To 1904 ο άσημος τότε Ιρλανδός Τζέιμς Τζόις δραπετεύει με τη σύντροφό του Νόρα Μπάρνακλ από την καταχρεωμένη οικογένειά του και την καταπιεστική κοινωνία του καθολικού Δουβλίνου για την ηπειρωτική Ευρώπη. Δυο χρόνια νωρίτερα είχε επιχειρήσει να ζήσει ως φοιτητής Ιατρικής στο Παρίσι. Επειτα από μια σύντομη παραμονή στη Ζυρίχη, καταλήγει στην πολυεθνή και πολύγλωσση Τεργέστη. Στριμωγμένος οικονομικά, ζώντας διαρκώς με δανεικά (και αγύριστα), πίνοντας πάντα, ξένος ανένταχτος στον κοινωνικό ιστό της πόλης και μακριά από την άρχουσα τάξη της, με την οποία τον συνδέουν πνευματικοί δεσμοί αλλά όχι σχέσεις που θα του εξασφάλιζαν ένα άνετο εισόδημα, ο Τζόις θα ζήσει στην Τεργέστη βιοποριζόμενος ως καθηγητής αγγλικών ως τον Ιούλιο του 1920, αφήνοντας ισχυρό ίχνος στην ιστορία της πόλης στην οποία οφείλει μια καθοριστικά γόνιμη συγγραφική περίοδο. Εκεί ολοκλήρωσε τους Δουβλινέζους, το Πορτρέτο του καλλιτέχνη σε νεαρά ηλικία και έγραψε το θεατρικό Εξόριστοι. Εκεί συνέλαβε τη δομή και συνέθεσε ορισμένα κεφάλαια του ξακουστού Οδυσσέα του, του κορυφαίου μυθιστορήματος του μοντερνισμού, «του βιβλίου στο οποίο όλοι χρωστάμε και από το οποίο κανείς μας δεν μπορεί να ξεφύγει», κατά τον Τ.Σ. Ελιοτ.

Διαβάστε περισσότερα εδώ