Ενθύμηση Σικελιανού

(Δέκα χρόνια απ’ το θάνατό του)

Πώς να γεμίση ο τόπος που άφησε, πέφτοντας ξερή, αυτή η βασιλική δρυς, ο Άγγελος Σικελιανός; Δέκα χρόνια μετά το θάνατό του αναπολούμε το ανάστημά του, μελετάμε το έργο του και βλέπουμε τι αμείλιχτη που είναι η φύση: τέτοια προνομιούχα πλάσματα πρέπει να τα οραματίζεται ο κόσμος και να περιμένη τον ερχομό τους όπως περιμένει τους προφήτες. Και οι προφήτες έρχονται πολύ σπάνια και πολύ αραιά στη γη.

Παραμονή της Πρωτομαγιάς, δέκα χρόνια από το θάνατό του, πήγαμε προχτές το πρωί με την Άννα Σικελιανού κι’ ανάψαμε ένα κερί στο μοναστήρι της Καισαριανής. Όλα εκεί ήταν όπως θα τα ήθελε ο Άγγελος: η ανθισμένη γη της Αττικής, το θυμάρι που μοσκοβόλαε, τα κυπαρίσσια που στήλωναν την κατακόρυφη δόξα τους προς τον ουρανό, οι παλιές τοιχογραφίες, ο αυστηρός Παντοκράτορας, ένας σπόνδυλος αρχαίου ναού στο πεζούλι των Βυζαντινών, όλοι οι ελληνικοί καιροί, οι παλαιοί και των μέσων χρόνων και οι σημερινοί σε μια ενότητα συγκλονιστική. Και ο λαός που είχε στρωθεί κάτω απ’ τον ίσκιο των αιωνόβιων δέντρων του μοναστηριού της Κριού Κεφαλής, οι κοπέλες με τα φουστάνια, με τα φανταχτερά χρώματα, και τα παλικάρια που είχαν βγει να καλωσορίσουν την άνοιξη.


Πώς να μην είναι ο Σικελιανός παρών σ’ αυτήν την ώρα τη δική του, την καταδική του; Κανένας άλλος ποιητής της Ελλάδας δεν έγινε τόσο ένα με τη γη της, τόσο συνείδηση αυτής της γης. Οι στίχοι του Σικελιανού έγιναν λάβαρο και παιάνας.

«Γιατί βαθιά μου δόξασα και πίστεψα τη γη
και στη φυγή δεν άπλωσα τα μυστικά φτερά μου,
μα ολάκαιρον ερίζωσα το νου μου στη σιγή,
να που και πάλι αναπηδά στη δίψα μου η πηγή,
πηγή ζωής, χορευτική πηγή, πηγή χαρά μου.

Γιατί ποτέ δε λόγιασα το πότε και το πώς,
μα εβύθισα τη σκέψη μου μέσα στην πάσαν ώρα,
σα μέσα της να κρύβονταν ο αμέτρητος σκοπός,
να τώρα που, ή καλοκαιριά τριγύρα μου είτε μπόρα,
λάμπ’ η στιγμή ολοστρόγγυλη στο νου μου σαν οπώρα,
βρέχει απ’ τα βάθη τ’ ουρανού και μέσα μου ο καρπός.

Γιατί δεν είπα: «εδώ η ζωή αρχίζει, εδώ τελειώνει»
μα «αν είν’ η μέρα βροχερή, σέρνει πιο πλούσιο φως,
μα κι’ ο σεισμός βαθύτερη τη χτίση θεμελιώνει,
τι ο ζωντανός παλμός της γης που πλάθει είναι κρυφός.»
να που, ό,τι στάθη εφήμερο, σα σύγνεφο αναλιώνει,
να που κι’ ο μέγας θάνατος μού γίνηκε αδερφός!»


Αναθυμόμαστε τον Άγγελο Σικελιανό σαν ένα πλάσμα έξω απ’ τα μέτρα, που πέρασε από πλάι μας αληθινά σαν Αρχάγγελος – ωραίος, άρχοντας, παλικάρι, Διγενής, με μια καρδιά βουνό που χωρούσε όλο τον κόσμο, γι’ αυτό δεν ήθελε να πειράξη ποτέ κανέναν, να παραμερίση ποτέ κανέναν. Καθώς ξημερώνει Πρωτομαγιά τώρα που γράφω, θέλω να τον θυμηθώ σε μιαν ώρα διονυσιακή, με κρασί και φαγί και με κέφι όπως του ταίριαζε. Έτσι θυμούμαι ένα βράδυ που ήρθε σπίτι μας. Έφαγε, ήπιε, θέλησε να θυμηθή και θέλησε ν’ απαγγείλη στίχους του. Θέλησε να πάη στα πρώτα χρόνια της ζωής του, να βυθιστή μες στο έργο του.

Σε τέτοιες ώρες πολύτιμες, όταν τύχαινε να βρίσκεσαι κοντά στον Σικελιανό, είχες το αίσθημα πως άξαφνα εξαφανιζόταν όλος ο κόσμος γύρω, όλα γύρω του γίνονταν ερημιά, όλα σώπαιναν, για να μείνη αυτός μονάχος στη μυστική του συνεννόηση με τα στοιχεία τα πρώτα, με το χώμα, με το νερό, με τη φωτιά, με τον έρωτα. Ενώ διηγόταν, ενώ απαντούσε σε κάτι που τον είχες ρωτήσει, ήσουν βέβαιος: δεν υπήρχες γι’ αυτόν εκείνη τη στιγμή, τίποτα δεν υπήρχε, ήταν μόνος. Τα χέρια του τρέμαν αλαφρά, η φωνή του βροντούσε, η ματιά του καρφωνόταν στον τοίχο ή στο βάθος. Μα τίποτα δε γινόταν για τους άλλους, αλλά μόνο για τον εαυτό του. Ο Σικελιανός είχε την τιμιότητα την απόλυτη να το διακηρύσση: πως πίστευε στο πεπρωμένο του, στο έργο που του προορίστηκε. Γι’ αυτό απ’ ό,τι ξέρω ποτέ δε γνοιάστηκε ουσιαστικά για τη γνώμη των άλλων για το έργο του, και γι’ αυτό ποτέ δεν πικράθηκε πραγματικά για τη μοχθηρία των άλλων προς εκείνον και προς το έργο του. Η ανεξικακία του δεν ήταν ευφορία ψυχής, ήταν αντανάκλαση πίστης.


Μια στιγμή, εκείνο το βράδυ, κάποιος τον διέκοψε για να του ζητήση να επιβεβαιώση κάτι. Ο Σικελιανός τον είδε. Και:

– Τ’ ορκίζουμαι στην πνευματική μου τιμή, είπε.

Αλλά ευθύς αμέσως διόρθωσε τον όρκο, τον συμπλήρωσε:

– Ο Θεός να σταματήση το έργο μου αν…

Όχι μισά λόγια. Αλλά ο Θεός και το έργο του. Γιατί έτσι το αισθανόταν: μια σύμβαση υψηλή, εντολή του Θεού. Κι’ αν ο Θεός δεν το ήθελε, ας τον σταματούσε στη μέση του δρόμου.


Τι έλεγε εκείνο το διονυσιακό βράδυ που αναθυμόμαστε πάλι απόψε; Έλεγε για το παρελθόν, για τις ρίζες, για τη νιότη, για τον έρωτα, για την Έρημο, για τον «Αλαφροΐσκιωτο», για τον Διγενή. Απότομα άρχισε ν’ απαγγέλλη απ’ τον Διγενή το δικό του, θέλοντας ίσως να συνδέση την αρχή του με το τέλος του, που πλησίαζε, τους χρόνους της Ερήμου με την ανάληψή του:

«Γύμνωσε ξάφνου το σπαθί
και τέτοια λάμψη είχε χυθεί
πα στη λεπίδα του, που λες Αρχάγγελος
απ’ τις ψηλές τις σφαίρες εκατέβαινε
να διαλαλήσει αιώνιαν άνοιξη
κρατώντας μυγδαλιάς μακρύ κλωνάρι».

*Κείμενο του Ηλία Βενέζη, συνταχθέν εις μνήμην του Άγγελου Σικελιανού το 1961, όταν κόντευαν πλέον να συμπληρωθούν δέκα χρόνια από το θάνατο του μεγάλου ποιητή μας.


Ο ακαδημαϊκός Βενέζης αναθυμάται και αναπολεί, καταθέτει τη δική του πολύτιμη μαρτυρία για την προσωπικότητα, το ανάστημα και το έργο του Σικελιανού.


Το κείμενο του Βενέζη είχε δημοσιευτεί στην εφημερίδα «Το Βήμα» την Τρίτη 2 Μαΐου 1961.

Ο Άγγελος Σικελιανός έφυγε από τη ζωή γύρω στις 8:00 μ.μ. της Τρίτης 19ης Ιουνίου 1951, σε ηλικία 67 ετών. Νοσηλευόταν στην κλινική «Παμμακάριστος», όπου είχε μεταφερθεί από τις 8 Ιουνίου εξαιτίας του ότι έπασχε από πνευμονικό οίδημα.

Για το τέλος του Σικελιανού αντλούμε και πάλι πολύτιμες πληροφορίες από το αρχείο της εφημερίδας «Το Βήμα», και πιο συγκεκριμένα από το φύλλο που είχε κυκλοφορήσει την επομένη του θανάτου του διακεκριμένου λευκαδίτη λογοτέχνη (Τετάρτη 20 Ιουνίου 1951):

Ο Σικελιανός διετήρησε μέχρι της τελευταίας στιγμής τας αισθήσεις του, καθ’ όλην δε την ημέραν τής χθες, παρά το γεγονός ότι η κατάστασίς του ήτο σοβαρά, εξηκολούθει να ομιλή και να δέχεται επισκέψεις.


Ο τελευταίος των επισκεπτών του ήτο ο αιδεσιμώτατος κ. Γεώργ. Χαλαβάζης, πρόεδρος του Συμβουλίου της κλινικής, ο οποίος παρέμεινε μέχρι της 7.10′ μ.μ. συνομιλών μετά του Σικελιανού. Ο ποιητής, τον οποίον ο θάνατος επέπρωτο να εύρη μετ’ ολίγα λεπτά, εξέφρασε την χαράν του προς τον επισκέπτην του, διότι θα εώρταζε την εορτήν του Αποστόλου Παύλου εις την κλινικήν, κοντά των.

– Η ισχύς μου είναι εν τη αδυναμία μου, του είπε όταν τον αποχαιρετούσε, διά να προσθέση εν συνεχεία αμέσως: «Είμαι χαρούμενος που υποτάσσομαι στο θέλημα του Θεού».

Μετά την αποχώρησιν του κ. Χαλαβάζη ο Σικελιανός ησθάνθη αυξανομένην την αδιαθεσίαν του, η αναπνοή του κατέστη πολύ δύσκολος και ήρχισε να χάνη τας αισθήσεις του. Εκλήθη αμέσως ο διευθυντής της κλινικής κ. Νικ. Χανιώτης, ο οποίος του παρέσχε επείγουσαν ιατρικήν περίθαλψιν, χωρίς όμως και να δυνηθή να αποτρέψη το μοιραίον.