Η ιστορία μιας ξεχασμένης σταρ γίνεται ο φακός μέσα από τον οποίο ο Ξαβιέ Τζιανόλι επιχειρεί να ξαναδιαβάσει μία από τις πιο σκοτεινές σελίδες της γαλλικής Ιστορίας. Στο Les Rayons et les Ombres («Ακτίνες και Σκιές»), η Κοριν Λυσέρ επιστρέφει —όχι στη σκηνή, αλλά στη μνήμη— προσπαθώντας να δώσει νόημα σε όσα δεν θέλησε ή δεν τόλμησε να δει την εποχή της Κατοχής. Μόνη, σε ένα ταπεινό διαμέρισμα μετά τον πόλεμο, καταγράφει τη δική της εκδοχή των γεγονότων, την ώρα που το βάρος της αλήθειας για τον πατέρα της, τον εκδότη Ζαν Λυσέρ —εκτελεσμένο το 1946 για προδοσία— αρχίζει να γίνεται αδύνατο να αγνοηθεί.

YouTube video player

Η στιγμή που σπάει η σιωπή

Η προσωπική της αφήγηση «ραγίζει» όταν την επισκέπτεται ο εβραϊκής καταγωγής σκηνοθέτης που την ανέδειξε. Σε μια φαινομενικά απλή ερώτηση για την αδελφή του, εκείνος της αποκαλύπτει ότι χάθηκε σε στρατόπεδο συγκέντρωσης. Η αμηχανία της —«δεν το ήξερα»— συναντά μια ψυχρή, σχεδόν κατηγορητική απάντηση: «Έκανες ποτέ την προσπάθεια να μάθεις;»

Επιτυχία και αντιδράσεις

Παρότι ξεπερνά τις τρεις ώρες, η ταινία γνώρισε εντυπωσιακή προσέλευση, κόβοντας πάνω από 300.000 εισιτήρια στη Γαλλία μέσα στην πρώτη εβδομάδα προβολής της. Ταυτόχρονα, όμως, άνοιξε έναν νέο κύκλο αντιπαράθεσης γύρω από την περίοδο του Βισύ. Κριτικοί από τον κεντρώο και δεξιό χώρο τη βλέπουν ως μια σύνθετη και ώριμη προσέγγιση της Ιστορίας, ενώ έντυπα όπως η Libération και η L’Humanité θεωρούν ότι επιχειρεί να «μαλακώσει» την ευθύνη όσων συνεργάστηκαν ενεργά με τους Ναζί.

Η «ανθρώπινη» εκδοχή της προδοσίας

Στο επίκεντρο της διαμάχης βρίσκεται η απεικόνιση του Ζαν Λυσέρ. Ο Τζιανόλι δεν τον παρουσιάζει ως αμετανόητο ιδεολόγο, αλλά ως έναν άνθρωπο αδύναμο και παρορμητικό, του οποίου οι προσωπικές επιλογές —και η έλλειψη πυξίδας— τον οδηγούν στην καταστροφή.

«Ήθελα να φωτίσω τις παγίδες στις οποίες μπορεί να πέσει ένας άνθρωπος», εξηγεί ο σκηνοθέτης, που δούλεψε το σενάριο για πέντε χρόνια μαζί με τους Ζακ Φιεσκί και Ιβ Σταβρίδης. «Πώς μικροί φόβοι και συμβιβασμοί μπορούν να καθορίσουν μια ολόκληρη εποχή».

ΜΜΕ, εξουσία και ηθική πτώση

Ο ίδιος, παιδί γνωστού δημοσιογράφου, επιστρέφει σε ένα θέμα που τον απασχολεί διαρκώς: τη διαπλοκή εξουσίας, μέσων ενημέρωσης και χρήματος. Μετά τις Χαμένες Ψευδαισθήσεις του Ονορέ ντε Μπαλζάκ, όπου κατέγραψε τη μετάλλαξη της δημοσιογραφίας σε εργαλείο κέρδους, εδώ εξερευνά πώς ένας άνθρωπος περνά από τον ειρηνισμό στον αντισημιτισμό και τελικά στη συνεργασία με ένα ακραίο καθεστώς.

Η επιλογή του Ντιζαρντέν και η «γοητεία»

Τον Ζαν Λυσέρ υποδύεται ο Ζαν Ντιζαρντέν, επιλογή που δεν ήταν τυχαία. Ο Τζιανόλι ήθελε έναν ηθοποιό με γοητεία, ώστε να αναδείξει τη «σαγηνευτική» πλευρά της προδοσίας. «Ο Λυσέρ ανήκε σε έναν κόσμο κοσμικό, γεμάτο απολαύσεις και ηθικές εκπτώσεις», σημειώνει ο Ζακ Φιεσκί, θυμίζοντας χαρακτήρες που θα μπορούσαν να έχουν βγει από ταινία του Ζαν Ρενουάρ.

Η σχέση με τον Ότο Άμπετς

Καθοριστική για την πλοκή είναι και η σχέση του με τον Ότο Άμπετς, τον οποίο υποδύεται ο Αουγκούστ Ντιλ. Οι δυο τους ξεκινούν ως ειρηνιστές τη δεκαετία του ’30, αλλά η κοινή τους διαδρομή τους οδηγεί στη δημιουργία ενός ισχυρού δικτύου προπαγάνδας υπέρ της ναζιστικής Γερμανίας. Ο Άμπετς, ως πρεσβευτής στο Παρίσι, είναι αυτός που ανοίγει στον Λυσέρ τον δρόμο προς την εξουσία και τη συνεργασία.

Η παρακμή της ελίτ

Η ταινία δείχνει χωρίς ωραιοποίηση την παρακμή εκείνης της εποχής: πάρτι χωρίς τέλος, πολυτέλεια την ώρα που ο πληθυσμός πεινά, ύποπτες συναναστροφές και μια κοινωνία που χάνει σταδιακά τα όριά της. Σκηνές σε εμβληματικά παρισινά στέκια, όπως το Maxim’s και το Fouquet’s, αποτυπώνουν αυτή τη βαθιά ηθική αποσύνθεση.

Ένα δύσκολο κεφάλαιο για τη Γαλλία

Δεν είναι τυχαίο ότι το θέμα της συνεργασίας παραμένει δύσκολο για τον γαλλικό κινηματογράφο. Για χρόνια κυριαρχούσε ο μύθος της καθολικής αντίστασης, που ενίσχυσε ο Σαρλ ντε Γκωλ μετά τον πόλεμο. Όταν ο Λουί Μαλ τόλμησε να αγγίξει το θέμα τη δεκαετία του ’70, η αντίδραση ήταν τόσο έντονη που τον οδήγησε εκτός Γαλλίας για χρόνια.

Οι ενστάσεις των ιστορικών

Σήμερα, ο Τζιανόλι φαίνεται να συνεχίζει αυτή τη δύσκολη συζήτηση, αν και όχι χωρίς αντιδράσεις. Ο ιστορικός Λοράν Ζολί θεωρεί ότι η ταινία υποβαθμίζει τον πραγματικό χαρακτήρα του Λυσέρ, επισημαίνοντας ότι δεν επρόκειτο για έναν «παρασυρμένο» άνθρωπο, αλλά για κάποιον που είχε ήδη διαφθαρεί από νωρίς.

Αντίστοιχα, αμφισβητεί και την εικόνα της Κοριν ως καθαρού θύματος. Αν και πράγματι υπέφερε μετά τον πόλεμο, κατάφερε να ανακάμψει και να δημοσιεύσει τα απομνημονεύματά της, Ma Drôle de Vie, πριν τον πρόωρο θάνατό της.

Το δίλημμα της αλήθειας

Για τον Τζιανόλι, το στοίχημα ήταν σαφές: να ισορροπήσει ανάμεσα στην κατανόηση και την καταδίκη. Όπως παραδέχεται, όταν ζήτησε συμβουλή από τον ιστορικό Πασκάλ Ορί, εκείνος του είπε κάτι που συνοψίζει το δίλημμα της ταινίας: «Αν πεις ψέματα, δεν θα σε συγχωρήσουν. Αλλά ούτε και αν πεις όλη την αλήθεια».

*Με πληροφορίες από: The Guardian