Ο Βενέζης γνώριζε άριστα ότι το να σκαρφαλώνει κανείς στα βουνά δεν ήταν απλώς άσκηση ή διασκέδαση. Ήταν πάθος, ήταν σκοπός ζωής, μια περισσότερο πνευματική παρά φυσική περιπέτεια.
Και με τη γλαφυρή και ευφάνταστη πένα του, ως ένας ποιητής που αφηγείται ή ένας αφηγητής που τραγουδά (έτσι ωραία τον είχε βαφτίσει ο Γεώργιος Αθανασιάδης – Νόβας), ο Βενέζης έγραφε ξανά και ξανά —σε επιφυλλίδες και φιλολογικά σημειώματα που φιλοξενούνταν στο «Βήμα»— για τον Όλυμπο, για την ορειβασία, για το καθαρά πνευματικό πάθος του ύψους.
Βαθιά μέσα του, ως πηγή έμπνευσης και δημιουργίας, κουβαλούσε τα λόγια του άγγλου ορειβάτη Τζων Χαντ, του αρχηγού της βρετανικής αποστολής που κατάφερε να κατακτήσει πρώτη το Έβερεστ, την ψηλότερη κορυφή του κόσμου, το πρωινό της 29ης Μαΐου 1953:
«Να αντιμετωπίζης τη ζωή σαν μια περιπέτεια. Να βλέπης τα προβλήματα και τις δυσκολίες της σαν μια ευπρόσδεκτη πρόκληση στην ικανότητα ή την υπομονή σου και στο πνεύμα σου. Αυτός είναι ο τρόπος για να νικάς τα βουνά της ζωής».
Σε ένα από τα προαναφερθέντα άρθρα του (τίτλος του «Με τον Φράνσις Φάρκιουαρ», Τρίτη 26 Ιουνίου 1951), όπου εξιστορούσε και πάλι, με αξιοθαύμαστο συγγραφικό οίστρο, τις κατά καιρούς επιχειρηθείσες αναβάσεις στο ψηλότερο βουνό της χώρας μας, ο Βενέζης μάς πρόσφερε μια από τις ωραιότερες περιγραφές του Ολύμπου.
Μέσα σε λίγες μόλις αράδες, σε μία μόλις παράγραφο, τα ουσιώδη, τα αιώνια, τα απαράμιλλα και απαράγραπτα:
Τι φαράγγι είναι αυτό, του Ενιππέως! Γιγάντιοι όγκοι, πράσινη γη, δάση απάτητα, κρεμασμένοι κιτρινωποί βράχοι. Και νερά. Ο θόρυβος των νερών μπερδευόταν με το βουητό του δάσους, και όλα γίνονταν παράξενη, μυστική αρμονία άλλου κόσμου, παλαιού. Στο βάθος οι μεγάλες κορφές του βουνού, χιονισμένες, κάθε τόσο πρόβελναν μέσα απ’ τα άσπρα σύννεφα. Γυμνές αυτές, κατάγυμνες, χωρίς ένα δέντρο, τίποτα. Μονάχα γραμμή, και αυστηρή κίνηση. Τίποτα άλλο. Έτσι ο Όλυμπος γίνεται, όσο εισχωρείς μέσα στον όγκο του, γίνεται έκφραση πνευματική, ταυτίζεται με το ουσιώδες του ελληνικού πνεύματος. Όσο ανεβαίνεις, όσο θα ανεβαίνεις τον Όλυμπο, ο Όλυμπος ολοένα θα γυμνώνεται: από τα δάση, απ’ τα νερά. Για να φτάσει, τέλος, στην απόλυτη άρνηση του περιττού, στην απόλυτη λιτότητα. Σε κυριεύει δέος να το αισθάνεσαι πόσο όλα υπακούνε εδώ, σ’ αυτή τη γη που προορίστηκε να είναι πατρίδα σου, πόσο υπακούνε σε μια ενότητα, στην ίδια οικονομία: Τα βουνά και η τέχνη· ο Όλυμπος και τα χορικά της τραγωδίας.
Το παρόν άρθρο δημοσιεύεται με αφορμή την εγγραφή (κατόπιν ομοφώνου αποφάσεως) της ευρύτερης περιοχής του Ολύμπου στον Κατάλογο Παγκόσμιας Κληρονομιάς της UNESCO, σε αναγνώριση της εξέχουσας οικουμενικής αξίας του (οι φωτογραφίες προέρχονται από τον επίσημο λογαριασμό του υπουργείου Πολιτισμού στο facebook).