Η Μαρία Καρυστιανού εισήλθε για τα καλά στην πολιτική επικαιρότητα. Από τη στιγμή που αποφάσισε ν’ ανοίξει τα χαρτιά της και να μιλήσει ξεκάθαρα για τη δημιουργία ενός νέου πολιτικού φορέα -άσχετα εάν πριν από μερικούς μήνες απέκλειε ένα τέτοιο ενδεχόμενο- τάραξε τα νερά στο πολιτικό σκηνικό.

Το αίτημα Καρυστιανού

Δεν είναι η πρώτη φορά που στον πολιτικό στίβο κατεβαίνει ένας υποψήφιος που δεν έχει τα συνηθισμένα χαρακτηριστικά εκείνων που επιλέγουν ν’ ακολουθήσουν πολιτική καριέρα. Η Μαρία Καρυστιανού πρόβαλε το αίτημα για «Δικαιοσύνη» και «Κάθαρση», εκφράζοντας με αυτόν τον τρόπο χιλιάδες άλλους πολίτες που θεωρούν τη σημερινή κυβέρνηση ως άντρο της διαφθοράς και της συγκάλυψης, όχι μόνο στα Τέμπη αλλά και σε σειρά άλλων περιπτώσεων και σκανδάλων.

Η σούπα για την κυρία Καρυστιανού άρχισε να χαλάει από τη στιγμή που υπήρξαν επαναλαμβανόμενα δημοσιεύματα -τα οποία στην πλειονότητά τους ουδέποτε διαψεύστηκαν- αναφορικά με τις ιδέες που πρεσβεύει, αλλά και τους συνεργάτες που την περιστοιχίζουν. Η δήλωσή της περί αμβλώσεων που προκάλεσε σωρεία αντιδράσεων -κυρίως στον προοδευτικό κόσμο- ήταν απλώς το κερασάκι στην τούρτα άλλων προηγούμενων δηλώσεων που έμπλεκαν την πολιτική και το αίτημα για δικαιοσύνη με το μεταφυσικό και τη θρησκεία.

Το θολό παρελθόν

Οι αναφορές για τις στενές σχέσεις που διατηρεί με μια… γερόντισσα της ορθοδοξίας από τη Συρία ή οι συχνές, δικές της παραπομπές στον «κύκλο της δύναμης» που μπορεί να επέλθει εάν ακολουθήσουμε σωστά το τρίπτυχο «θρησκεία-πατρίδα-οικογένεια», σε συνδυασμό με διάφορα πρόσωπα που εμφανίζονται ως στενοί της συνεργάτες και των οποίων το πολιτικό παρελθόν είναι από εξαιρετικά θολό έως σχεδόν μαύρο, δημιούργησαν ένα κύμα αμφιβολίας για την κα Καρυστιανού και για το πόσο ακομμάτιστη και αποϊδεολογικοποιημένη είναι τελικά.

Ομολογουμένως έχει φανατικούς οπαδούς όλων των κομματικών αποχρώσεων, για τους οποίους ο λόγος της είναι συμβόλαιο και τίποτε δεν δείχνει ικανό -τουλάχιστον προς ώρας- να ψαλιδίσει έστω τα φτερά της πίστης τους στο πρόσωπό της. Στη μικρή γειτονιά των μέσων κοινωνικής δικτύωσης συναντάμε τέτοιους πιστούς που στα χρόνια που έχουν προηγηθεί δήλωναν αρχικά πίστη στο ΠΑΣΟΚ «του Ανδρέα» -έστω κι αν αυτό έχει πάψει εδώ και καιρό να υφίσταται- μετά «στον Αλέξη», εν συνεχεία ακολούθησαν πιστά το φαινόμενο Κασσελάκη και όταν απογοητεύτηκαν απ’ όλους βρήκαν το νέο τους πολιτικό απάγκιο στο πρόσωπο της κας Καρυστιανού.

«Να φύγει ο Μητσοτάκης»

Τα πρόσωπα μπορεί ν΄ αλλάζουν, η επιχειρηματολογία ωστόσο είναι ίδια και απαράλλαχτη. Στο μυαλό τους ακολουθούν τον νέο ηγέτη -εν προκειμένω την ηγέτιδα- που θα πολεμήσει το σύστημα και τις παραφυάδες του και θα φέρει την πολυπόθητη Δικαιοσύνη. Κανείς δεν μπορεί να τους αδικήσει με όσα έχουν συμβεί στη χώρα στα χρόνια διακυβέρνησης της ΝΔ, το ερώτημα είναι αν αρκεί μια Καρυστιανού να φέρει την Άνοιξη.

Πολλοί εκ των υπερασπιστών της δηλώνουν ότι προτίθενται να την ψηφίσουν μόνο και μόνο «για να φύγει ο Μητσοτάκης». Την ίδια ώρα θεωρούν σύσσωμη την αντιπολίτευση ανίκανη να πολεμήσει το σύστημα της Δεξιάς, όντας κατακερματισμένη, γι’ αυτό άλλωστε και διατυμπανίζουν την Καρυστιανού σχεδόν χωρίς όρους. Το εντυπωσιακό είναι ότι δεν έχουν καν δεύτερες σκέψεις αν αυτό που θα ψηφίσουν μπορεί να αποδειχθεί χειρότερο από την ήδη υπάρχουσα κατάσταση. Εμφανίζονται πεπεισμένοι πως δεν θα είναι.

Οι μετρήσεις

Για να είμαστε ειλικρινείς ήταν αναμενόμενο να συμβεί κάτι τέτοιο. Από τις ευρωεκλογές και μετά σε όλες τις μετρήσεις εμφανιζόταν ένα κενό στην πολιτική έκφραση το οποίο ανέμενε τον δικό του εκφραστή. Η απαξίωση του πολιτικού συστήματος και η αποστροφή στα παραδοσιακά κόμματα από αρκετούς ψηφοφόρους υποδήλωναν πως ήταν ζήτημα χρόνου να βγει μπροστά κάποιος που θα επιχειρούσε να «μαζέψει» όλον αυτόν τον κόσμο.

Είναι η κυρία Καρυστιανού αυτή; Θα δείξει. Οι δημοσκοπήσεις πάντως την δίνουν ήδη ένα σεβαστό ποσοστό, κάποιες εξ αυτών την δίνουν ακόμα και τη δεύτερη θέση πίσω απ’ τη ΝΔ.

Για το πολιτικό φαινόμενο Καρυστιανού ζητήσαμε στην άποψη του Παύλου Βασιλόπουλου, αναπληρωτή καθηγητή Πολιτικής Επιστήμης στο πανεπιστήμιο του Γιορκ. Η πρώτη ερώτηση αφορούσε στην περίπτωση υποψήφιων που εμφανίζονται από το πουθενά στον εκλογικό στίβο και όμως η επιρροή τους δείχνει να γιγαντώνεται.

Δυσαρέσκεια και έλλειψη εμπιστοσύνης

«Οι βασικοί λόγοι είναι δύο. Από τη μια έχουμε τη φοβερά έντονη δυσαρέσκεια που επικρατεί στην κοινωνία», εξηγεί ο κ. Βασιλόπουλος και συνεχίζει: «Χωρίς έντονη δυσαρέσκεια δύσκολα βρίσκεται χώρος για αντικομματικούς υποψηφίους. Θα έλεγα ότι είναι ένας συνδυασμός της προσωπικής δυσφορίας με την εικόνα της διαφθοράς που επικρατεί σε υψηλά ποσοστά στην άποψη των Ελλήνων.

Σύμφωνα με μια πρόσφατη έρευνα του Ευρωβαρόμετρου, το 97% του πληθυσμού θεωρεί ότι υπάρχει εκτεταμένη διαφθορά στη χώρα. Που μπορεί να ξαναβρεί κανείς τέτοια ποσοστά που να συμφωνούν σε συγκριμένο ερώτημα;

O κ. Παύλος Βασιλόπουλος αναπληρωτής καθηγητής Πολιτικής Επιστήμης στο πανεπιστήμιο του Γιορκ

Από την άλλη ο κόσμος δεν έχει πλέον εμπιστοσύνη στα παραδοσιακά κόμματα. Ο δικομματισμός όπως τον ξέραμε έχει καταρρεύσει και οι πολίτες έχουν πάψει να νιώθουν εγγύτητα σε κάποιο κομματικό σχηματισμό. Κατά συνέπεια δημιουργούνται νέες δεξαμενές ψηφοφόρων απ’ τις οποίες μπορούν να αντλήσουν δυνάμεις οι νέοι συσχετισμοί. Το είδαμε αυτό να συμβαίνει με την Πλεύση Ελευθερίας όπου επίσης κινήθηκε σε μια λογική διαμαρτυρίας απέναντι στο σύστημα και το οποίο κέρδισε ψηφοφόρους από άλλα κόμματα».

«Περισσότερο τιμωρός παρά Μεσσίας»

Ρωτάμε τον κ. Βασιλόπουλο αν θεωρεί πως η κυρία Καρυστιανού έχει τα χαρακτηριστικά του πολιτικού Μεσσία που αναζητά μερίδα του εκλογικού σώματος,

«Μου φαίνεται περισσότερο ως τιμωρός παρά ως Μεσσίας. Έχει μπει από την πρώτη σχεδόν στιγμή σε μια λογική ευθείας σύγκρουσης με την κυβέρνηση και δίνει την εικόνα ενός ανθρώπου που δεν το βάζει κάτω μέχρι να δικαιωθεί. Ο αγώνας που κάνει την έχει αναγάγει σε εκφραστή του θυμού και της δυσφορίας που επικρατεί σε σημαντικό κομμάτι της κοινωνίας.

Όσον αφορά τις θρησκευτικές αναφορές που έχει στις συνεντεύξεις της, προφανώς και γνωρίζει σε ποια χώρα απευθύνεται. Μην ξεχνάτε πως η Εκκλησία έχει μεγάλη επιρροή στην Ελλάδα. Ειδικά μετά την περίοδο της κρίσης και στη συνέχεια την πανδημία, έχουμε μια τάση αυξανόμενου εθνοκεντρισμού».

Από τον Καραμανλή στον Ανδρέα

Από την άλλη για χαρακτηριστικά πολιτικού μεσσιανισμού που είναι βαθιά χαραγμένα στην κουλτούρα μας ως λαού, κάνει λόγο ο έτερος συνομιλητής μας, ο Ιωσήφ Χαλαβαζής, υποψήφιος διδάκτορας στο τμήμα Επικοινωνίας και ΜΜΕ του Πανεπιστημίου Αθηνών και σύμβουλος πολιτικής και εταιρικής επικοινωνίας.

«Από τη Μεταπολίτευση μέχρι και σήμερα, θα μπορούσαμε να υποστηρίξουμε πως στη χώρα μας η ιδεολογία -υπό την ευρεία έννοια- αν και δεν λειτούργησε αποκλειστικά ως κοσμική θρησκεία, διατηρεί πολύ έντονα μερικά στοιχεία θρησκευτικότητας, όπως η εμμονή με τα πρόσωπα και τη λατρεία τους», λέει.

O κ. Ιωσήφ Χαλαβαζής, υποψήφιος διδάκτορας στο τμήμα Επικοινωνίας και ΜΜΕ του Πανεπιστημίου Αθηνών.

«Δύο χαρακτηριστικά παραδείγματα που επιβεβαιώνουν τον παραπάνω ισχυρισμό αποτελούν η περιβόητη φράση «Καραμανλής ή τανκς» και ο Ανδρέας Παπανδρέου, ο οποίος σχεδόν 30 χρόνια μετά τον θάνατό του διατηρεί ακόμα τα υψηλότερα ποσοστά θετικών εντυπώσεων ως πρωθυπουργός. Παρότι πρόκειται για δύο χαρισματικούς ηγέτες, ο τρόπος με τον οποίο γίνονται αντιληπτοί μέχρι και σήμερα δείχνει πως ο πολιτικός μεσσιανισμός είναι βαθιά χαραγμένος στην ελληνική πολιτική κουλτούρα», προσθέτει.

Αριστερά και Δεξιά

Ένα από τα βασικά επιχειρήματα της Μαρίας Καρυστιανού είναι πως έχει ξεπεράσει το δίπολο Αριστεράς-Δεξιάς το οποίο και θεωρεί ξεπερασμένο. Δεν είναι η πρώτη που πολιτεύεται χρησιμοποιώντας αυτό το επιχείρημα. Το έχουμε δει να συμβαίνει και στο κοντινό παρελθόν είτε από την Πλεύση Ελευθερίας είτε από την Ελληνική Λύση του Κυριάκου Βελόπουλου.

Υπό αυτό το πρίσμα ρωτήσαμε τον κ. Βασιλόπουλο να μας πει εάν η κρίση δεν αφορά μόνο τα κόμματα αλλά και τις ιδεολογίες και κατά πόσο ευσταθεί το ανωτέρω επιχείρημα περί Αριστεράς-Δεξιάς.

«Αυτό είναι μεγάλη κουβέντα και θέλει πολύ χρόνο ν’ αναλυθεί. Ας μείνουμε στο ξεκάθαρο που είναι ότι πολιτική χωρίς ιδεολογία δεν υπάρχει. Ό,τι και να λέει ο οποιοσδήποτε οι πολιτικές επιλογές του θα έχουν πάντα το ανάλογο πρόσημο. Το πως θα αντιμετωπίσει για παράδειγμα τις οικονομικές ανισότητες, τη μετανάστευση, τα δικαιώματα των γυναικών ή άλλων κοινωνικών ομάδων κλπ.», ήταν η απάντηση.

Στο πρόσθετο ερώτημα αν η «απαλοιφή των ιδεολογιών» εξυπηρετεί την Ακροδεξιά κατά κύριο λόγο, ο κ. Βασιλόπουλος ήταν σαφής:

«Ναι, επειδή ο ακροδεξιός χώρος φέρει ένα στίγμα και το γνωρίζει. Μέσω της απαλοιφής της ιδεολογίας, ο ακροδεξιός λόγος επιχειρεί να αποστιγματιστεί με στόχο την κανονικοποίηση. Προσοχή δεν λέω ότι η κα Καρυστιανού είναι ακροδεξιά. Θέλω να την δω κι άλλο σε δηλώσεις και τοποθετήσεις της. Ωστόσο έχετε δίκιο στο ερώτημα που θέσατε. Χωρίς αυτό να σημαίνει ότι την ίδια τακτική αποϊδεολογικοποίησης δεν την έχουν ακολουθήσει κι άλλα κόμματα στο παρελθόν, ακόμα και κεντρώα. Υποβαθμίζουν την ιδεολογική τους ταυτότητα προκειμένου να προσελκύσουν περισσότερους ψηφοφόρους».

Αναζητώντας τον ηγέτη

Επιστρέφοντας στην ελληνική πραγματικότητα και στη διαχρονική αναζήτηση ηγέτη, ο Ιωσήφ Χαλαβαζής καταγράφει τον πολιτικό μεσσιανισμό όπως εκφράστηκε σε τρία πολιτικά πρόσωπα, τον Αλέξη Τσίπρα, τον Στέφανο Κασσελάκη κι εσχάτως στη Μαρία Καρυστιανού.

Σε ό,τι αφορά στον Αλέξη Τσίπρα και την περίοδο τη μνημονιακή περίοδο, ειδικά από το 2012 και μετά «εκφράστηκε ως ένας πλατύς αντισυστημισμός συνδυασμένος με πλήθος χαρακτηριστικών της αριστερής ιδεολογίας και του λαϊκισμού. Θα πρέπει να αναγνωρίσουμε πως αυτό λειτούργησε, ειδικά σε μία περίοδο που η κοινωνία έδειξε κόπωση από το πολιτικό σύστημα και ήθελε μία ανανέωση που συνδύαζε αντίδραση», αναφέρει.

Οι εξελίξεις, μετά τις εκλογές του 2023 οδήγησαν τον Αλέξη Τσίπρα -προσωρινά- στον πάγκο της πολιτικής. Υπό αυτό το πρίσμα μερίδα του κόσμου μπήκε στη διαδικασία αναζήτησης ενός νέου πολιτικού μεσσία. Κάπως έτσι φτάσαμε στον Στέφανο Κασσελάκη.

Σύμφωνα με τον κ. Χαλαβαζή ο Στέφανος Κασσελάκης «προσπάθησε να εδραιωθεί σε ένα ταχύτατα εναλλασσόμενο και ρευστό πολιτικό σύστημα με τα λανθασμένα -και πολλές φορές αντικρουόμενα- εργαλεία. Από την πρώτη του μέρα αυτοπλαισιώθηκε ως ένας νέος σωτήρας για την Ελλάδα και τον προοδευτικό χώρο που συνδύαζε την υποτιθέμενη αριστεία μέσω της επιτυχημένης επιχειρηματικής δράσης του στις ΗΠΑ, την πολιτισμική αναπροσαρμογή του αμερικανικού ονείρου, τα στερεότυπα περί διεφθαρμένης Ελλάδας και φυσικά τη δύναμη του όχλου με τον οποίο θα επικοινωνούσε αδιαμεσολάβητα.

Η πρόταση του Στέφανου Κασσελάκη επί της ουσίας ήταν η εφαρμογή υλικών από την αμερικανική πολιτική ζωή, τις ταυτότητες πολιτικές, μία δόση αποικιοκρατικού πνεύματος και αρκετή reality TV η οποία διδάσκει ψευδώς πως ένα δυνατό χαμόγελο, μερικές αιχμηρές ατάκες και η συνεχής προσπάθεια αρκούν για να κατακτήσεις τον κόσμο».

Αναζητώντας την εκδίκηση

Μιλώντας με τον κ. Χαλαβαζή συμφωνεί κι αυτός πως στην περίπτωση της κας Καρυστιανού μιλάμε με όρους εκδικητικότητας. «Αυτό που την κάνει να ξεχωρίζει είναι το αίτημα για δικαίωση, όχι με όρους φιλελεύθερης δημοκρατίας και κοινωνικής δικαιοσύνης, αλλά προσωπικής εκδίκησης απέναντι στο σύστημα και ηθικής (righteous) τιμωρίας που σχετίζεται άμεσα με έναν θεολογικό λόγο», μάς λέει.

Και ο κ. Χαλαβαζής προσθέτει: «Μέχρι στιγμής δεν υπάρχει κάποια απτή πολιτική πρόταση, πέρα από την επιθυμία της να κινηθεί στο πλαίσιο «Πατρίς – Θρησκεία – Οικογένεια». Πάνω σε αυτόν τον άξονα θα πρέπει να αναγνωστεί και η επιθυμία της η άμβλωση να καταστεί από κεκτημένο κάθε γυναίκας ως θέμα προς δημόσια διαβούλευση. Κεφαλαιοποιεί τη δημοσιότητά της για την προώθηση μίας σκοταδιστικής, αντινεωτερικής ατζέντας, φέρνοντας στο προσκήνιο πρόσωπα από το πολιτικό περιθώριο της ριζοσπαστικής δεξιάς. Πρόκειται για μία περίπτωση «σκοτεινού διαφωτισμού» περιπλεγμένου με έντονη θρησκευτικότητα, αυτοσχεδιαστική αλήθεια και τη λογική «anything goes»».

Το εντυπωσιακό είναι πως αν και η κα Καρυστιανού 24 ώρες μετά τη δήλωση για τις αμβλώσεις επιχείρησε να ανασκευάσει τα όσα είπε, ρίχνοντας την ευθύνη στους «κακούς» δημοσιογράφους, ορισμένοι από τους πιστούς οπαδούς της συνέχισαν να ξιφουλκούν στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης και να βάζουν εκ νέου το ζήτημα προς… δημόσια διαβούλευση. Ομοίως εξάλλου είδαμε έναν από τους δικηγόρους της, να θέλει να επαναφέρει στο δημόσιο λόγο τη συζήτηση περί μοιχείας και… μοναρχίας.

Με πρόφαση τη Δημοκρατία

«Πώς σχολιάζετε αυτή την προσπάθεια αναθεωρητισμού, όπου βάζοντας κάποιοι μπροστά τη Δημοκρατία και τον σεβασμό στην άλλη άποψη, φτάνουν έως τη δημόσια διαβούλευση και θίγουν θέματα που ήταν τακτοποιημένα, όπως για παράδειγμα οι αμβλώσεις;», ρωτάμε τον κ. Βασιλόπουλο.

Η απάντηση είναι κι εδώ ξεκάθαρη: «Η έννοια της φιλελεύθερης δημοκρατίας εμπεριέχει δύο στοιχεία. Την εκλογή κυβερνήσεων με βάση τη βούληση της πλειοψηφίας και την προστασία των ατομικών ελευθεριών. Οτιδήποτε άλλο δεν είναι δημοκρατία, με τη φιλελεύθερη τουλάχιστον έννοια. Συνεπώς μια δημοκρατία δεν μπορεί να αφαιρέσει το κατοχυρωμένο δικαίωμα των γυναικών στην αυτοδιάθεση του σώματός τους με πρόσχημα μια υποτιθέμενη πλειοψηφία», λέει ο κ. Βασιλόπουλος.

«Η Δημοκρατία λειτουργεί πάνω σε πυλώνες ανθρώπινων δικαιωμάτων στους οποίους έχουμε ήδη συμφωνήσει. Για παράδειγμα σε μια δημοκρατία ο κατηγορούμενος δικαιούται νομική υπεράσπιση. Δεν γίνεται να του στερήσουμε αυτό το δικαίωμα και π.χ. να τον λιντσάρουμε χωρίς δίκη επικαλούμενοι τη βούληση της όποιας πλειοψηφίας. Άλλο που δεν τίθεται καν ζήτημα βούλησης πλειοψηφίας σε ό,τι αφορα την άμβλωση. Με βάση περυσινά στοιχεία του Pew Research Center 77% των Ελλήνων είναι υπέρ της νομιμοτητας των αμβλώσεων».

«Για να καταλήξω», σημειώνει ο κ. Βασιλόπουλος, «θεωρώ ότι στην κα Καρυστιανού έτυχε ό,τι χειρότερο μπορούσε να συμβεί σε έναν άνθρωπο. Η χειρότερη τραγωδία. Δεν ξέρω πως θ’ αντιδρούσα εγώ αν έχανα το παιδί μου υπό παρόμοιες συνθήκες. Αυτό που μπορώ να πω με σιγουριά είναι πως ένα θυμωμένο εκλογικό ακροατήριο είναι έτοιμο να πάρει ρίσκα εμπιστευόμενο πολιτικούς χωρίς πείρα προκειμένου να τιμωρήσει το πολιτικό σύστημα».