία, υποδομές) και τον περασμένο Δεκέμβριο υποσχέθηκε βοήθεια 75 εκατομμυρίων δολαρίων στη Διάσκεψη της Γενεύης για το Αφγανιστάν.

Οι κινήσεις της Αγκυρας μετά τους Ταλιμπάν

Ολοι αυτοί οι σχεδιασμοί κατέληξαν «στον κάλαθο των αχρήστων» μετά τη δραματική αμερικανική αποχώρηση, την κατάρρευση της αφγανικής κυβέρνησης και τη ραγδαία προέλαση και επιστροφή στην εξουσία των Ταλιμπάν. Αυτό που παραμένει ενεργό, έστω υπό διαφορετικές συνθήκες, είναι το ενδιαφέρον της Τουρκίας να διαδραματίσει ρόλο και στην επόμενη ημέρα του Αφγανιστάν, στοιχείο που «κουμπώνει» τόσο στο αφήγημα της περιφερειακής δύναμης που καλλιεργεί επιμελώς όσο και στην επιθυμία της να εμφανιστεί χρήσιμη στη Δύση, στο ΝΑΤΟ και κυρίως στους Αμερικανούς. Σε αυτό το πλαίσιο, η Αγκυρα επιδιώκει, όπως παραδέχονται διπλωματικές πηγές, να αξιοποιήσει τις στενές σχέσεις της τόσο με το Κατάρ (που εμφανίζεται ως το «πρώτο βιολί» στις επαφές με τους Ταλιμπάν) όσο και με το Πακιστάν, του οποίου οι ιστορικές σχέσεις με το ισλαμικό κίνημα είναι βαθιές.

Το πρώτο βήμα προς αυτή την κατεύθυνση είναι η συνεργασία Ντόχας – Αγκυρας για τη λειτουργία και τη διαχείριση του αεροδρομίου της Καμπούλ. Μπορεί οι Ταλιμπάν να ζήτησαν την αποχώρηση των τουρκικών στρατευμάτων (αυτό έγινε στις 25 Αυγούστου), αλλά κινούνται πραγματιστικά στο ζήτημα του αεροδρομίου. Ηδη τούρκοι και καταρινοί ειδικοί εργάζονται για την αποκατάσταση των ζημιών που προκλήθηκαν και από την τρομοκρατική επίθεση της οργάνωσης ISIS-K.

Την ίδια στιγμή, ο τούρκος υπουργός Εξωτερικών Μεβλούτ Τσαβούσογλου έχει δηλώσει ότι την προστασία του τουρκικού προσωπικού που θα διαχειρίζεται το αεροδρόμιο θα αναλάβει ιδιωτική εταιρεία ασφαλείας. Μοιάζει δε βέβαιο ότι η μόνη εταιρεία που υπάρχει για τον ρόλο αυτόν είναι η περιώνυμη SADAT. Πρόκειται για την εταιρεία που έχουν ιδρύσει πρώην τούρκοι αξιωματικοί, πολλοί εκ των οποίων με ισλαμικές καταβολές, η οποία είχε, μεταξύ άλλων, αναλάβει την εκπαίδευση μισθοφόρων στη Συρία, αλλά και τη μεταφορά τους τόσο στη Λιβύη όσο και στο Αζερμπαϊτζάν.

Η Τουρκία δεν είχε πρόβλημα να αναγνωρίσει de facto τους Ταλιμπάν (σύναψε σχέσεις μαζί τους μέσω της τουρκικής πρεσβείας στην Ντόχα, όπου οι Ταλιμπάν διατηρούν γραφείο) και να συνεργαστεί μαζί τους. Εχει γίνει σαφές τα τελευταία χρόνια ότι η τουρκική ελίτ δεν δυσκολεύεται να συνυπάρξει και να συνεργαστεί ακόμη και με εξτρεμιστικές ισλαμικές οργανώσεις, όπως η Hayat Tahrir al-Sham στη Συρία ή διάφορα παρακλάδια των Αδελφών Μουσουλμάνων στη Λιβύη και σε άλλες χώρες. Δεν είναι βέβαια σαφές αν η τουρκική παρουσία στο Αφγανιστάν θα έχει εσωτερικά πολιτικά οφέλη για τον Ερντογάν προσωπικά. Η τουρκική οικονομία είναι ασταθής, ενώ υπάρχει έντονη δυσαρέσκεια για τον μεγάλο αριθμό προσφύγων. Η συνεργασία με τους Ταλιμπάν όμως μπορεί να φέρει ορισμένα καλά συμβόλαια για κατασκευαστικούς ομίλους στενά συνδεδεμένους με την κυβέρνησή του ή να αποτρέψει νέες μεταναστευτικές ροές.

ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ ΝΕΑ