Ο Γουίλιαμ Κουπόν δεν ενδιαφερόταν απλώς να φωτογραφίζει διάσημους. Ήθελε να καταγράψει την ανθρώπινη φύση σε όλες τις εκδοχές της. Από τους θαμώνες του Studio 54 και τους πρωταγωνιστές της πανκ σκηνής της Νέας Υόρκης μέχρι προέδρους, μουσικούς θρύλους, αυτόχθονες πληθυσμούς και κρατούμενους σε φυλακές υψίστης ασφαλείας, ο Αμερικανός φωτογράφος αφιέρωσε σχεδόν πέντε δεκαετίες στην αναζήτηση ενός και μόνο πράγματος: του προσώπου.
Ο δημιουργός με τις χαρακτηριστικές φωτογραφίες υψηλής αντίθεσης, που σημάδεψαν περιοδικά όπως το Time και το Rolling Stone, πέθανε στις 29 Μαΐου στο σπίτι του στη Σάντα Φε του Νέου Μεξικού σε ηλικία 73 ετών.
Σύμφωνα με τον αδελφό του, Ρόμπερτ Γκρόσμαν, ο θάνατός του προήλθε από επιπλοκές λεμφώματος non-Hodgkin.
Η σειρά φωτογραφιών «Disco Tribes» που δημιούργησε ο Γουίλιαμ Κουπόν το 1978 στο θρυλικό Studio 54 στο Μανχάταν περιλάμβανε, μεταξύ άλλων, πορτρέτα του Άντι Γουόρχολ (πάνω αριστερά), της drag queen Ντιβάιν (πάνω δεξιά) και του συγγραφέα Τρούμαν Καπότε (κάτω αριστερά).
Από τις πειραματικές εικόνες στις βιτρίνες του Bloomingdale’s
Πολύ πριν γίνει γνωστός ως φωτογράφος πορτρέτων, ο Κουπόν πειραματιζόταν με ασυνήθιστες μορφές εικαστικής έκφρασης.
Δημιουργούσε τα λεγόμενα «audiographs», φωτογραφίες που συνοδεύονταν από ηχητικά αποσπάσματα μέσω κρυμμένων κασετών, αλλά και «kinetographs», εικόνες που κινούνταν χάρη σε μηχανικούς μηχανισμούς.
Μερικά από αυτά τα έργα είχαν παρουσιαστεί στα τέλη της δεκαετίας του 1970 στις βιτρίνες του πολυκαταστήματος Bloomingdale’s στη Νέα Υόρκη.
Αυτοδίδακτος φωτογράφος, βρέθηκε σύντομα στο επίκεντρο της καλλιτεχνικής ζωής της πόλης.
Αχρονολόγητα πορτρέτα του Άιζακ Χέιζ και του Ρίτσαρντ Νίξον. Τα πορτρέτα του Γουίλιαμ Κουπόν ξεχώριζαν για την αίσθηση διαχρονικής επιβλητικότητας και αξιοπρέπειας που απέπνεαν
Οι νύχτες στο Studio 54 και το μυστήριο της αποπομπής
Το 1978 κατάφερε να αποκτήσει πρόσβαση στο θρυλικό Studio 54, το διασημότερο νυχτερινό κλαμπ της εποχής.
Εκεί δημιούργησε τη σειρά «Disco Tribes», απαθανατίζοντας προσωπικότητες που καθόρισαν τη δεκαετία, όπως ο Άντι Γουόρχολ, η drag queen Ντιβάιν και ο συγγραφέας Τρούμαν Καπότε.
Ο τελευταίος είχε συμφωνήσει μάλιστα να γράψει τα συνοδευτικά κείμενα για μια έκδοση αφιερωμένη στις φωτογραφίες αυτές.
Η συνεργασία του με το Studio 54, ωστόσο, έληξε απότομα. Μετά από μόλις τρεις εβδομάδες, απομακρύνθηκε από το κλαμπ και οι φωτογραφικές μηχανές του καταστράφηκαν από σωματοφύλακες που εργάζονταν για τον συνιδιοκτήτη Στιβ Ρούμπελ.
Ο ίδιος έλεγε αργότερα πως ποτέ δεν έμαθε τον λόγο.
Δεξιόστροφα από επάνω αριστερά: αχρονολόγητες φωτογραφίες των Ντέιβιντ Μπερν, Ντέμπι Χάρι, Κλάους Νόμι και Ζαν-Μισέλ Μπασκιά, από τη σειρά «Punks of New York»
Η πανκ Νέα Υόρκη και η «εμμονή με το πρόσωπο»
Η επόμενη στάση του ήταν το Mudd Club στο κέντρο του Μανχάταν, σημείο αναφοράς της πανκ και new wave σκηνής.
Σε αντίθεση με το Studio 54, εκεί οι υπεύθυνοι του χώρου όχι μόνο αποδέχθηκαν τη δουλειά του αλλά παρουσίασαν και έκθεση με τα έργα του.
Την περίοδο εκείνη άρχισε να διαμορφώνει το ύφος που θα τον καθιέρωνε διεθνώς.
Αυτοπροσωπογραφία του 1984. Εργαζόμενος τότε στη διαφήμιση, δημιούργησε μια επιτυχημένη καμπάνια που είχε ως κεντρικό στοιχείο ένα κουπόνι, με αποτέλεσμα οι συνάδελφοί του να αρχίσουν να τον αποκαλούν «Mr. Coupon». Αργότερα, άλλαξε και επίσημα το επώνυμό του από Γκρόσμαν σε Κουπόν.
Με φόντο ένα χειροποίητο βελγικό λινό ύφασμα, προσεκτικά σχεδιασμένο φωτισμό και έντονες αντιθέσεις φωτός και σκιάς, δημιούργησε εικόνες που θύμιζαν κλασικούς πίνακες ζωγραφικής.
Ο ίδιος αναγνώριζε ως σημαντική επιρροή τον Ρέμπραντ.
Η σειρά «Punks of New York» περιλάμβανε φωτογραφίες του Ντέιβιντ Μπερν, της Ντέμπι Χάρι, του Ζαν-Μισέλ Μπασκιά και του εκκεντρικού Γερμανού τραγουδιστή Κλάους Νόμι.
Οι New York Times είχαν γράψει ότι ο Κουπόν παρουσίαζε τους πρωταγωνιστές της πανκ σκηνής χωρίς τις υπερβολές και το χάος που συνήθως συνόδευαν την εικόνα τους, προσφέροντας μια πιο ανθρώπινη και διαχρονική ματιά.
Το μινιμαλιστικό ύφος του Γουίλιαμ Κουπόν αποτυπώνεται χαρακτηριστικά στην έντονη αντίθεση φωτός και σκιάς στο πορτρέτο του Μάιλς Ντέιβις, το οποίο χρησιμοποιήθηκε στο εξώφυλλο του βιβλίου του το 2018, «William Coupon: Portraits».
Από τον Μάιλς Ντέιβις μέχρι τον Μικ Τζάγκερ
Η φήμη του εξαπλώθηκε γρήγορα.
Φωτογράφισε τον Μάιλς Ντέιβις σε μερικές από τις πιο χαρακτηριστικές εικόνες της καριέρας του, με το παιχνίδι φωτός και σκιάς να μετατρέπει το πρόσωπο του θρυλικού μουσικού σχεδόν σε γλυπτό.
Ο πολιτιστικός ιστορικός Άντονι Μπάνον είχε πει πως ο Κουπόν πίστευε ότι το πρόσωπο αποκαλύπτει πάντα την αλήθεια ενός ανθρώπου.
Και του Μικ Τζάγκερ, σε φωτογραφία του 1983.
Το 1983, ενώ φωτογράφιζε τον συγγραφέα και επιζώντα του Ολοκαυτώματος Ελί Βιζέλ για το περιοδικό των New York Times, δέχθηκε τηλεφώνημα από το Rolling Stone.
Το περιοδικό τον ήθελε το ίδιο βράδυ για φωτογράφιση του Μικ Τζάγκερ.
Σύμφωνα με μαρτυρίες συνεργατών του, ο Βιζέλ άκουσε το όνομα του τραγουδιστή και ρώτησε απορημένος ποιος ήταν. Αργότερα, όταν ο Κουπόν συνάντησε τον Τζάγκερ, εκείνος φέρεται να τον ρώτησε με τη σειρά του ποιος ήταν ο Ελί Βιζέλ.
Δεξιόστροφα από επάνω αριστερά: αχρονολόγητες φωτογραφίες των Μάιλς Ντέιβις, Τζορτζ Χάρισον, Πεν Τζιλέτ και Κιθ Χάρινγκ. Ο Ντέιβις, ο Χάρισον και ο Χάρινγκ κρατούν στην αγκαλιά τους τη βρέφος κόρη του Γουίλιαμ Κουπόν, ενώ ο Τζιλέτ ποζάρει με ένα παιδί του οποίου η ταυτότητα δεν είναι γνωστή.
Τα εξώφυλλα που έγραψαν ιστορία
Κατά τη διάρκεια της καριέρας του φωτογράφισε τον Τζορτζ Χάρισον, τον Τζέρι Γκαρσία, τον Νιλ Γιανγκ και δεκάδες ακόμη προσωπικότητες της μουσικής.
Παράλληλα δημιούργησε 15 εξώφυλλα για το περιοδικό Time, ανάμεσά τους και εκείνα που απεικόνιζαν τους προέδρους Μπιλ Κλίντον και Τζορτζ Γ. Μπους ως Πρόσωπα της Χρονιάς.
Στα 15 εξώφυλλα που φωτογράφησε για το περιοδικό Time magazine περιλαμβάνονταν πορτρέτα δύο προέδρων των ΗΠΑ, του Μπιλ Κλίντον και του Τζόρτζ Μπους, για τα ετήσια τεύχη «Person of the Year».
Ιδιαίτερα γνωστή έμεινε η φωτογράφιση του Τραμπ το 1985 για το περιοδικό Manhattan, Inc.
Ο επιχειρηματίας κρατούσε ένα λευκό περιστέρι, το οποίο κάποια στιγμή λέρωσε το χέρι του. Σύμφωνα με τους συνεργάτες της παραγωγής, ο Τραμπ απλώς καθαρίστηκε και συνέχισε να ποζάρει σαν να μην είχε συμβεί τίποτα.
Κατά τη διάρκεια μιας φωτογράφισης το 1985 με τον Ντόναλντ Τραμπ και ένα περιστέρι, το πουλί άφησε περιττώματα στο χέρι του Τραμπ.
Ο άνθρωπος πίσω από το επίθετο «Κουπόν»
Ο Γουίλιαμ Κουπόν γεννήθηκε ως Γουίλιαμ Έντουαρντ Γκρόσμαν στις 3 Δεκεμβρίου 1952 στο Κουίνς της Νέας Υόρκης.
Σπούδασε Επικοινωνία στο Πανεπιστήμιο Syracuse, χωρίς ωστόσο να ολοκληρώσει το πτυχίο του.
Πριν αφοσιωθεί στη φωτογραφία εργάστηκε στον χώρο της διαφήμισης.
Εκεί γεννήθηκε και το επίθετο με το οποίο έγινε γνωστός. Έπειτα από μια επιτυχημένη καμπάνια που βασιζόταν σε εκπτωτικά κουπόνια, οι συνάδελφοί του άρχισαν να τον φωνάζουν «Mr. Coupon».
Το παρατσούκλι επικράτησε τόσο πολύ, ώστε αργότερα το υιοθέτησε και επίσημα.
Το πρότζεκτ μιας ζωής: Να φωτογραφίσει «όλο τον κόσμο»
Παρά τη στενή σχέση του με τη διασημότητα, ο Κουπόν δεν περιορίστηκε ποτέ στους σταρ.
Από μικρός διάβαζε με πάθος το National Geographic και γοητευόταν από τους διαφορετικούς πολιτισμούς του πλανήτη.
Στο πλαίσιο της σειράς «Social Studies» ταξίδεψε σε πολλές χώρες μεταφέροντας μαζί του το χαρακτηριστικό λινό φόντο του.
Φωτογράφισε Ινδιάνους της Βόρειας Αμερικής, Αβορίγινες της Αυστραλίας, Σάμι στη Σκανδιναβία, Βέρβερους στο Μαρόκο και Πυγμαίους στην κεντρική Αφρική.
Το ίδιο ενδιαφέρον έδειξε και για ανθρώπους που βρίσκονταν στο περιθώριο της κοινωνίας, όπως μελλοθάνατοι σε αμερικανικές φυλακές ή μετανάστες που εργάζονταν στην Times Square φορώντας στολές χαρακτήρων κινουμένων σχεδίων.
Όπως είχε πει ο φωτογραφικός συντάκτης Άνταμ Στόλτμαν, ο Κουπόν διέθετε ένα σπάνιο χάρισμα:
«Ακόμη κι αν είχε μόνο δύο λεπτά με κάποιον, κατάφερνε να δημιουργήσει μια ατμόσφαιρα όπου αναδυόταν η βαθύτερη ανθρώπινη πλευρά του. Δεν είχε σημασία ποιος ήταν ή από πού προερχόταν».
Ίσως αυτή να ήταν τελικά και η μεγαλύτερη επιτυχία του ανθρώπου που πέρασε τη ζωή του κοιτώντας πρόσωπα μέσα από έναν φακό.
*Με πληροφορίες από: The New York Times, Φωτογραφικό υλικό: williamcoupon.com, Instagram @williamcoupon
Τη Δευτέρα 20 Ιουλίου ο σαξοφωνίστας και πολυοργανίστας Isaiah Collier έρχεται στο ΣΤΟΑ Culture για να παρουσιάσει το project του «Collier plays Coltrane»