Την προηγούμενη φορά που ο Ντόναλντ Τραμπ είχε επισκεφθεί το Πεκίνο το 2017, κατά την πρώτη θητεία του στον Λευκό Οίκο, δεν υπήρχαν αμφιβολίες στη συνάντηση κορυφής με τον Κινέζο πρόεδρο Σι Τζινπίνγκ για το ποιος είχε το «πάνω χέρι».

Όμως μεταξύ της νυν και της ανερχόμενης υπερδύναμης στον πλανήτη, ήτοι των ΗΠΑ και της Κίνας, η διαφορά έχει μειωθεί κατά πολύ με το πέρασμα των χρόνων.

Τώρα, ως έχουν τα πράγματα στην απρόβλεπτη εποχή Τραμπ 2.0, το Πεκίνο φαντάζει τώρα στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων σχεδόν πια ισότιμο.

Προφανώς οι ΗΠΑ παραμένουν η ισχυρότερη οικονομική, στρατιωτική και πυρηνική δύναμη στον πλανήτη και η Κίνα έχει ακόμη να ξεπεράσει αρκετά εμπόδια για να διεκδικήσει την παγκόσμια πρωτοκαθεδρία.

Όμως η πορεία των Ηνωμένων Πολιτειών φαντάζει πια φθίνουσα στα μάτια του Πεκίνου. Και όχι μόνο.

Σε έναν κόσμο που αλλάζει τάχιστα και βίαια, η αμερικανική ηγεμονία και η αξιοπιστία των ΗΠΑ ως συμμάχου είναι υπό αμφισβήτηση.

Σε αυτή τη σινοαμερικανική σύνοδο κορυφής, ο πρόεδρος των ΗΠΑ δεν βρισκόταν σε θέση ισχύος.

Πέρυσι, ο Ντόναλντ Τραμπ είδε να γίνονται μπούμερανγκ οι δασμοί ρεκόρ που επέβαλε στην Κίνα, υποχωρώντας τελικά μπροστά στους περιορισμούς του Πεκίνου στις σπάνιες γαίες.

Τώρα, η επίσκεψη του στον σημαντικότερο στρατηγικό αντίπαλο των ΗΠΑ με όρεξη για οικονομικά ντιλ ήλθε σε μια δύσκολη στιγμή για την αμερικανική εξωτερική πολιτική.

Ο ίδιος είναι εγκλωβισμένος στον αδιέξοδο πόλεμο επιλογής που εξαπέλυσε μαζί με το Ισραήλ κατά του Ιράν, ο οποίος έχει τώρα εξελιχθεί στην κρίση στα Στενά του Ορμούζ, με απρόβλεπτες συνέπειες για την αγορά ενέργειας, την επισιτιστική ασφάλεια και την παγκόσμια οικονομία.

Αν και το αρνείται, ο Τραμπ χρειάζεται τον Σι Τζινπίνγκ να ασκήσει πιέσεις στο Ιράν για την επίτευξη συμφωνίας και την αποφυγή κατάρρευσης της ούτως ή άλλως «τρύπιας» εκεχειρίας.

Μοιραία, κάτι τέτοιο θα έχει κάποιο τίμημα -πολλοί φοβούνται την Ταϊβάν.

Στιγμιότυπο από την επίσημη υποδοχή του Αμερικανού προέδρου Ντόναλντ Τραμπ στο Πεκίνο, την Πέμπτη, με ζητούμενο τη σταθεροποίηση των σινοαμερικανικών σχέσεων (REUTERS/Dado Ruvic/Illustration/File Photo)

Κάνοντας την Κίνα «σπουδαία ξανά»

Η νέα Στρατηγική Εθνικής Ασφαλείας των ΗΠΑ χαρακτηρίζει την Κίνα βασική αντίπαλο στην παγκόσμια ηγεμονία των ΗΠΑ.

Σε αυτό το φόντο συντελείται η στρατηγική στροφή των ΗΠΑ από την Ευρώπη στην περιοχή Ασίας-Ειρηνικού.

Ζητούμενο είναι η ανάσχεση της στρατηγικής ανόδου του Πεκίνου.

Όμως στην περιοχή η εικόνα των ΗΠΑ γίνεται όλο και πιο αρνητική.

Όπως και στην Ευρώπη, υπάρχει απώλεια εμπιστοσύνης στην Ουάσιγκτον ως συμμάχου και εταίρου.

Προς επίρρωση, η φετινή «Έρευνα για την Κατάσταση της Νοτιοανατολικής Ασίας 2026» δείχνει, για πρώτη φορά, ότι οι ΗΠΑ υπό την ηγεσία του Ντόναλντ Τραμπ αποτελούν την κορυφαία γεωπολιτική ανησυχία.

Για το 51,9% των ερωτηθέντων -ειδικών και ατόμων με επιρροή- οι φόβοι για την αμερικανική εξωτερική πολιτική είναι πια μεγαλύτεροι από αυτούς για την κινεζική επιθετικότητα στη Νότια Σινική Θάλασσα.

Με 48,2% είναι στην τρίτη θέση, πίσω από τα διεθνή δίκτυα απάτης (51,4%).

Εν μέσω δε «βαθιάς ανησυχίας για την ένταση του ανταγωνισμού μεταξύ των μεγάλων δυνάμεων», αναφέρεται, το 52% δηλώνει ότι θα ευθυγραμμιζόνταν με την Κίνα, έναντι 48% με τις ΗΠΑ, εάν έπρεπε να επιλέξει.

Πιθανότατα τα ευρήματα θα ήταν πολύ χειρότερα για τον Τραμπ, εάν η ετήσια έρευνα του Κέντρου Μελετών ASEAN του Ινστιτούτου ISEAS-Yusof Ishak, που δόθηκε στη δημοσιότητα τον περασμένο μήνα, δεν είχε διεξαχθεί λίγο πριν από την έναρξη των αμερικανοϊσραηλινών επιθέσεων κατά του Ιράν.

Υπάρχει «μια ισχυρή περιφερειακή προτίμηση για προβλεψιμότητα, πολυμερισμό και θεσμική σταθερότητα», αναφέρει.

«Ο σεβασμός του διεθνούς δικαίου και των θεσμών του, χωρίς να υπονομεύεται το παγκόσμιο σύστημα» αναδεικνύεται από τους ερωτηθέντες ως το κορυφαίο βήμα που θα πρέπει να κάνει η Ουάσινγκτον για την ενίσχυση των δεσμών.

Τα επόμενα δύο είναι η επιδίωξη ελεύθερου εμπορίου και στρατηγικών εταιρικών σχέσεων, αντί για τιμωρητικούς δασμούς, και ο σεβασμός της εθνικής κυριαρχίας και της αυτονομίας της εξωτερικής πολιτικής των μελών της Ένωσης Χωρών Νοτιοανατολικής Ασίας (ASEAN).

Ο Αμερικανός πρόεδρος με τον Κινέζο ομόλογό του Σι Τζινπίνγκ, κατά την επίσκεψη του Ντόναλντ Τραμπ στο Πεκίνο, στις 14-15 Μαΐου (cnsphoto via REUTERS)

Μεταξύ κινεζικής «σφύρας» και «άκμονος» Τραμπ

Ακόμη και στενοί σύμμαχοι των ΗΠΑ στην Ασία πια αμφιταλαντεύονται, στους ρυθμούς αυτού που πολλοί αποκαλούν «διπλωματία μπαμπού».

Επιδιώκουν μια ευελιξία κινήσεων, καθώς ο πόλεμος στο Ιράν ενέτεινε τις συμμαχικές αβεβαιότητες και η ενεργειακή κρίση έχει φέρει οικονομίες, κυβερνήσεις και κοινωνίες στα «σχοινιά».

Εν μέσω κλιμακούμενων απειλών της πυρηνικής Βόρειας Κορέας, η Σεούλ είδε εν μία νυκτί να αποσύρονται, χωρίς διαβουλεύσεις, αμερικανικές δυνάμεις και συστοιχίες Patriot  από τη νοτιοκορεατική επικράτεια προς ενίσχυση του μετώπου κατά του Ιράν.

Η Ιαπωνία δέχθηκε ασφυκτικές πιέσεις από τον Τραμπ να εμπλακεί στον πόλεμο, με αξιώσεις του Αμερικανού προέδρου για την άμεση συγκρότηση μιας «ναυτικής συμμαχίας» μαζί με άλλες χώρες (βλέπε Ευρωπαίους) προς συνδρομή των ΗΠΑ στο άνοιγμα των Στενών του Ορμούζ.

Στο μεσοδιάστημα, οι 2.500 πεζοναύτες και τα πολεμικά πλοία που η Ουάσιγκτον μετακίνησε από την Οκινάουα στον Κόλπο ανήκουν στη δύναμη αποτροπής των κινεζικών απειλών προς την Ταϊβάν.

Η Μανίλα εν τω μεταξύ παρακολουθεί ανήσυχη την Κίνα να κατασκευάζει  τεχνητά νησιά στη Νότια Σινική Θάλασσα και να μετατρέπει υφάλους σε οχυρωμένες βάσεις, ακόμη και εντός της ΑΟΖ των Φιλιππίνων.

Στην ίδια την Ταϊβάν, τον πιο «αδύναμο» κρίκο στην περιοχή, οι αμφιβολίες για την στήριξη των Αμερικανών ενισχύουν τους κύκλους που υποστηρίζουν τους στενούς δεσμούς με την Κίνα -όπως κατέδειξε η επίσκεψη της επικεφαλής της αντιπολίτευσης τον Απρίλιο στο Πεκίνο και η αντίθεση του εθνικιστικού κόμματός της, Κουομιτάνγκ, στην έγκριση πρόσθετου αμυντικού προϋπολογισμού.

Για «Αυτοκτονία Υπερδύναμης» μιλά ο Τίμοθι Σνάιντερ, Αμερικανός ιστορικός και σφοδρός επικριτής της κυβέρνησης Τραμπ. «Είναι μια έννοια που βοηθά να κατανοήσουμε την προσέγγιση του καθεστώτος Τραμπ απέναντι στον υπόλοιπο κόσμο», εξηγεί, σκιαγραφώντας την παρακμή των ΗΠΑ.

Δεν είναι μόνο ο πόλεμος στο Ιράν, λέει, αλλά συνολικά οι πολιτικές του Τραμπ, ως «σύμπτωμα κάτι βαθύτερου: μιας συστηματικής αποδόμησης της αμερικανικής ισχύος από τους ίδιους τους Αμερικανούς».