Το 2020 τελειώνει με τον χειρότερο τρόπο για το ελληνικό ποδόσφαιρο. Οι καταγγελίες για απόπειρα δωροδοκίας ποδοσφαιριστών του Αρη πριν από το παιχνίδι με τον ΠΑΟΚ θυμίζουν πραγματικά άλλες εποχές, που πιστεύαμε ότι δεν θα ξαναζήσουμε. Δεν θυμάμαι πραγματικά πόσα χρόνια έχουν περάσει από τότε που για τελευταία φορά ακούσαμε για απόπειρες δωροδοκίας.

Υπήρχαν βέβαια στο ελληνικό ποδόσφαιρο πολλά άλλα προβλήματα: η βία, τα στημένα ματς, η καχυποψία, ο παρασκηνιακός έλεγχος ομάδων και διαιτητών κτλ. Αλλά όσο το σκέφτομαι καταλήγω στο συμπέρασμα ότι δεν υπάρχει τίποτα στην Ελλάδα που θα απέτρεπε κάποιον ακόμα και να δωροδοκήσει ποδοσφαιριστή με λεφτά σε σακούλες. Ποιον δηλαδή να φοβηθεί και να μην το κάνει;

Κλισέ

Είναι τόσο συνταρακτικά διεφθαρμένος ο χώρος του ελληνικού ποδόσφαιρου; Θα ήταν εύκολο να πω ότι ο συγκεκριμένος χώρος δεν διαφέρει από άλλους κοινωνικούς και οικονομικούς στην Ελλάδα. Αλλά το κλισέ, που λέει ότι «το ποδόσφαιρο στην Ελλάδα είναι εικόνα της χώρας», στην προκειμένη περίπτωση δεν είναι παρά μία μισή αλήθεια και οι μισές αλήθειες πολλές φορές είναι τα μεγαλύτερα ψέματα. Αν υπάρχει κάτι στο ελληνικό ποδόσφαιρο, που χρόνια τώρα είναι αφόρητο, αυτό είναι η απόλυτη παραίτηση των ελληνικών κυβερνήσεων να ασκήσουν σοβαρό έλεγχο στον χώρο: η όποια διαφθορά είναι συνέπεια αυτής της παραίτησης.

Η Ελλάδα πρέπει να είναι μία από τις ελάχιστες ευρωπαϊκές χώρες που δεν έχει διωκτική υπηρεσία που να ασχολείται σοβαρά με οτιδήποτε έχει να κάνει με αθλητικό έγκλημα. Ολα υπολειτουργούν χρόνια τώρα. Η Διεύθυνση Αθλητικής Βίας δεν είχε ποτέ ένα σχέδιο για την αντιμετώπιση της βίας. Το αντιντόπινγκ κοντρόλ ένας Θεός ξέρει με τι ασχολείται. Καλοί αθλητικοί εισαγγελείς θεωρούνται όσοι έχουν μια τεράστια ντουλάπα για να βάζουν μέσα υποθέσεις. Και όποιοι έλεγχοι κατά καιρούς έχουν γίνει βασίζονται σχεδόν αποκλειστικά σε προσπάθειες κυβερνητικών παραγόντων να δείξουν ότι, τάχα μου, συγκρούονται με επιχειρηματικά συμφέροντα. Ποτέ καμία κυβέρνηση στην Ελλάδα δεν ενδιαφέρθηκε για την προστασία του ίδιου του αθλήματος, πόσω μάλλον για την τήρηση κανόνων που θα έπρεπε να βοηθούν τη βιομηχανία του ποδοσφαίρου να αναπτυχθεί σοβαρά.

Μόστρα

Οι κυβερνήσεις χρησιμοποιούν τον χώρο του ποδοσφαίρου σαν μόστρα για να δείξουν ότι τάχα μου κάτι κάνουν. Εχουν μάλιστα κατορθώσει, χάρη στην τρομερή τους τσαπατσουλιά, να πείσουν τον κόσμο για το ακριβώς αντίθετο από αυτό που θα ‘θελαν. Ενώ συνήθως διαλέγουν τον χώρο του ποδοσφαίρου για να δείξουν ότι έχουν τη δύναμη να τα βάλουν με οργανωμένα συμφέροντα καταλήγουν απλά στο να πείσουν τον κόσμο ότι εξαιτίας της δικής τους ανικανότητας στον χώρο του ποδοσφαίρου επικρατεί η πλήρης ασυδοσία. Η διαφθορά θρέφεται από την ανικανότητα.

Αυτοδιοίκητο

Η απάντηση των εκάστοτε κυβερνώντων στην κατηγορία ότι είναι ανίκανοι, είναι ότι η ασυδοσία προκύπτει εξαιτίας του αυτοδιοίκητου του χώρου του ελληνικού ποδοσφαίρου. Ισχυρίζονται ότι αυτό το αυτοδιοίκητο που προστατεύουν οι διεθνείς ομοσπονδίες (FIFA/UEFA) αφαιρεί από το κράτος, δηλαδή από τους ίδιους, κάθε δυνατότητα να βάλουν μία τάξη. Πρόκειται για δικαιολογία και μάλιστα φτηνή. Πρώτα απ’ όλα οι FIFA/UEFA δεν έχουν πότε σταμάτησε καμιά κυβέρνηση όταν αυτή τα βάζει με τη διαφθορά. Επιπλέον τα τελευταία χρόνια οι διεθνείς συνομοσπονδίες έχουν παραχωρήσει στις ελληνικές κυβερνήσεις το δικαίωμα να κάνουν σχεδόν ό,τι θέλουν με τις ευλογίες τους. Στην κυβέρνηση των ΣΥΡΙΖΑ/ΑΝΕΛ επέτρεψαν να τοποθετήσει στην ομοσπονδία προσωρινή διοικούσα επιτροπή με πρόεδρο ένα κομματικό στέλεχος όπως ήταν ο καθηγητής Ιωάννης Δρόσος, που στη συνέχεια χρησιμοποιήθηκε και στην ΕΡΤ. Στην τωρινή κυβέρνηση η FIFA/UEFA έστειλε μια ολιστική μελέτη με παρεμβάσεις, που πρέπει να γίνουν στην ομοσπονδία, αφού προηγουμένως υπέγραψε μαζί της μνημόνιο συνεργασίας. Αλλά η παραχώρηση της FIFA/UEFA έκανε τα πράγματα χειρότερα τον καιρό των ΣΥΡΙΖΑ/ΑΝΕΛ. Οι κυβερνητικοί παράγοντες εκείνης της εποχής ευλόγησαν με τη στάση τους την επιστροφή στον χώρο διάφορων απόβλητων και δεν ήξεραν τι να κάνουν όταν είδαν τον Ιβάν Σαββίδη να μπουκάρει στον αγωνιστικό χώρο της Τούμπας με μπράβους και κουμπούρια. Η αποτυχία υπήρξε παταγώδης. Και στον ίδιο δρόμο βαδίζουν και οι τωρινοί κυβερνώντες. Οι οποίοι έχουν στα χέρια τους την ολιστική μελέτη της FIFA για το ποδόσφαιρο και δεν τολμάνε να τοποθετήσουν μια διοικούσα επιτροπή στην ομοσπονδία για να την εφαρμόσει.

Η εικόνα τους είναι εικόνα αμηχανίας και φόβου. Οταν κάποιος βλέπει μια κυβέρνηση να φοβάται, ξεσαλώνει. Γιατί να μην πάρει μαύρες πλαστικές σακούλες γεμάτες με χρήματα προσπαθώντας να δωροδοκήσει ποδοσφαιριστές;

Τάξη

Η απόλυτη αδυναμία των κυβερνώντων να βάλουν τάξη στον χώρο φάνηκε πέρυσι με την περίφημη υπόθεση της πολυϊδιοκτησίας. Τότε η Επιτροπή Επαγγελματικού Αθλητισμού, το μοναδικό δηλαδή αρμόδιο όργανο για να κάνει ελέγχους στη μετοχική σύνθεση των ΠΑΕ, διέγνωσε ότι ο ΠΑΟΚ και η Ξάνθη έχουν τον ίδιο ιδιοκτήτη. Η υπόθεση σέρνεται ακόμα στα αθλητικά δικαστήρια και πιθανότατα θα σέρνεται για καιρό. Πλην όμως υπήρξε μια εξέλιξη που έχει να κάνει με την Ξάνθη η οποία είναι πραγματικά  σοκαριστική.

Οσοι δήλωναν κάτοχοι των μετοχών της συγκεκριμένης ΠΑΕ (κι έσκιζαν τα ρούχα τους για την αθωότητά τους δηλώνοντας ότι η Επιτροπή τους αδίκησε) έφυγαν από την Ξάνθη νύχτα. Κάποιος θα μπορούσε να πει ότι είναι και δικαίωμά τους – μπορεί να κουράστηκαν, να βαρέθηκαν, να τους έπνιξε το δίκιο τους. Προσέξτε, όμως, τι συνέβη πριν να φύγουν. Οι ίδιοι δέχτηκαν την απόφαση της Επιτροπής Εφέσεων και την τιμωρία της ομάδας τους με αφαίρεση βαθμών χωρίς να κάνουν έφεση στο CAS. Ξαφνικά η Ξάνθη στα περσινά play out άρχισε να χάνει το ένα παιχνίδι μετά το άλλο. Οταν έφτασε να αγωνιστεί στο μπαράζ με τον Απόλλωνα παρατάχθηκε με τα πιτσιρίκια της ομάδας Νέων. Οσοι είχαν τις τύχες της την οδήγησαν στον υποβιβασμό και το έβαλαν στα πόδια. Και κανείς δεν ασχολήθηκε με όλα αυτά. Η διάλυση μιας ομάδας θεωρήθηκε κάτι σαν επαγγελματική επιλογή – σαν δικαίωμα. Και φυσικά αυτό δεν έγινε για πρώτη φορά. Εχουμε δει και χειρότερα: χρόνια τώρα όποιος θέλει μπορεί να φεύγει από μία ομάδα βουλιάζοντάς την στα χρέη, στέλνοντάς την στην τρίτη κατηγορία και φεσώνοντας όποιον μιλάει ελληνικά και όχι μόνο.

Ποινές

Τα αθλητικά δικαστήρια ασχολούνται ακόμα με το αν πρέπει να επιβάλλουν ποινές. Στο μεταξύ η Ξάνθη διαλύθηκε και κατέληξε στη δεύτερη κατηγορία με τους αρμόδιους εισαγγελείς και υπουργούς να χτυπάνε παλαμάκια, ενώ πέρυσι αλλοιώθηκε και η διαδικασία των play out και το μπαράζ. Πώς λοιπόν να μην πιστεύει ο κάθε αληταράς ότι μπορεί να βάλει λεφτά σε μια μαύρη σακούλα και να τα προσφέρει σε ποδοσφαιριστές για να στήσει ένα παιχνίδι; Οταν σε αυτή τη χώρα, κάποιοι παίζοντας με την Ξάνθη, στήσανε ολόκληρο πρωτάθλημα;

ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ ΝΕΑ