Δέκα μήνες μετά την ανακοίνωση του θανάτου της από τα μέσα ενημέρωσης, η Έλλη Λαμπέτη ζει, αυτάρκης και μεγαλόπρεπη στην απλότητά της, σ’ ένα ευρύχωρο, ηλιόλουστο διαμέρισμα της Κυψέλης.

Ζει είναι το λιγότερο που μπορεί να πει κανείς. Σωστότερα: δονείται. Ξεχειλίζει από μια αστείρευτη εσωτερική ζωντάνια, ακτινοβολεί μια ανεξήγητη ψυχική ευρωστία. Εξακολουθεί να ονειρεύεται, να παθιάζεται, να οραματίζεται, να θυμώνει, να δημιουργεί, ν’ αγαπάει, να πονάει, να κρίνει, να συγκρίνει, να μιμείται, ν’ απαγγέλλει, να γελάει, ν’ αναλύει, να συνθέτει, να μετουσιώνει, να γοητεύει…

«ΤΟ ΒΗΜΑ», 6.2.1983, Ιστορικό Αρχείο «ΤΟ ΒΗΜΑ» & «ΤΑ ΝΕΑ»

Φαίνεται, αλήθεια, περίεργο –και είναι πράγματι ασύλληπτο για την ανθρώπινη λογική– πώς ένα τόσο εύθραυστο κορμί σαν το δικό της γίνεται καμουφλάζ και φυλακή για μια τόσο γερή και γενναία καρδιά, πώς μια τόσο μεγάλη και σφύζουσα από υγεία ψυχή συγκροτείται μέσα στο κατακρεουργημένο από τις πολλαπλές εγχειρήσεις, λεηλατημένο απ’ τον καρκίνο σώμα της. Από τρίτους έμαθα ότι ακόμα και οι γιατροί, οι χειρουργοί που πέρσι τέτοιον καιρό, στη Νέα Υόρκη, επενέβησαν στο μεσοθωράκιο κι αφαίρεσαν αναγκαστικά τις υγιείς φωνητικές χορδές της, απορούν τώρα κι εξίστανται: «Μα ζει ακόμα η κυρία Λαμπέτη;» Κι όταν παίρνουν καταφατική απάντηση, δίνουν τη μόνη ερμηνεία που μπορούν να δώσουν στο «θαύμα»: «Ζει επειδή είναι τέτοια γυναίκα».

Τέτοια γυναίκα! Ακόμα κι αυτοί οι ξένοι επιστήμονες που δεν γνώρισαν την καλλιτεχνική ιδιοφυΐα της, που δεν αξιώθηκαν να δοκιμάσουν την από σκηνής χημεία της, που δεν μυήθηκαν στη σαγήνη της Λαμπέτη-ηθοποιού, επιβεβαιώνονται για το ότι και σαν κράση ανθρώπου ακόμα «η κυρία Λαμπέτη είναι ένα μοναδικό φαινόμενο».

Η ίδια βέβαια απλοποιεί και υπεραπλουστεύει: «Το μυστικό είναι να μην κλαις» προσπαθεί να με πείσει με μια φωνή που βγαίνει σαν διακεκομμένος ψίθυρος, όταν πατάει με το δάχτυλο το άνοιγμα ενός μεταλλικού σωλήνα που είναι χωμένος στο λαρύγγι της. «Να μην κλαις. Γιατί έτσι και κλάψεις, κάηκες. Μου κάνανε την εγχείρηση ξύπνια, χωρίς νάρκωση, και δεν έβγαλα άχνα – δεν έκλαψα. Αν έκλαιγα, πάει· η δύναμή μου θα χανότανε. Οι γιατροί έφτασαν να με ρωτήσουν αν είχα κάνει γιόγκα. Όχι, τους είπα, αλλά δεν πρέπει να ναρκωθώ, είμαι αλλεργική στη νάρκωση. Μα, λέει ο γιατρός, πρέπει να σας βάλω όλο αυτό μέσα – πώς θα το βάλω; Λέω: να προσπαθήσω ν’ ανοίξω χωρίς νάρκωση. Και τα κατάφερα!»

Βλεπόμαστε σχεδόν καθημερινά τον τελευταίο καιρό. Η Έλλη, πάντα άβαφτη κι απλή, με τα σκουροκάστανα, ίσια κομμένα μαλλιά της να ξεπροβάλλουν κάτω απ’ το μαντήλι που ’χει δεμένο στον αυχένα, με πουλόβερ και φούστα ή με κάποιο άνετο φόρεμα, διαμαρτύρεται συχνά για τα λιγοστά παραπανίσια κιλά της. Κατά τα άλλα, είναι ίδια όπως άλλοτε: τα ίδια ωραία, εκφραστικά χέρια, η λεπτή, ευγενική φυσιογνωμία, τα μεγάλα μαύρα μάτια με το επίμονο βλέμμα, το δέρμα τεντωμένο πάνω στα μάγουλα, οι ολοζώντανες εκφράσεις που άλλοτε κάνουν το φρύδι να σηκώνεται κι άλλοτε φέρνουν έναν ανεπαίσθητο μορφασμό στα λεπτά χείλη.

Όταν δεν επιχειρεί να θυμηθεί το σολφέζ στο πιάνο –με μια επιμονή που την καθηλώνει ώσπου να πονέσουν τα πλευρά της απ’ την κίνηση– διαβάζει (μελετάει) Προυστ, Μπόρχες, Μάρκες, τα Ευαγγέλια… Συχνά ακούει –σαν ένα είδος μελέτης– τις μαγνητοταινίες παλιών παραστάσεων και τις δοκιμές της περσινής ηχογράφησης ποιημάτων του Καβάφη, που πρόκειται αυτόν τον καιρό να βγουν σε δίσκο – πάντα χωρίς επιείκεια για τον εαυτό της, ανελέητη απέναντι στα υποτιθέμενα λάθη της. Σε όλες τις περιπτώσεις, ό,τι κι αν κάνει, με οτιδήποτε κι αν ασχοληθεί, αναστατώνει το σπίτι, κι ύστερα προσπαθεί –«με μαθηματικές μεθόδους» διατείνεται– να το συγυρίσει.

[…]

Χορός, μουσική, διάβασμα, ταξίδια, δέκα κινηματογραφικές ταινίες –όλες σχεδόν μεγάλες επιτυχίες–, δυο τελειωμένοι γάμοι, οι θάνατοι επτά πολύ αγαπημένων ανθρώπων, ένας μεγάλος διαβόητος έρωτας κι ένας ακόμη μεγαλύτερος και κρυφός, η συγκλονιστική αφοσίωση σ’ ένα «ξένο» παιδί… Και πάνω απ’ όλα η αυθεντική κι αδιάκοπη λατρεία για τη δουλειά της. «Το θέατρο είναι το σπίτι μου – δεν είχα ποτέ άλλο σπίτι. Οι θεατές, το κοινό, είναι οι γονείς μου, τ’ αδέλφια μου…»

Δεν έχει τίποτα το μελοδραματικό όταν μιλάει έτσι η Έλλη. Μια αλήθεια εκφράζει και ίσως ένα δίκαιο παράπονο που στο κορύφωμα της ωριμότητάς της η αρρώστια τής πήρε τη φωνή –το πολύτιμο εργαλείο της δουλειάς της– αναγκάζοντάς την να γίνει απόμαχη, να αποστρατευθεί στα 56 χρόνια της, την ώρα ακριβώς που ήθελε να δώσει, που μπορούσε να δώσει το παραπάνω. «Ήμουν άτυχη», λέει, «η υγεία μου έχει παίξει άσχημο παιγνίδι στην απόδοσή μου. Και το ταλέντο μου μ’ έχει απασχολήσει απ’ αυτή την άποψη. Γιατί πάντοτε ήμουν αδιάθετη, δεν ήταν ο καρκίνος μόνο. Από μικρό παιδί είχα αναιμία, κι ό,τι έκανα το έκανα από υπερβολικό ζήλο. Με την αναιμία και με την κακή διατροφή της Κατοχής κατάφερνα κι έκανα μπαλέτο. Κολυμπούσα κι ήμουν η τελευταία που έβγαινε απ’ το νερό. Παρά τις κομάρες και την αδιαθεσία μου, επειδή αγαπούσα τόσο το θέατρο, κατάφερνα και τέλειωνα την παράσταση. Εξοντωμένη».

Συνήθως τα βάζει με τον εαυτό της, για μια αναβλητικότητα που επιμένει ότι από χαρακτήρα έχει: «Ναι, είμαι φυγόπονη – δεν υπάρχει καμιά αμφιβολία. Φυγόπονη και αναβλητική. Σαν τις μωρές παρθένες, αυτές που υποτίθεται ότι θα έρθει ο Κύριος και είναι ανέτοιμες να τον υποδεχθούν. […] Έτσι είμαι κι εγώ. Έμεινα έξω του νυμφώνος. Δεν έκανα στη ζωή μου πράγματα που έπρεπε να ξέρω ότι δε θα τα κάνω ποτέ, αν δεν τα κάνω τώρα. Στη δουλειά μου κυρίως – είχα πολλά να κάνω στη δουλειά μου και δεν τα έκανα…. Πέντε τάλαντα μού έδωσε ο Θεός, και τα πέντε τού τα επιστρέφω. Δεν τα αξιοποίησα. Δεν καλλιέργησα το ταλέντο μου για να καρποφορήσει όπως έπρεπε…»

Ενοχές, άλλες δικαιολογημένες, άλλες αδικαιολόγητες. Τύψεις ακόμα και για το ότι δεν μπόρεσε να βρει ένα μεγάλο ταλέντο. «Ήταν, ξέρεις, μια εποχή που με είχε κυριέψει μια μεγάλη λαχτάρα γι’ αυτό, μια μανία. Είναι τόση η χαρά να ξέρεις ότι κάτι έχεις προσφέρει. Έχω σκεφτεί πολύ πώς πρέπει να έχει νιώσει η Κοτοπούλη που μπόρεσε να γεννήσει. Πόσο καταλαβαίνω το πάθος της! Κι έναν καιρό είχα κι εγώ την ίδια ψύχωση: να βρω έναν ηθοποιό που ν’ αξίζει τον κόπο. Κι όλο έλεγα να, αυτό είναι. Αλλά δεν ήταν. Είσπραξη απογοητεύσεων… Ποτέ δεν έπεσα έξω εκατό τοις εκατό, αλλά ποτέ δεν βρήκα και το ξεχωριστό».

[…]

Οι απόψεις της για το θέατρο σήμερα είναι σαφείς: «Δεν έχουν καταλάβει τι θα πει θέατρο. Απ’ τη μια το θεωρούν σημαντικό όσο και το ψωμί και το επιχορηγούν για να επιβιώσει. Απ’ την άλλη το υποβιβάζουν στο επίπεδο της ψυχαγωγίας. Δεν είναι ούτε το ένα ούτε το άλλο. Το θέατρο είναι Τέχνη. Θέλει δουλειά, δε θέλει επιχορηγήσεις. Να πληρώνει ο πολίτης για να ζήσει ένας ηθοποιός που προσπαθεί να τα βγάλει πέρα με δεκατρείς χιλιάδες δραχμές το μήνα σύνταξη είναι ένα, κι άλλο να πληρώνει τον ηθοποιό για να κάνει το ψώνιο του, για να παρουσιαστεί. Ε, όχι! Αυτά είναι βάρβαρα πράγματα. Χίλιες φορές να μην παρουσιαστεί! Να πληρώσει ο ίδιος για το ψώνιο του και να μην το δει κανείς! Να αντιμετωπίσει ο ίδιος την αποτυχία, όχι το κράτος!»

[…]

Το ξέρει πως, σύμφωνα με την ανθρώπινη μοίρα, θα πεθάνει. Οδεύει προς τον θάνατο – αλλά προς τα εκεί δεν οδεύουμε όλοι; Η διαφορά ανάμεσα στη Λαμπέτη και σ’ όλους εμάς είναι ότι εκείνη είναι πιο φωτισμένη πάνω στο θέμα, φιλοσοφικά πιο προχωρημένη, γιατί έχει μπορέσει να δει, να συλλογιστεί, ν’ αναλύσει, να μελετήσει τον θάνατο, κι έτσι να τον αντιμετωπίσει με λεβεντιά και, ακόμα, με χιούμορ.

«Πόσες φορές δεν έχω σκεφτεί ότι την επομένη θα πεθάνω. Προχτές ακόμα έλεγα ότι ούτε πέντε μέρες δε θα ζήσω, αλλά να που τη σκαπουλάρησα! Ξέρεις, πριν μερικά χρόνια –έπαιζα τη Σάρα τότε– ήρθαν στο καμαρίνι μου τρεις σκηνοθέτες του Εθνικού: ο Κωστής Μιχαηλίδης, ο Πέλος Κατσέλης και ο Τάκης Μουζενίδης. Ήταν πολύ συγκινημένοι που με είχαν δει να παίζω έτσι άρρωστη. Συγκινηθήκαμε όλοι. Ήμουν σίγουρη ότι περίλυποι εκείνοι σκεφτόντουσαν ότι θα πεθάνω: η καημένη η Λαμπέτη, το μεγάλο ταλέντο! Και τελικά πέθαναν και οι τρεις στο μεταξύ και η Λαμπέτη είναι ακόμα εδώ! Σου είπα, είμαι αναβλητική. Κι έτσι κάθε τόσο αναβάλλω τον θάνατό μου».

[…]

*Τα ανωτέρω είναι αποσπάσματα από συνέντευξη που είχε παραχωρήσει η αείμνηστη Έλλη Λαμπέτη στη δημοσιογράφο – συγγραφέα Φρίντα Μπιούμπι (1938-2009) και είχε δημοσιευτεί στην εφημερίδα «Το Βήμα» ακριβώς πριν από 40 χρόνια, την Κυριακή 6 Φεβρουαρίου 1983.

Η σπουδαία ηθοποιός Έλλη Λαμπέτη (Έλλη Λούκου) απεβίωσε στις 3 Σεπτεμβρίου 1983, σε ηλικία 57 ετών.