Ο Άγιος Γεώργιος ο Τροπαιοφόρος ανήκει στη χορεία των μεγαλομαρτύρων και είναι ένας από τους πλέον λαοφιλείς αγίους της Εκκλησίας μας.

Η μνήμη του Αγίου Γεωργίου τιμάται από την Εκκλησία μας στις 23 Απριλίου. Σε περίπτωση που η ημερομηνία αυτή τυγχάνει πριν από το Πάσχα, όπως φέτος, τότε η εορτή του Αγίου Γεωργίου μετατίθεται στην επόμενη ημέρα του Πάσχα, τη Δευτέρα της Διακαινησίμου.

Ο Άγιος Γεώργιος γεννήθηκε περί το 275 μ.Χ. στην Καππαδοκία, από γονείς χριστιανούς. Έχασε τον πατέρα του όταν ήταν δέκα ετών. Η μητέρα του τον πήρε ακολούθως μαζί της στην πατρίδα της, την Παλαιστίνη, όπου είχε και τα κτήματά της.

Σε ηλικία 18 ετών ο Άγιος Γεώργιος κατατάχθηκε στο ρωμαϊκό στρατό. Κατάφερε να προαχθεί σε ανώτερα αξιώματα και να συμπεριληφθεί ως αξιωματικός στη φρουρά του αυτοκράτορα Διοκλητιανού.

Ο Διοκλητιανός, αφού εργάστηκε αρχικά για την οργάνωση του κράτους του και τη σταθεροποίηση των συνόρων αυτού, στράφηκε στα εσωτερικά ζητήματα και επιχείρησε να ανορθώσει την ειδωλολατρία, επιδιώκοντας τον αφανισμό της χριστιανικής πίστης.

Ο Άγιος Γεώργιος αντιτάχθηκε με γενναιότητα σε αυτήν την επιχείρηση εξόντωσης των χριστιανών και εξάλειψης της χριστιανικής πίστης από το ρωμαϊκό κράτος, διακηρύσσοντας την αλήθεια της χριστιανικής θρησκείας.

Οργισμένος, ο Διοκλητιανός διέταξε να κλείσουν τον Άγιο Γεώργιο στη φυλακή και να τον υποβάλουν σε φρικτά βασανιστήρια. Αυτός έμεινε ακλόνητος στην ομολογία του και, παρ’ όλες τις κολακείες και τις υποσχέσεις του αυτοκράτορα, δε δέχθηκε να αποκηρύξει την πίστη του και συνέχισε να μιλά για τους ουράνιους θησαυρούς.

Ο Διοκλητιανός διέταξε τότε τους δημίους να δέσουν τον Άγιο σε ένα μεγάλο τροχό, για να κομματιαστεί το σώμα του. Ο Γεώργιος ευχαρίστησε το Θεό που τον αξίωσε να δοκιμαστεί και δέχτηκε ευχαρίστως να υποστεί το φοβερό αυτό μαρτύριο, που θα χώριζε σε μικρά, λεπτά κομμάτια ολόκληρο το σώμα του.

Μόλις ο τροχός κινήθηκε, τα κοφτερά σίδερα άρχισαν όντως να κόβουν το σώμα του Αγίου. Τότε ακούστηκε μια φωνή από τον ουρανό που είπε: «Μη φοβάσαι, Γεώργιε, γιατί εγώ είμαι μαζί σου». Αμέσως ένας άγγελος ελευθέρωσε τον Άγιο, λύνοντάς τον από τον τροχό και θεραπεύοντας το καταπληγωμένο σώμα του.

Ο Γεώργιος, αφού απέκτησε και πάλι το θαυμάσιο παράστημά του, με όψη αγγελική, παρουσιάστηκε στον Διοκλητιανό. Μόλις τον είδαν, έμειναν όλοι έκθαμβοι και απορημένοι. Μαζί του εμφανίστηκαν μπροστά στο βασιλιά δύο από τους αξιωματικούς του, ο Πρωτολέοντας και ο Ανατόλιος, μαζί με χίλιους στρατιώτες, και ομολόγησαν την πίστη τους στον Χριστό. Ο Διοκλητιανός θύμωσε τόσο, που διέταξε να τους σκοτώσουν, πράγμα που έγινε αμέσως.

Έπειτα διέταξε να γεμίσουν αμέσως ένα λάκκο με ασβέστη και νερό, να ρίξουν μέσα τον Γεώργιο και να τον αφήσουν εκεί τρεις μέρες και τρεις νύχτες, ώστε να διαλυθούν τα κόκαλά του.

Πραγματικά, οι δήμιοι έριξαν τον Άγιο στο ζεματιστό ασβέστη και έκλεισαν το στόμιο του λάκκου. Ύστερα από τρεις μέρες οι στρατιώτες που άνοιξαν το λάκκο βρήκαν τον Γεώργιο όρθιο μέσα στον ασβέστη, να προσεύχεται.

Ο Διοκλητιανός, οργισμένος, διέταξε τότε να του φορέσουν πυρακτωμένα παπούτσια με σιδερένια καρφιά και να τον εξαναγκάσουν να περπατά. Ο Άγιος προσευχόταν και περπατούσε χωρίς να πάθει τίποτα.

Αφού υπέστη πολλά ακόμη βασανιστήρια και δηλητηριάστηκε χωρίς να πάθει τίποτα, ο Άγιος Γεώργιος βρήκε τελικά μαρτυρικό θάνατο διά αποκεφαλισμού.