Μέχρι το 2001 όλη η ιρλανδική οικονομία βασίστηκε πάνω στην κατασκευαστική βιομηχανία. Οι ιρλανδικές τράπεζες δάνειζαν με χαρακτηριστική ευκολία και με χαμηλά επιτόκια κάθε είδους κατασκευαστή που ζητούσε δάνειο για να χτίσει οτιδήποτε. Η φούσκα των στεγαστικών δανείων έσκασε στις ΗΠΑ το 2007 και αυτό ήταν η αρχή του τέλους για την Ιρλανδία. Επί μία […]
Μέχρι το 2001 όλη η ιρλανδική οικονομία βασίστηκε πάνω στην κατασκευαστική βιομηχανία. Οι ιρλανδικές τράπεζες δάνειζαν με χαρακτηριστική ευκολία και με χαμηλά επιτόκια κάθε είδους κατασκευαστή που ζητούσε δάνειο για να χτίσει οτιδήποτε. Η φούσκα των στεγαστικών δανείων έσκασε στις ΗΠΑ το 2007 και αυτό ήταν η αρχή του τέλους για την Ιρλανδία.
Επί μία δεκαετία και μέχρι το 2001, η Ιρλανδία είχε γίνει ο παράδεισος των αμερικάνικων πολυεθνικών υψηλής τεχνολογίας. Η χώρα είχε έναν από τους μικρότερους φορολογικούς συντελεστές στην Ευρώπη για τις εταιρείες, ένα αγγλόφωνο εργατικό δυναμικό και τα συνδικάτα είχαν συμφωνήσει σε μια «κοινωνική ειρήνη» προκειμένου να πάει η χώρα μπροστά. Το αποτέλεσμα ήταν «κινέζικοι» ρυθμοί ανάπτυξης που έφταναν ως και το 8%! Ωστόσο, η μετέπειτα ύφεση της αμερικάνικης οικονομίας και η αλληλεξάρτησή της με την ιρλανδική, θα έριχναν το ρυθμό ανάπτυξης, πράγμα απολύτως φυσιολογικό και διαχειρίσιμο. Όμως, η τότε κυβέρνηση της χώρας, υπό την κυριαρχία του κόμματος Φίνα Φαίλ, θεώρησε ότι αυτό θα οδηγούσε στην πτώση των εκλογικών της ποσοστών και την απώλεια της εξουσίας. Έτσι σχεδόν όλη η ιρλανδική οικονομία βασίστηκε πάνω στην κατασκευαστική βιομηχανία. Ο ένας στους έξι Ιρλανδούς εργαζόταν έμμεσα ή άμεσα σε αυτήν. Από το 2001 και μετά, η χώρα θύμιζε ένα απέραντο εργοτάξιο. Δρόμοι, σιδηρόδρομοι, κτίρια για πάσα χρήση και ολόκληρες συνοικίες ξεπηδούσαν σε όλη την ιρλανδική επικράτεια σαν μανιτάρια. Ο κύκλος της κατασκευής και του χρήματος ήταν απλός: Οι ιρλανδικές τράπεζες δάνειζαν με χαρακτηριστική ευκολία και με χαμηλά επιτόκια κάθε είδους κατασκευαστή που ζητούσε δάνειο για να χτίσει οτιδήποτε. Επίσης, έδιναν δάνεια και σε κάθε καταναλωτή που θα ήθελε να αγοράσει σπίτι. Οι ίδιες οι τράπεζες της Ιρλανδίας δανείζονταν… από άλλες τράπεζες, κυρίως ευρωπαϊκές, με κάλυψη την αξία των ακινήτων που είχαν προσημειώσει. Η φούσκα των στεγαστικών δανείων έσκασε στις ΗΠΑ το 2007. Και η έκρηξη ήταν τόσο δυνατή που γκρέμισε την Λίμαν Μπραδερς και το ωστικό κύμα πέρασε τον Ατλαντικό και χτύπησε τη νησιωτική χώρα. Η ιρλανδική αγορά ακινήτων αποδείχθηκε εξίσου σαθρή με την αμερικανική. Οι τιμές άρχισαν να πέφτουν ραγδαία. Και ο αναπνευστικός σωλήνας που κρατούσε ζωντανή την οικονομία έσπασε. Τα περιουσιακά στοιχεία των τραπεζών έχασαν την αξία τους. Τα δάνεια που δίνονταν απλόχερα κόπηκαν, οι καταναλωτές αποθαρρύνθηκαν, κατασκευαστικές εταιρείες βρέθηκαν με τεράστια χρέη προς τις τράπεζες και άρχισαν να κλείνουν η μία μετά την άλλη. Οι τράπεζες της Ιρλανδίας, οι οποίες ήταν αδύνατον να επιστρέψουν τα χρήματα που είχαν δανειστεί από τις ευρωπαϊκές τράπεζες, ζήτησαν τη βοήθεια του κράτους. Και το καλό κράτος έσπευσε να τις σώσει με τα χρήματα των φορολογουμένων. Τις εθνικοποίησε το 2008, μεταφέροντας τα τεράστια χρέη τους σε όλους τους Ιρλανδούς πολίτες. Έτσι, η Ιρλανδία βρέθηκε ξαφνικά με μια μεγάλη μαύρη τρύπα στα οικονομικά της. Μόνο μία από τις ετοιμόρροπες τράπεζες, η Άγγλο-ιρλανδική, καταβρόχθιζε 35 δισ. κρατικής βοήθειας, ποσό που αντιστοιχεί στο απίστευτο 22% του ΑΕΠ. Φυσικά, η κυβέρνηση για να καλύψει τα τεράστια χρέη των τραπεζών, που τώρα είχαν γίνει χρέη του κράτους, πήρε αμέσως σκληρά μέτρα. Η Ιρλανδία ήταν η πρώτη χώρα της Ευρωπαϊκής Ένωσης που εφάρμοσε δρακόντεια λιτότητα, με τον απίθανο στόχο να μειώσει το έλλειμμα από 14% σε 3% μέχρι το 2014. Μισθοί και επιδόματα σφαγιάστηκαν. Η ανεργία τριπλασιάστηκε. Η χώρα έγινε και πάλι παράδειγμα προς μίμηση. Αυτή τη φορά όμως, όχι ως χρυσοτόκος όρνιθα, αλλά ως πρωτοπόρος στον «δημοσιονομικό εξορθολογισμό», όπως έλεγαν στελέχη του ΔΝΤ, που επικροτούσαν τις ενέργειες της κυβέρνησης. Η Ιρλανδία δεν τα είχε καταφέρει. Επειγόντως, τον Νοέμβριο του 2010, ζήτησε και πήρε 85 δις ευρώ από το ΔΝΤ και τον Ευρωπαϊκό μηχανισμό βοήθειας. Σήμερα, το φάντασμα του Κέλτικου Τίγρη πλανιέται στους εκατοντάδες έρημους οικισμούς, που οικοδομήθηκαν την τελευταία δεκαετία. Στις άδειες γειτονιές και στα σπίτια όπου δεν ζει κανείς. Στα χωρίς ζωή επιβλητικά κτίρια του Δουβλίνου και στα εμπορικά κέντρα που ακόμα περιμένουν κόσμο. Στο νέο υπερπολυτελές αεροδρόμιο, σύμβολο της χλιδής και της οικονομικής ευμάρειας, το οποίο δεν χρησιμοποιεί κανείς. Και στο εντυπωσιακό στάδιο Αβίβα, στο οποίο η πρώτη μεγάλη εκδήλωση που έγινε ήταν ένα συνέδριο για προοπτικές μετανάστευσης στο εξωτερικό. Το γέμισαν χιλιάδες νέοι απ’ όλη τη χώρα.
Η Σονάτα του Σεληνόφωτος, ο σκηνικός μονόλογος του μεγάλου ποιητή Γιάννη Ρίτσου, θα παρουσιαστεί για μία μοναδική βραδιά τη Δευτέρα 2 Φεβρουαρίου στο θέατρο Ολύμπια «Μαρία Κάλλας».
Στις 30 και 31 Ιανουαρίου, στο Ολύμπια θα πραγματοποιηθεί η συναυλία «Δύο Επέτειοι, Μία Σκηνή» - αφορμή τη συμπλήρωση 30 δημιουργικών χρόνων του συνθέτη Κώστα Λειβαδά και για τα 40 χρόνια της Ορχήστρας Νυκτών Εγχόρδων «Θανάσης Τσιπινάκης» του Δήμου Πατρέων.