Δευτέρα 20 Ιουλίου 2026
weather-icon 34o
Η Βάιολετ Γκίμπσον δεν ήταν «η τρελή που πυροβόλησε τον Μουσολίνι» – Τι αποκαλύπτει νέα έρευνα

Η Βάιολετ Γκίμπσον δεν ήταν «η τρελή που πυροβόλησε τον Μουσολίνι» – Τι αποκαλύπτει νέα έρευνα

Νέα έρευνα υποστηρίζει ότι η Βάιολετ Γκίμπσον ίσως ήταν μια πλήρως συνειδητοποιημένη αντιφασίστρια που ήθελε να δολοφονήσει τον Μουσολίνι

Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης

Προσθήκη του in.gr στην Google

Για σχεδόν εκατό χρόνια, η Βάιολετ Γκίμπσον έμεινε στην ιστορία ως μια εκκεντρική Ιρλανδή αριστοκράτισσα που, παρασυρμένη από την ψυχική της κατάσταση, αποπειράθηκε να δολοφονήσει τον Μπενίτο Μουσολίνι. Η εικόνα αυτή εδραιώθηκε μέσα από τις δικαστικές αποφάσεις, τις ψυχιατρικές γνωματεύσεις και τη δημόσια αφήγηση που επικράτησε τόσο στην Ιταλία όσο και στη Βρετανία. Για δεκαετίες ελάχιστοι αμφισβήτησαν ότι η απόπειρα της 7ης Απριλίου 1926 ήταν η πράξη μιας γυναίκας που είχε χάσει την επαφή με την πραγματικότητα.

Μια νέα μελέτη των Τζοβάνι Πιέτρο Λομπάρντο, καθηγητή Ιστορίας της Ψυχολογίας, και Μ. Αντρέα Πιζάουρο, λέκτορα Ψυχολογίας, επιχειρεί να ανατρέψει αυτή την καθιερωμένη εκδοχή. Βασισμένοι σε αδημοσίευτα έγγραφα από ιταλικά και βρετανικά αρχεία, οι δύο ερευνητές υποστηρίζουν ότι η Γκίμπσον δεν ήταν μια τυχαία δράστιδα, αλλά μια πολιτικά συνειδητοποιημένη γυναίκα με σαφείς αντιφασιστικές πεποιθήσεις, η οποία πιθανότατα είχε σχεδιάσει την επίθεσή της πολύ πριν βρεθεί απέναντι από τον Ιταλό δικτάτορα. Η έρευνά τους δημοσιεύτηκε στο The Conversation και επαναφέρει στο προσκήνιο μια υπόθεση που ίσως να είχε αλλάξει την πορεία της ευρωπαϊκής ιστορίας.

Μπενίτο Μουσολίνι, Αδόλφος Χίτλερ

Μπενίτο Μουσολίνι, Αδόλφος Χίτλερ

Από την αυλή της βασίλισσας στον αντιφασισμό

Η Βάιολετ Αλμπίνα Γκίμπσον γεννήθηκε στο Δουβλίνο το 1876 σε μια από τις σημαντικότερες οικογένειες της βρετανικής αριστοκρατίας. Πατέρας της ήταν ο Έντουαρντ Γκίμπσον, πρώτος Βαρόνος του Άσμπορν και επί σχεδόν δύο δεκαετίες Λόρδος Καγκελάριος της Ιρλανδίας. Η ανατροφή της ήταν εκείνη που αναμενόταν από μια γυναίκα της κοινωνικής της τάξης: μεγάλωσε σε περιβάλλον προνομίων, παρουσιάστηκε ως ντεμπιτάντ στην αυλή της βασίλισσας Βικτωρίας και κινήθηκε στους κύκλους της βρετανικής ελίτ. Το 1897 φωτογραφήθηκε μάλιστα δίπλα στον μελλοντικό βασιλιά Γεώργιο Ε΄, μια εικόνα που δύσκολα θα μπορούσε να συνδεθεί με τη μετέπειτα ζωή της.

Η πορεία της, ωστόσο, άρχισε να αλλάζει σταδιακά. Η μεταστροφή της στον καθολικισμό, παρά τις αντιδράσεις της οικογένειάς της, συνοδεύτηκε από μια βαθύτερη πολιτική και κοινωνική μεταμόρφωση. Σύμφωνα με τα αρχεία που επικαλούνται οι δύο ιστορικοί, η Scotland Yard είχε ήδη καταγράψει τις έντονα αντιπολεμικές και αντιβρετανικές της απόψεις. Παράλληλα ανέπτυξε χριστιανοσοσιαλιστικές ιδέες και άρχισε να δείχνει ιδιαίτερο ενδιαφέρον για τα κοινωνικά προβλήματα και τους φτωχούς.

Η Ιταλία κατείχε ξεχωριστή θέση στη ζωή της. Την επισκεπτόταν συχνά και παρακολουθούσε στενά τις πολιτικές εξελίξεις, ιδιαίτερα μετά την άνοδο του φασισμού. Η δολοφονία του καθολικού ιερέα Ντον Τζοβάνι Μιντσόνι από φασίστες το 1923 και, κυρίως, η απαγωγή και η δολοφονία του σοσιαλιστή βουλευτή Τζάκομο Ματεότι έναν χρόνο αργότερα φαίνεται πως αποτέλεσαν καθοριστικά γεγονότα. Σύμφωνα με την οικογένειά της, όταν άκουσε από το BBC ότι είχε βρεθεί η σορός του Ματεότι, αντέδρασε με έντονη οργή. Για τους Λομπάρντο και Πιζάουρο, εκείνη ήταν η στιγμή που η αντίθεσή της στον Μουσολίνι μετατράπηκε σε προσωπική υπόθεση.

Τα νέα αρχεία και τα πρώτα ερωτήματα

Η νέα έρευνα φέρνει στο φως στοιχεία που δεν είχαν αξιολογηθεί επαρκώς από τους ιστορικούς. Η Γκίμπσον εγκαταστάθηκε στη Ρώμη τον Οκτώβριο του 1924 μαζί με τη συνοδό της, Μέρι ΜακΓκραθ. Η διεύθυνση όπου κατοικούσε δεν ήταν τυχαία: βρισκόταν στη Βία Γκρεγκοριάνα, λίγα μόλις μέτρα από το σπίτι του Αντόνιο Κολόνα, Δούκα του Τσεζαρό, μιας από τις σημαντικότερες μορφές της αντιφασιστικής αντιπολίτευσης.

Το στοιχείο αυτό αποκτά ιδιαίτερη βαρύτητα επειδή ο ίδιος ο Κολόνα είχε παραδεχθεί ότι γνώριζε τη Γκίμπσον ήδη από το 1912, όταν είχαν συναντηθεί σε συνέδριο της Θεοσοφικής Εταιρείας στο Μόναχο. Παρότι αργότερα αρνήθηκε ότι διατηρούσαν στενές σχέσεις, οι δύο ιστορικοί εκτιμούν ότι υπάρχουν πλέον σοβαρές ενδείξεις πως οι επαφές τους συνεχίστηκαν και στη Ρώμη.

Η παρουσία της Βάιολετ Γκίμπσον δίπλα στην κατοικία του Αντόνιο Κολόνα δεν αποτελεί, από μόνη της, απόδειξη ότι υπήρχε οργανωμένο σχέδιο εναντίον του Μουσολίνι. Οι δύο ερευνητές, όμως, υποστηρίζουν ότι όταν αυτό το στοιχείο συνδυαστεί με όσα ακολούθησαν τους επόμενους μήνες, σχηματίζεται μια διαφορετική εικόνα από εκείνη που επικράτησε επί δεκαετίες.

Τα ίχνη μιας προετοιμασίας

Ένα από τα πιο ενδιαφέροντα ευρήματα της έρευνας αφορά τη δίκη των δολοφόνων του σοσιαλιστή βουλευτή Τζάκομο Ματεότι, του ανθρώπου που είχε εξελιχθεί στον σημαντικότερο κοινοβουλευτικό αντίπαλο του Μπενίτο Μουσολίνι πριν δολοφονηθεί από φασιστική ομάδα το 1924. Η δίκη πραγματοποιήθηκε στο Κιέτι από τις 16 έως τις 24 Μαρτίου 1926, καθώς το καθεστώς είχε επιλέξει να τη μεταφέρει μακριά από τη Ρώμη, επιδιώκοντας να περιορίσει τη δημοσιότητα γύρω από την υπόθεση.

Αρκετοί μάρτυρες κατέθεσαν ότι είδαν τη Γκίμπσον να παρακολουθεί τη δίκη. Για τους Λομπάρντο και Πιζάουρο, το στοιχείο αυτό δεν είναι αμελητέο. Το ταξίδι στο Κιέτι ήταν ιδιαίτερα δύσκολο για την εποχή και δύσκολα θα το πραγματοποιούσε κάποιος που δεν ενδιαφερόταν προσωπικά για την υπόθεση. Η παρουσία της εκεί, υποστηρίζουν, δείχνει ότι παρακολουθούσε από κοντά τις εξελίξεις γύρω από το καθεστώς του Μουσολίνι.

Παρ’ όλα αυτά, όταν αργότερα ανακρίθηκε, η ίδια αρνήθηκε πως είχε βρεθεί στο Κιέτι. Το αξιοσημείωτο είναι ότι οι δικαστές αποδέχθηκαν τη διάψευσή της, παρά το γεγονός ότι σε άλλα σημεία της απόφασης χαρακτήριζαν τις καταθέσεις της αναξιόπιστες. Οι ερευνητές θεωρούν ότι αυτή η αντίφαση δείχνει πως στοιχεία που θα μπορούσαν να ενισχύσουν το πολιτικό κίνητρο της επίθεσης δεν αξιολογήθηκαν ποτέ ουσιαστικά.

Λίγες ημέρες αργότερα εμφανίζεται ακόμη ένα ενδιαφέρον επεισόδιο. Σύμφωνα με μαρτυρίες, η Γκίμπσον βρέθηκε στις 28 Μαρτίου 1926 στη Βίλα Γκλόρι, όπου πραγματοποιούνταν εκδηλώσεις για την επέτειο ίδρυσης του Φασιστικού Κόμματος παρουσία του ίδιου του Μουσολίνι. Και αυτή τη φορά η ίδια αρνήθηκε ότι ήταν εκεί. Οι δύο ιστορικοί δεν υποστηρίζουν ότι αποδεικνύεται κάποια πρώτη αποτυχημένη απόπειρα, όμως θεωρούν πιθανό να παρακολουθούσε τις κινήσεις του δικτάτορα και να αναζητούσε την κατάλληλη ευκαιρία.

Η ημέρα που λίγο έλειψε να αλλάξει την ιστορία

Το πρωί της 7ης Απριλίου 1926 ο Μπενίτο Μουσολίνι είχε μόλις ολοκληρώσει ομιλία του στην Πιάτσα ντελ Καμπιντόλιο της Ρώμης. Ανάμεσα στο συγκεντρωμένο πλήθος βρισκόταν και η Βάιολετ Γκίμπσον.

Κρατούσε ένα περίστροφο Lebel. Όταν ο Ιταλός δικτάτορας πέρασε μπροστά της, τον πλησίασε και πυροβόλησε από πολύ κοντινή απόσταση.

Η σφαίρα τραυμάτισε ελαφρά τη μύτη του Μουσολίνι. Σύμφωνα με τις περιγραφές της εποχής, σώθηκε επειδή έστρεψε το κεφάλι του την τελευταία στιγμή καθώς χαιρετούσε το πλήθος.

Η Γκίμπσον επιχείρησε να πυροβολήσει και δεύτερη φορά.

Το περίστροφο όμως έπαθε εμπλοκή.

Μέσα σε λίγα δευτερόλεπτα πολίτες, αστυνομικοί και μέλη της προσωπικής φρουράς του Μουσολίνι έπεσαν πάνω της, τη χτύπησαν και την ακινητοποίησαν πριν προλάβει να αντιδράσει ξανά.

Η απόπειρα είχε αποτύχει για λίγα εκατοστά.

Ο Μπενίτο Μουσολίνι με επίδεσμο στη μύτη, μετά την απόπειρα δολοφονίας εναντίον του από τη Γκίμπσον.

Ο Μπενίτο Μουσολίνι με επίδεσμο στη μύτη, μετά την απόπειρα δολοφονίας εναντίον του από τη Γκίμπσον.

Οι ανακρίσεις και η μεγάλη αντίφαση

Μετά τη σύλληψή της οδηγήθηκε στις γυναικείες φυλακές της Ρώμης, όπου ξεκίνησαν οι ανακρίσεις.

Αρχικά δήλωνε ότι δεν θυμόταν τι είχε συμβεί. Οι απαντήσεις της ήταν ασαφείς και συχνά αντιφατικές.

Στα μέσα Ιουνίου, όμως, άλλαξε εντελώς στάση.

Παραδέχθηκε ότι εκείνη πυροβόλησε τον Μουσολίνι και ισχυρίστηκε ότι είχε συνεργό τον Αντόνιο Κολόνα, Δούκα του Τσεζαρό. Ταυτόχρονα, όμως, υποστήριζε ότι έπασχε από ψυχική ασθένεια.

Για τους Λομπάρντο και Πιζάουρο, η συμπεριφορά αυτή δεν αποκλείεται να ήταν μέρος μιας συνειδητής υπερασπιστικής τακτικής. Αναλαμβάνοντας την ευθύνη αλλά επικαλούμενη ψυχική νόσο, μπορούσε να αποφύγει την ποινική καταδίκη χωρίς να αποκαλύψει περισσότερα για τις επαφές ή τα κίνητρά της.

Ακόμη πιο παράξενη ήταν η σχέση της με τον Κολόνα. Ενώ τον κατονόμαζε ως συνεργό της, ταυτόχρονα δήλωνε ότι τον αγαπούσε βαθιά. Οι ψυχίατροι δυσκολεύτηκαν να ερμηνεύσουν αυτή την αντίφαση, ενώ οι δύο σύγχρονοι ιστορικοί εκτιμούν ότι ίσως αντανακλούσε μια πολύ πιο σύνθετη προσωπική σχέση, για την οποία όμως δεν υπάρχουν επαρκή στοιχεία.

Η διπλωματία πάνω από την αλήθεια

Η υπόθεση είχε προκαλέσει έντονη ανησυχία και στο Λονδίνο.

Τα έγγραφα των βρετανικών αρχείων δείχνουν ότι ο υπουργός Εξωτερικών Όστεν Τσάμπερλεϊν ζήτησε από τον Βρετανό πρέσβη στη Ρώμη, σερ Ρόναλντ Γκράχαμ, να συνεργαστεί στενά με τις ιταλικές αρχές.

Παρότι ο Γκράχαμ ανέφερε ότι θεωρούσε πιθανό η Γκίμπσον να είχε επηρεαστεί από τρίτους, το Λονδίνο προτίμησε μια διαφορετική λύση: να παρουσιαστεί ως ψυχικά ασθενής και να επιστρέψει σε βρετανικό ψυχιατρικό ίδρυμα, ώστε να αποφευχθεί μια σοβαρή διπλωματική κρίση με την Ιταλία.

Την ίδια γραμμή ακολούθησε και η οικογένειά της, υποστηρίζοντας από την πρώτη στιγμή ότι η επίθεση δεν είχε πολιτικά κίνητρα αλλά οφειλόταν αποκλειστικά στην ψυχική της κατάσταση.

Το καλοκαίρι του 1926 η υπόθεση της Βάιολετ Γκίμπσον είχε πάψει να αφορά μόνο μια αποτυχημένη απόπειρα δολοφονίας. Είχε εξελιχθεί σε ένα ζήτημα με έντονες πολιτικές και διπλωματικές προεκτάσεις. Η φασιστική Ιταλία δεν ήθελε να αναδειχθεί η ύπαρξη οργανωμένης αντιφασιστικής δράσης, ενώ η βρετανική κυβέρνηση επιδίωκε να αποφύγει μια κρίση στις σχέσεις της με τη Ρώμη. Μέσα σε αυτό το περιβάλλον, η εξήγηση της «ψυχικά διαταραγμένης αριστοκράτισσας» εξυπηρετούσε τους πάντες.

Προπαγανδιστικό σχολικό τετράδιο με τον Μπενίτο Μουσολίνι και τον ναύαρχο Ερνέστο Μπουρτζάλι.

Προπαγανδιστικό σχολικό τετράδιο με τον Μπενίτο Μουσολίνι και τον ναύαρχο Ερνέστο Μπουρτζάλι.

Η ψυχιατρική γνωμάτευση και το νέο καθεστώς

Τον Ιούλιο του 1926 η Γκίμπσον εξετάστηκε από δύο ψυχιάτρους, τον Σάντε ντε Σάνκτις, που είχε οριστεί από την οικογένειά της, και τον Αουγκούστο Τζιανέλι, πραγματογνώμονα του δικαστηρίου. Το συμπέρασμά τους ήταν ότι έπασχε από ψυχική διαταραχή και δεν μπορούσε να θεωρηθεί πλήρως υπεύθυνη για την πράξη της.

Εκείνη την ίδια περίοδο, όμως, ο Μουσολίνι εκμεταλλευόταν τις αλλεπάλληλες απόπειρες εναντίον του για να ολοκληρώσει τη μετατροπή της Ιταλίας σε δικτατορία. Με τους λεγόμενους «υπερφασιστικούς νόμους» καταργήθηκαν τα πολιτικά κόμματα, περιορίστηκαν οι ελευθερίες και ιδρύθηκε το Ειδικό Στρατοδικείο, το οποίο θα δίκαζε πλέον τα εγκλήματα κατά του καθεστώτος.

Η πρώτη μεγάλη υπόθεση που έφτασε ενώπιόν του ήταν εκείνη της Βάιολετ Γκίμπσον.

Η διαδικασία έγινε κεκλεισμένων των θυρών και ολοκληρώθηκε στις 6 Μαΐου 1927. Το δικαστήριο αποφάνθηκε ότι η κατηγορούμενη δεν μπορούσε να δικαστεί λόγω ψυχικής ασθένειας. Σύμφωνα με τους Λομπάρντο και Πιζάουρο, η απόφαση αυτή είχε και πολιτική σκοπιμότητα: απέκλειε την πιθανότητα μιας δημόσιας δίκης στην οποία θα συζητούνταν τα πολιτικά της κίνητρα ή οι πιθανές επαφές της με αντιφασιστικούς κύκλους.

Η επιστροφή στη Βρετανία

Αντί να εγκλειστεί σε ιταλικό ψυχιατρικό ίδρυμα, η Γκίμπσον παραδόθηκε στην αδελφή της, Κόνστανς, και επέστρεψε στη Βρετανία.

Εκεί εξετάστηκε εκ νέου από τους διακεκριμένους ψυχιάτρους Μόρις Κρεγκ και Μπέρναρντ Χαρτ, οι οποίοι επιβεβαίωσαν τη διάγνωση. Στη συνέχεια μεταφέρθηκε στο ψυχιατρικό νοσοκομείο St Andrew’s Hospital στο Νορθάμπτον.

Ο εγκλεισμός της κράτησε σχεδόν τριάντα χρόνια.

Το 1930 αποπειράθηκε να αυτοκτονήσει, αλλά σώθηκε χάρη στην έγκαιρη επέμβαση μιας νοσοκόμας. Με το πέρασμα του χρόνου οι περισσότεροι συγγενείς της σταμάτησαν να την επισκέπτονται και η ζωή της περιορίστηκε στους τοίχους του ιδρύματος.

Προπαγανδιστική αφίσα του Μπενίτο Μουσολίνι, με τη λεζάντα: «Η Αυτού Εξοχότης Μπενίτο Μουσολίνι, Αρχηγός της Κυβέρνησης, Ηγέτης του Φασισμού και Ιδρυτής της Αυτοκρατορίας...».

Προπαγανδιστική αφίσα του Μπενίτο Μουσολίνι, με τη λεζάντα: «Η Αυτού Εξοχότης Μπενίτο Μουσολίνι, Αρχηγός της Κυβέρνησης, Ηγέτης του Φασισμού και Ιδρυτής της Αυτοκρατορίας…».

Οι επιστολές που δεν έφυγαν ποτέ

Παρά τον μακροχρόνιο εγκλεισμό της, η Γκίμπσον δεν εγκατέλειψε ποτέ την προσπάθεια να αποφυλακιστεί.

Έγραφε συνεχώς επιστολές προς συγγενείς, πολιτικούς και μέλη της βασιλικής οικογένειας. Η πιο γνωστή συντάχθηκε το 1947, με αφορμή τον γάμο της πριγκίπισσας Ελισάβετ με τον πρίγκιπα Φίλιππο. Σε αυτή ζητούσε από τη μελλοντική βασίλισσα να μεσολαβήσει ώστε να της επιτραπεί να φύγει από το ψυχιατρικό νοσοκομείο και να περάσει τα τελευταία χρόνια της ζωής της σε μοναστήρι.

Η επιστολή, όπως και πολλές άλλες, δεν ταχυδρομήθηκε ποτέ. Παρέμεινε στα αρχεία του νοσοκομείου, αποκαλύπτοντας δεκαετίες αργότερα ότι η Γκίμπσον δεν έπαψε ποτέ να ζητά την ελευθερία της.

Πέθανε στις 2 Μαΐου 1956, λίγους μήνες πριν κλείσει τα 80 της χρόνια. Στην κηδεία της δεν παρέστη κανένα μέλος της οικογένειάς της, ενώ ούτε η τελευταία της επιθυμία να ταφεί με καθολική τελετή τηρήθηκε.

Μια ιστορία που ξαναγράφεται

Για πολλές δεκαετίες, η Βάιολετ Γκίμπσον παρέμεινε στη δημόσια μνήμη ως μια γυναίκα που ενήργησε υπό το βάρος της ψυχικής της ασθένειας. Τα τελευταία χρόνια, όμως, η εικόνα αυτή άρχισε να αλλάζει. Το ενδιαφέρον ιστορικών και δημιουργών ντοκιμαντέρ έφερε ξανά στο φως την υπόθεσή της, ενώ η νέα έρευνα των Τζοβάνι Πιέτρο Λομπάρντο και Μ. Αντρέα Πιζάουρο προσθέτει νέα τεκμήρια σε αυτή τη συζήτηση.

Οι δύο ερευνητές δεν ισχυρίζονται ότι έχουν λυθεί όλα τα μυστήρια γύρω από την απόπειρα δολοφονίας του Μουσολίνι. Υποστηρίζουν, όμως, ότι τα αρχειακά ευρήματα αρκούν για να αμφισβητήσουν την επίσημη εκδοχή που κυριάρχησε σχεδόν έναν αιώνα. Κατά την εκτίμησή τους, η Γκίμπσον δεν ήταν απλώς μια ψυχικά διαταραγμένη αριστοκράτισσα. Ήταν μια γυναίκα με έντονες πολιτικές πεποιθήσεις, που παρακολουθούσε στενά τις εξελίξεις στην Ιταλία, διατηρούσε επαφές με πρόσωπα του αντιφασιστικού χώρου και πιθανότατα προετοίμαζε την επίθεσή της πολύ πριν από εκείνο το πρωινό της 7ης Απριλίου 1926.

Το αν έδρασε απολύτως μόνη ή αν υπήρξε μέρος ενός ευρύτερου δικτύου ίσως να μην απαντηθεί ποτέ οριστικά. Εκείνο που δείχνει να αλλάζει είναι ο τρόπος με τον οποίο διαβάζεται πλέον η ιστορία της. Όχι ως μια παράξενη υποσημείωση της εποχής του Μεσοπολέμου, αλλά ως μια υπόθεση όπου η πολιτική, η δικαιοσύνη, η ψυχιατρική και η διπλωματία διαμόρφωσαν από κοινού την επίσημη αφήγηση.

Και ίσως αυτό να είναι το πιο ενδιαφέρον συμπέρασμα της νέας έρευνας: ότι πίσω από την εικόνα της «παράφρονος αριστοκράτισσας» ενδέχεται να κρυβόταν μια συνειδητή αντιφασίστρια, η οποία έφτασε όσο κανείς άλλος στο να αλλάξει την πορεία της ευρωπαϊκής ιστορίας με μία μόνο σφαίρα.

*Kεντρική Φωτογραφία: Η Βάιολετ Γκίμπσον μετά τη σύλληψή της το 1926, Πηγή: Wikimedia Commons

Σχόλια
Γράψτε το σχόλιό σας
0 /50
0 /2000

Ακολουθήστε το in.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις

Προσθήκη του in.gr στην Google

in.gr | Ταυτότητα

Διαχειριστής - Διευθυντής: Λευτέρης Θ. Χαραλαμπόπουλος

Διευθύντρια Σύνταξης: Αργυρώ Τσατσούλη

Ιδιοκτησία - Δικαιούχος domain name: ALTER EGO MEDIA A.E.

Νόμιμος Εκπρόσωπος: Ιωάννης Βρέντζος

Έδρα - Γραφεία: Λεωφόρος Συγγρού αρ 340, Καλλιθέα, ΤΚ 17673

ΑΦΜ: 800745939, ΔΟΥ: ΚΕΦΟΔΕ ΑΤΤΙΚΗΣ

Ηλεκτρονική διεύθυνση Επικοινωνίας: [email protected], Τηλ. Επικοινωνίας: 2107547007

ΜΗΤ Αριθμός Πιστοποίησης Μ.Η.Τ.232442

Δευτέρα 20 Ιουλίου 2026
Cookies