38

Αντιπροσωπεία της ιταλικής κυβέρνησης φτάνει στις 29 Σεπτεμβρίου στην Κεφαλονιά, προκειμένου να αποτίσει φόρο τιμής στους Ιταλούς στρατιώτες που σκότωσαν οι ναζί λίγες ημέρες μετά την υπογραφή της ανακωχής. Μαζί τους θα έλθει στο νησί και ο Αμος Παμπαλόνι, ο 90χρονος σήμερα «λοχαγός Κορέλι».

Ο παρασημοφορημένος με αργυρό μετάλλιο Αμος Παμπαλόνι, 34 ετών εκείνη την εποχή, σώθηκε ως εκ θαύματος από την επίθεση των ναζί στην Κεφαλονιά. Την ιστορία του διηγήθηκε στο δημοσιογράφο Ρικάρντο Μόνι:


«Εφτασα στην Κεφαλονιά όταν ήμουν 33 ετών, τον Απρίλη του 1943. Στο νησί οι κάτοικοι μας δέχτηκαν καλά. Οι γέροι μιλούσαν μεταξύ τους βενετσιάνικα και σχεδόν όλοι καταλάβαιναν τα ιταλικά. Εγώ σύντομα συνδέθηκα συναισθηματικά με μια νέα 17-18 ετών. Ονομαζόταν Μαρία και σπούδαζε δασκάλα. Ηταν μελαχρινή, μικροκαμωμένη, με δύο μάτια μαύρα και φωτεινά σαν καρφίτσες. Αλλά δεν κάναμε ποτέ έρωτα, ούτε έμενα σπίτι της, όπως γράφει ο Ντε Μπερνιέρ στο περιβόητο μυθιστόρημά του και ούτε την παντρεύτηκα.


«Στις 12 Σεπτεμβρίου, οι Γερμανοί επιτέθηκαν και πήραν το Ληξούρι. Στις 20 Σεπτεμβρίου παίρνω διαταγή να μετακινήσω την πυροβολαρχία μου έως τα Διληνάτα. Το πρωί της 21ης, ενώ κοιτάζω με τα κιάλια μου, φτάνει ένας στρατιώτης φωνάζοντας: Λοχαγέ, οι Γερμανοί, οι Γερμανοί!. Προσπαθούμε μάταια να τους αναχαιτίσουμε. Ανταπαντούν με μικρούς όλμους προκαλώντας νεκρούς και τραυματίες. Δεν ξέρω ότι έχουν ήδη σκοτώσει αιχμάλωτους. Παραδίδομαι. Δεν είναι Γερμανοί. Είναι Αυστριακοί της μεραρχίας Εντελβάις.


«Μιλούν τα ιταλικά καλύτερα από μένα. Το πρώτο που κάνουν είναι να μας πάρουν τα ρολόγια, τις αλυσιδίτσες, τα δαχτυλίδια και τα πορτοφόλια. Διαμαρτύρομαι. Ο επικεφαλής τους μου απαντά ότι δεν είμαστε αιχμάλωτοι, αλλά άτακτοι. Προδότες. Και μου γνέφει να προχωρήσω. Δεν προλαβαίνω να κάνω ένα βήμα και με πυροβολεί στον αυχένα. Δεν νιώθω πόνο. Νιώθω σαν να μου δώσανε μια γερή σπρωξιά, όπως όταν φρενάρει ξαφνικά το λεωφορείο και είσαι όρθιος.


«Τα γυαλιά μου, αντί να πέσουν, σφίγγονται στερεότερα στη μύτη μου. Πέφτω χάμω δίχως να χάσω τις αισθήσεις μου και χωρίς να καταλαβαίνω τι ακριβώς συμβαίνει. Αν είμαι ζωντανός ή όχι. Ενα πολυβόλο αρχίζει να κελαηδά. Ακούω τις φωνές των δικών μου. Ακούω και μεμονωμένους πυροβολισμούς. Είναι οι χαριστικές βολές. Παραμένω βουβός και ακίνητος. Περνούν μερικά λεπτά και οι Αυστριακοί φεύγουν τραγουδώντας. Χάνω λίγο αίμα, αλλά είμαι καλά. Η σφαίρα πέρασε ξυστά από τη σπονδυλική στήλη χωρίς να την αγγίξει, δεν πείραξε την καρωτίδα και βγήκε από το λαιμό, χωρίς να πειράξει το σαγόνι. Αν το είχε κάνει, θα με είχαν αποτελειώσει.


«Τη νύχτα φτάνω στα Φαρακλάτα. Ζητώ από ένα ζευγάρι γέρων χωρικών να με φιλοξενήσουν. Βγάζω τη στολή και ντύνομαι στα πολιτικά. Το βράδυ της 22ας η γυναίκα δέχεται να με συνοδέψει στο νοσοκομείο. Στο δρόμο συναντάμε μια κοπέλα, τη Μαρίκα Διονυσίου. Δέχεται να αντικαταστήσει τη γριά γυναίκα. Οταν πλησιάζουμε στο Αργοστόλι, αρνιέται να με πάει στο νοσοκομείο και επιμένει ότι στο σπίτι της θα είμαι πιο σίγουρος. Κάνω όπως μου λέει και γλιτώνω για δεύτερη φορά. Το πρωί της 23ης, πράγματι, οι Γερμανοί μπαίνουν στο νοσοκομείο, παίρνουν τους τραυματίες αξιωματικούς και τους τουφεκίζουν.


«Αφού σώθηκα από τη σφαγή, επί 14 μήνες πολέμησα με τους αντάρτες του ΕΛΑΣ στα βουνά της Ηπείρου.»

Newsroom ΑΛΤΕΡ ΕΓΚΟ,ΜΠΕ