Ο Γεράσιμος Ανδρεάτος υπερασπίζεται το καλό λαϊκό τραγούδι όσο λίγοι. Η αυτονόητη πράξη που κάποτε ήταν δεδομένη, σήμερα είναι ένας αγώνας άνισος στο νέο ρευστό και μπερδεμένο μουσικό τοπίο. Ο Γεράσιμος όμως έχει συμπαγείς αφετηρίες, από το μπουζούκι που ξεκίνησε μέχρι τους δημιουργούς που δούλεψε μαζί ή τα λαϊκά κέντρα με τον σωστό ήχο και τη σωστή διάταξη της ορχήστρας που έχει εμφανιστεί και έχει κάνει επιτυχία. Ανήκει σε μια γενιά δε ερμηνευτών που πρόλαβαν όλες τις μεταβάσεις και στη δισκογραφία και τη νύχτα. Και σε εκείνους που κατέκτησαν μια δική τους ταυτότητα και ένα δικό τους ρεπερτόριο («διαβατήριο» το λέει και σωστά ο ίδιος) και με μεγαλύτερο κόπο από παλιότερες γενιές που αυτός ο τρόπος τέχνης ήταν πιο δεδομένος. Ο Ανδρεάτος αγαπιέται από τον κόσμο για το ήθος, τη σεμνότητά του αλλά και μια ιδιαίτερη μαχητικότητα για το τραγούδι του λαού. Αυτό που παρηγορεί, ανατάσσει, εμψυχώνει. Μια συζήτηση μαζί του δεν αφορά απλώς και μόνο την επικαιρότητα. Ο Ανδρεάτος έχει άποψη για το σημερινό τοπίο, ανησυχία για τις όψεις του, αλλά και πίστη στο δικό του όνειρο.

Πριν πατήσω το μαγνητοφωνάκι μου, λέγατε μια υπέροχη ιστορία για μια πόρτα. Πάμε να την πείτε ξανά;

Πλαταιών 60, στο Μεταξουργείο. Εκεί γεννήθηκα κι έμεινα μέχρι πεντέμισι ετών. Θυμάμαι μια ΕΒΓΑ του Χηνόπουλου, σπάνια έβλεπες αυτοκίνητα. Εχω πάντως μνήμες. Οπως ως μικρό παιδί μια εσωτερική αυλή, σαν αυτές που βλέπουμε σε παλιές ελληνικές ταινίες, έμενε μια άλλη οικογένεια. Συναυλιζόμενη. Μετά από χρόνια, πριν μεταφέρω τα εκλογικά μου δικαιώματα από την Αθήνα στη Γλυφάδα, με έφεραν τα βήματα στο παλιό μου πατρικό. Και λέω δεν πάω να δω το παλιό μου σπίτι; Θυμάμαι λοιπόν μια τεράστια σιδερένια πόρτα σαν να έφτανε στον ουρανό. Και πάω και βλέπω… μια πόρτα κανονική. Η πόρτα ήταν η ίδια, εγώ μεγάλωσα.

Αρα;

Μέσα στα μάτια των παιδιών σχηματίζονται οι πρώτες εικόνες του κόσμου, οι πρώτες εμπειρίες. Οι πρώτες ανησυχίες. Και μετά όταν μεγαλώνουμε ψάχνουμε να βρούμε τι συνέβη τότε και η καρδιά μας δεν μπορεί να ησυχάσει.

Είπατε τη λέξη «ταινία». Μια παλιά ελληνική ταινία ήταν η αιτία να αγαπήσετε το μπουζούκι;

Ναι, είναι μια ταινία η αφορμή να δω το μπουζούκι αλλιώς. Το «Μπετόβεν και Μπουζούκι» (1965), αυτή η ταινία μάλλον με χάραξε τόσο. Ο Σταυρίδης έκανε τον κλασικό μουσικό και ο Μίμης ο Φωτόπουλος έκανε τον μπουζουξή. Ο πραγματικός όμως ήχος ήταν του Γιώργου Ζαμπέτα. Μπορώ να σου πω σήμερα πως ο ήχος του δεν έχει ξεπεραστεί από κανέναν άλλο δεξιοτέχνη του οργάνου. Μπορεί να έχουν υπάρξει ευφάνταστοι κι άλλοι, όχι σαν αυτόν. Αν και ο Ζαμπέτας δεν έχει ακόμη τη θέση που του αξίζει. Είναι πιο ψηλά.

Μήπως αδικήθηκε από τον ρόλο και του περφόρμερ που συχνά είχε;

Το έκανε κι αυτό. Εχω διαβάσει από τα βιβλία γι’ αυτόν. Η ανάγκη να φέρεις λεφτά στην οικογένεια σε αναγκάζει να κάνεις παραχωρήσεις. Τέτοιες όμως που αν γίνουν με μια σειρά και πολλές, μετά δεν γυρνάς πίσω. Χαρακτηρίζεσαι. Η γυναίκα του τού έλεγε να μην παίζει στους συνθέτες μπουζούκι. Ηταν λάθος αυτό. Γιατί ο Ζαμπέτας ήταν συνδημιουργός. Ασε που είχε γράψει ολόκληρες εισαγωγές. Τα ταξίμια του ήταν σκέτα έργα τέχνης.

Εστιάζετε στον Ζαμπέτα πολύ…

Με έκανε να αγαπήσω τον ήχο του μπουζουκιού. Κι ενώ υπάρχουν μεγάλοι παίκτες, εγώ είμαι κολλημένος. Το τετράχορδο σημαίνει αυτά τα ακούσματα. Μετά από χρόνια κατάλαβα πως έχουν σχέση με το μπελκάντο της Κεφαλλονιάς που άκουγα από τον πατέρα μου.

Είστε ανοιχτός ενώ κυριαρχούν οι αγκυλώσεις.

Με λυπεί αυτό. Κάθε άνθρωπος έχει δικαίωμα να αγαπά και να πιστεύει ό,τι θέλει, αλλά βλέπω πάντα με καχυποψία αυτές τις αγκυλώσεις.

Μήπως είστε ανοιχτός λόγω γονιών;

Σαφώς το κληρονόμησα και από τους δικούς μου που ήταν γλυκύτατοι άνθρωποι. Και μου το μετέδωσαν. Κυρίως την ανοιχτοσύνη. Ειδικά η μητέρα μου.

Είστε μαθητής του Θέμη Παπαβασιλείου, που είναι μια ιστορία για το μπουζούκι.

Εχει βγάλει τρομερούς μπουζουξήδες. Μεγάλος δάσκαλος για μένα όχι μόνον μουσικής αλλά και ζωής. Ο Θοδωρής Τζηνέλης πρόσφατα με κάλεσε να κάνουμε μια συνομιλία στο κανάλι του και έχω αναφερθεί στον Θέμη. Μου έχει σταθεί πολύ, με επηρέασε βαθύτατα. Και ο Θέμης με πηρέ τηλέφωνο, είδε το βίντεο για αυτόν. Οι μεγαλύτεροι μπουζουξήδες βγήκαν απ’ τα χέρια του: Ο Μανώλης Καραντίνης, ο Θανάσης Βασιλάς, ο Παναγιώτης Στεργίου, ο Νίκος Κατσίκης, ο Παντελής Κωνσταντινίδης και πόσοι άλλοι. Ολοι είναι πρώτη γραμμή.

Πώς ξεκινάτε;

Πρώτα παίζω μόνος μου, αυτοδίδακτος. Και δούλεψα τότε και στο Ανώγειο στη Γλυφάδα, πρώτη μου φορά. Και ήταν ο Πάνος Κατσιμίχας μέλος της μπάντας. Εναν χρόνο πριν κάνει με τον Χάρη τα «Ζεστά Ποτά» όλα αυτά. Ο Πάνος είναι σπουδαίος λαϊκός τραγουδιστής. Τα αδέλφια Κατσιμίχα είναι μεγάλοι καλλιτέχνες και με επηρέασαν. Ως τότε είχα στεγανά, δεν έβλεπα θετικά το ξένο τραγούδι. Αυτοί μου ανοίξανε τα μάτια με τον τρόπο τους. Οταν έβγαλαν τα «Ζεστά Ποτά» τούς ακολούθησα σε συναυλίες και πολλές τηλεοπτικές εμφανίσεις, όπως στο «Καλλιτεχνικό Καφενείο». Μαζί πήγαμε και στον Σείριο και είμαι και στον δίσκο, σε δύο τραγούδια των Κατσιμιχαίων: στο «Νύχτωσε Νύχτα» και στο «Κορίτσια της Συγγνώμης». Κάνω φωνητικά και παίζω και μπουζούκι. Είχα τόσο μεγάλη τύχη που τους συνάντησα, σε τρυφερά για μένα χρόνια. Ισως με επηρέασαν πολύ να λέω έντεχνο λαϊκό τραγούδι.

Σείριος. Αρα Χατζιδάκις.

Ηταν το μετέπειτα Ζουμ. Ο Μάνος Χατζιδάκις ήταν μια μεγάλη καλλιτεχνική προσωπικότητα όπου εκτός της μεγάλης του αξίας ως συνθέτης ήταν και πρωτοπόρος άνθρωπος. Ιδρυσε το Τρίτο Πρόγραμμα που και σήμερα είναι μια άλλη φωνή της Ελλάδας. Αλλά και η διάλεξη που έδωσε για το ρεμπέτικο στο Θέατρο Τέχνης. Ηταν ανατρεπτικός, επαναστάτης. Και οι δίσκοι που έκανε πάνω στο λαϊκό όπως ο «Σκληρός Απρίλης του ’45», μεγάλη τομή. Ο Χατζιδάκις είχε ιδρύσει και δισκογραφική: τον Σείριο. Πήρε το μαγαζί εκείνο λοιπόν και έκανε παρουσιάσεις σε 20ήμερα όλους τους σημαντικούς κατά τη γνώμη του από όλο το ελληνικό ρεπερτόριο. Στο δικό μας 20ήμερο εμφανιζόταν ο Ανδρέας Καρακότας και άνοιγε το πρόγραμμα. Ηταν η Αλίκη Καγιαλόγλου, η Ελευθερία Αρβανιτάκη και οι Κατσιμίχες. Τότε οι Πάνος και Χάρης δούλευαν στη Λεωφόρο με τον Κώστα Γανωτή, και εγώ με τον Δημήτρη Λογαρά παίζαμε στο Αέτωμα στον Πειραιά. Με ένα παλιό ανατολικογερμανικό αμάξι που είχα τότε τους πήγαινα στο μαγαζί στη Λεωφόρο και συνέχιζα μετά να πάω για δουλειά στον Πειραιά με τον Δημήτρη. Ο Χατζιδάκις κάθε βράδυ ήταν στον Σείριο, όλη τη νύχτα δίπλα στην κουρτίνα. Τότε τον γνώρισα.

Εχετε αναβιώσει και τον περίφημο «Γκρεμό», δική του σύνθεση…

Τον είχα ακούσει που τον έλεγε ο Χιώτης, συνθέτης Βαγγέλης Γιαννάκης. Εχει γράψει πολύ ωραία τραγούδια. Ηταν και είναι φίλοι με τον Βαγγέλη τον Κορακάκη. Τον άκουσα να λέει τον «Γκρεμό» και ρώτησα ποιανού είναι και μου λέει είναι του Χατζιδάκι. Οταν ήμουν στο Χάραμα με τη Γαλάνη, το είπα στη Δήμητρα και στη Λίνα Νικολακοπούλου που έκαναν το πρόγραμμα να το βάλουμε και μπήκε και στη δεύτερη δισκογραφική δουλειά από εκεί. Στο Χάραμα είχε ήδη αγαπηθεί, πριν μπει στον δίσκο. Χάρηκα τόσο πολύ αφού μου πάει αυτό το κομμάτι. Είναι τραγούδι αρχών.

Πάμε στον Βαγγέλη Κορακάκη που είναι σελίδα για την πορεία σας.

Ωραία, γιατί τον λατρεύω. Στον Βαγγέλη είπε για μένα ο ακορντεονίστας Ανδρέας Τσεκούρας. Στην κατάλληλη στιγμή δε που έψαχνε μια στιβαρή ανδρική λαϊκή φωνή. Συμπτωματικά με τον Μωυσή Ασέρ – έχω παίξει στον «Πρόστυχο» – ήμασταν σε ένα πρόγραμμα στο Αλάβαστρον. Δεν υπάρχει πια το μαγαζί, όπου εκεί ο Τσεκούρας έφερε τον Κορακάκη. Ερχόμαστε από Σκόπελο που δούλευα με τον πολύ καλό λαϊκό τραγουδιστή Κώστα Μάντζιο (είχε ήδη συνεργαστεί με τον Βαγγέλη) και πάω να δω τον Κώστα, την Αφεντούλα Ραζέλη και τον Βαγγέλη σε ένα μαγαζί στη Φορμίωνος.

Μετά βλέπω τον Βαγγέλη στο Αλάβαστρον, όπως σου είπα, και με κάλεσε να πάω σπίτι του. Εκεί μου βάζει τον «Κουρασμένο Δρόμο», το «Ετσι γιατί το ήθελε» και «Ψάξε και βρες μου». Μου άρεσαν πολύ αμέσως. Κι ενώ είχα ήδη πρόταση από άλλο συνθέτη: τον Χρήστο Κυριαζή, που τον αγάπησα πολύ. Είχε τότε το Art Café στον Πειραιά. Κάποιος φίλος μού είπε πως κάποιος στον Πειραιά ήθελε να κάνω ένα λάιβ εκεί. Τότε ήμουν στο Αέτωμα στον Πειραιά, η κόρη του αφεντικού δούλευε στο μαγαζί του Κυριαζή. Πολύ «προχώ» μαγαζί τότε και για σήμερα. Κάναμε δύο βραδιές εκεί. Πολύ ωραίες. Πολύ γενναιόδωρος άνθρωπος ο Κυριαζής. Οταν γύρισα βιντεοκλίπ το «Δικαίωμά μου», μεγάλη παραγωγή, μου έδωσε για το γύρισμα το τζιπ του ο Χρήστος.

Τομή για εσάς ο Κορακάκης. Πιάσατε ένα όνειρο μαζί του;

Τα λαϊκά τραγούδια τα καλά δισκογραφημένα από μένα. Αυτό που ονειρευόμουν πάντα. Και συνεχίζεται όλο αυτό. Ακούω μια μέρα τη Μαργαρίτα Μυτιληναίου στον Μελωδία να λέει το όνομά μου για τον «Κουρασμένο Δρόμο» και κοκκίνισα μέσα στο αμάξι. Είναι το μεγαλύτερο κομμάτι της ζωής μου εκείνη η εποχή. Από φτωχός που ήμουν μού ήλθαν χρήματα. χι εκατομμύρια. Αλλαξε η ζωή μου όμως.

Εχει σημασία για έναν τραγουδιστή να έχει δικά του κομμάτια;

Μεγάλη υπόθεση να έχεις δικό σου ρεπερτόριο. Από αυτό ζω.

Βάζω και τις δουλειές σας με τον Δημήτρη Παπαδημητρίου, το «Δέκα χρόνια στου Μπακάκου» με τον Χρήστο Νικολόπουλο και τον Θοδωρή Γκόνη.

Βέβαια. Το διαβατήριο των τραγουδιστών είναι το ρεπερτόριο. Και πολλές φορές και αυτό δεν είναι γνωστό. Πχ. εγώ από τους παλιούς θεωρώ αδικημένο τον Πάνο Γαβαλά.

Premium έκδοση ΤΑ ΝΕΑ