Η ελευθερία του λόγου παρουσιάζεται συχνά ως μια διαρκής σύγκρουση ανάμεσα στην ελεύθερη έκφραση και τους περιορισμούς της. Ωστόσο, η πραγματικότητα είναι πολύ πιο σύνθετη. Σύμφωνα με μια διαφορετική προσέγγιση, οι συγκρούσεις γύρω από την ελευθερία της έκφρασης δεν αφορούν απλώς το πόσο ελεύθερα μπορούμε να μιλάμε, αλλά και το τι εννοούμε όταν μιλάμε για «ελευθερία».
Όπως επισημαίνει ο κοινωνικός ανθρωπολόγος Ματέι Καντέα σε σχετικό άρθρο του στο Conversation, ήδη από τις αρχές του 20ού αιώνα, ο Αμερικανός ανθρωπολόγος Φραντς Μπόας αμφισβητούσε την ύπαρξη μιας απόλυτης μορφής ελευθερίας. Μελετώντας τις κοινότητες των Ινουίτ, διαπίστωσε ότι οι ίδιοι θεωρούσαν τον εαυτό τους απολύτως ελεύθερο, παρότι η καθημερινότητά τους διέπεται από αυστηρούς κοινωνικούς κανόνες. Την ίδια στιγμή, εκείνοι έβλεπαν την απόφαση του Μπόας να εγκαταλείψει τη ζωή του και να εγκατασταθεί ανάμεσά τους ως μια περίεργη μορφή πολιτισμικού καταναγκασμού.
Για τον Μπόας, η ελευθερία δεν σημαίνει απουσία περιορισμών. Σημαίνει να ζει κανείς μέσα σε κανόνες που δεν αισθάνεται ότι τον καταπιέζουν. Το πρόβλημα αρχίζει όταν αυτοί οι κανόνες γίνονται αντιληπτοί ως ξένοι ή επιβεβλημένοι.
Γιατί οι διαμάχες γύρω από την ελευθερία του λόγου δεν σταματούν ποτέ
Η οπτική αυτή βοηθά να εξηγηθεί γιατί οι συζητήσεις για την ελευθερία του λόγου είναι τόσο έντονες. Στην πράξη, κανείς δεν μιλά χωρίς περιορισμούς. Η γλώσσα, οι κοινωνικές συμβάσεις, η ευγένεια, το ακροατήριο και το πλαίσιο θέτουν συνεχώς όρια σε όσα λέγονται.
Οι αντιδράσεις δεν προκαλούνται επειδή υπάρχουν όρια, αλλά επειδή διαφορετικοί άνθρωποι θεωρούν διαφορετικά όρια θεμιτά. Κανείς δεν ενοχλείται από τους περιορισμούς που θεωρεί φυσικούς ή λογικούς. Η ένταση ξεκινά όταν οι κανόνες μοιάζουν άδικοι ή όταν εξυπηρετούν αξίες που δεν συμμερίζεται.
Ο ανθρωπολόγος Μπρόνισλαβ Μαλινόφσκι είχε επισημάνει ένα βασικό πρόβλημα στην προσέγγιση του Μπόας: αν η ελευθερία ταυτίζεται με την προσαρμογή στην κουλτούρα μας, τότε ακόμη και ένας πολίτης που έχει αποδεχθεί πλήρως την ιδεολογία ενός ολοκληρωτικού καθεστώτος θα μπορούσε να θεωρείται ελεύθερος.
Η πραγματικότητα, όμως, είναι ότι οι άνθρωποι δεν ανήκουν σε μία μόνο κουλτούρα. Οι ταυτότητες, οι αξίες και οι επιρροές τους είναι πολλαπλές και συχνά συγκρουόμενες. Γι’ αυτό και ακόμη και στα πιο αυταρχικά καθεστώτα εμφανίζονται διαφωνούντες που αμφισβητούν την επίσημη αλήθεια.
Τρεις διαφορετικοί δρόμοι προς την ελευθερία του λόγου
Ο Ματέι Καντέα υποστήριζει στο βιβλίο του Reason, Carnival and Honour: The Culture of Free Speech, οι σημερινές αντιπαραθέσεις γύρω από την ελευθερία του λόγου μπορούν να κατανοηθούν μέσα από τρεις διαφορετικές αντιλήψεις.
Η πρώτη είναι η «Λογική». Εδώ η ελευθερία του λόγου συνδέεται με τον δημόσιο διάλογο, την ανταλλαγή επιχειρημάτων και τη λειτουργία θεσμών που επιτρέπουν τη συζήτηση μέσα σε ένα κοινά αποδεκτό πλαίσιο κανόνων.
Η δεύτερη είναι το «Καρναβάλι». Πρόκειται για την ιδέα ότι η ελευθερία εκφράζεται μέσα από την ανατροπή των κανόνων, την πρόκληση και την αμφισβήτηση της εξουσίας. Σε αυτή την προσέγγιση, η αξία του λόγου βρίσκεται συχνά ακριβώς στην ικανότητά του να σοκάρει ή να σπάει τα όρια.
Η τρίτη είναι η «Τιμή». Εδώ η ελευθερία του λόγου αντιμετωπίζεται ως ηθικό καθήκον. Το κέντρο βάρους δεν βρίσκεται στην πρόκληση ούτε στον διάλογο, αλλά στο θάρρος να ειπωθεί η αλήθεια ακόμη και όταν αυτό έχει προσωπικό κόστος.
Όταν η ανυπακοή γίνεται υποχρέωση
Η αντίληψη της ελευθερίας ως απόρριψης κάθε περιορισμού έχει βαθιές ιστορικές ρίζες. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτέλεσαν οι εξεγέρσεις του Μάη του 1968 στη Γαλλία, όπου το σύνθημα «Απαγορεύεται το απαγορεύεται» έγινε σύμβολο μιας γενιάς που αμφισβητούσε κάθε μορφή εξουσίας.
Ωστόσο, όσοι παραβιάζουν τους κοινωνικούς κανόνες δεν το κάνουν πάντα για να απαλλαγούν από κάθε περιορισμό. Συχνά υπηρετούν μια διαφορετική αξία που θεωρούν ανώτερη.
Ένα τέτοιο παράδειγμα ήταν οι Κουάκεροι του 17ου αιώνα. Αρνούνταν να χρησιμοποιούν τιμητικούς τίτλους ή να ακολουθούν τις καθιερωμένες μορφές ευγένειας, επειδή πίστευαν ότι αυτές έκρυβαν υποκρισία και κολακεία. Η στάση τους θεωρούνταν προκλητική, όμως για τους ίδιους δεν αποτελούσε πράξη απελευθέρωσης αλλά θρησκευτική υποχρέωση.
Με άλλα λόγια, δεν μιλούσαν περισσότερο επειδή ήταν ελεύθεροι. Αντίθετα, συχνά περιόριζαν τα λόγια τους επειδή ένιωθαν δεσμευμένοι απέναντι σε μια ανώτερη αλήθεια.
Από την παρρησία στην ισότητα
Η έννοια της ελευθερίας ως καθήκον θυμίζει την αρχαιοελληνική παρρησία: το θάρρος να πει κανείς δημόσια την αλήθεια, ακόμη κι αν κινδυνεύει να προκαλέσει την οργή του ακροατηρίου.
Οι αρχαίοι Έλληνες, ωστόσο, αναγνώριζαν και μια δεύτερη μορφή ελευθερίας στον δημόσιο λόγο: την ισηγορία, δηλαδή το δικαίωμα όλων των πολιτών να συμμετέχουν ισότιμα στη δημόσια συζήτηση.
Η διάκριση αυτή επανέρχεται σήμερα στις αντιπαραθέσεις για τον αποκλεισμό ομιλητών από πανεπιστήμια ή δημόσιες εκδηλώσεις. Όσοι αποκλείονται συχνά παρουσιάζουν τον εαυτό τους ως ανθρώπους που τολμούν να εκφράσουν απαγορευμένες αλήθειες. Από την άλλη πλευρά, οι υποστηρικτές αυτών των αποκλεισμών υποστηρίζουν ότι επιχειρούν να δημιουργήσουν πιο ισότιμους όρους συμμετοχής για όσους ιστορικά είχαν λιγότερη «φωνή».
Η ελευθερία δεν είναι μία
Καμία από αυτές τις τρεις προσεγγίσεις δεν είναι απόλυτη. Η «Λογική» απαιτεί κανόνες ευπρέπειας και σεβασμού. Το «Καρναβάλι» συχνά αποκλείει όσους θεωρεί εκπροσώπους της εξουσίας. Η «Τιμή» μπορεί να οδηγήσει σε συγκρούσεις γύρω από την προσβολή, την αξιοπρέπεια ή την ανάγκη αποκατάστασης αδικιών.
Το βασικό συμπέρασμα είναι ότι η ελευθερία του λόγου δεν αποτελεί μία ενιαία ιδέα. Αντίθετα, συνυπάρχουν διαφορετικές αντιλήψεις για το τι σημαίνει να μιλά κανείς ελεύθερα και ποια όρια είναι αποδεκτά.
Γι’ αυτό και πολλές από τις πιο δύσκολες δημόσιες συζητήσεις δεν αφορούν απλώς το αν πρέπει να υπάρχουν περιορισμοί στον λόγο. Αφορούν το ποια μορφή ελευθερίας επιδιώκουμε και ποιους συμβιβασμούς είμαστε διατεθειμένοι να δεχθούμε προκειμένου να την υπερασπιστούμε.