38

Η κατηγορηματική εναντίωση των Βαυαρών Χριστιανοκοινωνιστών (CSU) στην προοπτική ένταξης της Τουρκίας στην Ευρωπαϊκή Ένωση «διευρύνθηκε» με την απόρριψη και της ενταξιακής προοπτικής για τη Βουλγαρία και τη Ρουμανία, των οποίων η ένταξη προβλέπεται -βάσει των ειλημμένων αποφάσεων της ΕΕ- για το 2007.

Ο Βαυαρός πρωθυπουργός Έντμουντ Στόιμπερ, που είχε αναγάγει το θέμα της Τουρκίας σε ζήτημα αρχής και «μείζον θέμα ταυτότητας» της ΕΕ -«η ένταξη της Τουρκίας στην ΕΕ συνεπάγεται το τέλος του οράματος της ευρωπαϊκής πολιτικής ενοποίησης» δήλωσε πρόσφατα- επεξέτεινε την κριτική του για τη διεύρυνση με τις δύο αυτές βαλκανικές χώρες, τουλάχιστον ως προς τον προβλεπόμενο χρονικό ορίζοντα και με βασικό επιχείρημα την αδυναμία της ΕΕ να ανταποκριθεί στο οικονομικό βάρος που συνεπάγεται η προσχώρηση των δύο αυτών χωρών, μετά την επικείμενη διεύρυνσή της με δέκα νέα μέλη, την 1η Μαΐου 2004.

«Μια νέα διεύρυνση είναι κατ αρχήν αδύνατη» τόνισε την Τετάρτη ο Στόιμπερ στη «σαρακοστιανή» συγκέντρωση του κόμματος του, που πραγματοποιείται κάθε χρόνο στο Πάσαου της Βαυαρίας, από όπου κατά παράδοση τη μέρα αυτή οι ηγέτες όλων των πολιτικών κομμάτων απευθύνονται στα μέλη τους μιλώντας «έξω από τα δόντια».

Προσέθεσε, μάλιστα, ότι «πρέπει να σταματήσει αυτή η λογική της συνεχούς διεύρυνσης της ΕΕ με «φτωχούς συγγενείς». «Η Γερμανία δεν μπορεί να το αντέξει αυτό οικονομικά και κάποτε πρέπει να σκεφτούμε και τον γερμανικό λαό» είπε, ενώ ταυτόχρονα -αναφερόμενος στην Τουρκία- χαρακτήρισε «σαχλαμάρες» την εκτίμηση του αρμόδιου επιτρόπου για τη διεύρυνση της ΕΕ, Γκίντερ Φερχχόιγκεν, ότι η ένταξη της Τουρκίας στην ΕΕ μπορεί να αποτελέσει «άλμα προς τα εμπρός» για όλους.

Η επιχειρηματολογία του Στόιμπερ κατά της ημερομηνίας έναρξης ενταξιακών διαπραγματεύσεων με την Τουρκία δεν εστιάζεται πλέον στις πολιτιστικές και θρησκευτικές διαφορές, που καθιστούν την Τουρκία «ασύμβατη» με την ΕΕ, αλλά κατά πρώτο λόγο στην αδυναμία ενσωμάτωσής της στην ΕΕ λόγω της ευρωπαϊκής ανετοιμότητας από θεσμικής πλευράς.

Το δεύτερο βασικό επιχείρημα, που ισχύει γενικά, αλλά επιστρατεύτηκε ειδικά για τη Βουλγαρία και τη Ρουμανία, είναι το θέμα του κόστους που συνεπάγεται η διεύρυνση για τη Γερμανία, γιατί θα σημαίνει αφ ενός μεν την αύξηση των εισφορών της στα κοινοτικά ταμεία και αφετέρου τη μείωση των κονδυλίων που εισπράττει για την ενίσχυση των «φτωχών» ανατολικογερμανικών κρατιδίων, εφόσον τα νέα μέλη της ΕΕ θα είναι φτωχότερα.

Μέσα στο γενικότερο κλίμα δυσαρέσκειας που επικρατεί στη Γερμανία από τις περικοπές των κοινωνικών παροχών της «Ατζέντα 2010», την αμείωτη ανεργία που μαστίζει ιδιαίτερα τα κρατίδια της πρώην Ανατολικής Γερμανίας και τον περιορισμό των πόρων που διαθέτουν, η διάθεση που κυριαρχεί στο εκλογικό σώμα, σύμφωνα με τις δημοσκοπήσεις, εν όψει των ευρωεκλογών του Ιουνίου, αλλά και εν όψει 13 ακόμη εκλογικών αναμετρήσεων (τοπικές βουλευτικές και δημοτικές εκλογές) μέσα στο 2004, είναι «να κοιτάξουμε πρώτα τα του οίκου μας και όχι τους ξένους» -και ως εκ τούτου η επιχειρηματολογία αυτή έχει απήχηση.

«Σωστά απορρίπτει η κυβέρνηση τις προτάσεις της Κομισιόν για αύξηση του κοινοτικού προϋπολογισμού, γιατί αυτό θα συνεπαγόταν πως αντί των 22 δισ. ευρώ που πληρώνουμε τώρα, θα πρέπει να πληρώνουμε έως το 2013 μέχρι και 40 δισ., αλλά ταυτόχρονα η κυβέρνηση πρέπει να μας πει πώς θα χρηματοδοτηθεί η ένταξη της Βουλγαρίας και της Ρουμανίας το 2007» είπε ο Στόιμπερ.

ΑΠΕ