Ούτε μία, ούτε δύο, ούτε τρεις, αλλά – σε ένα πρόχειρο μέτρημα – 277 φορές αναφέρεται το όνομα του Γρηγόρη Δημητριάδη, ανιψιού του πρωθυπουργού Κυριάκου Μητσοτάκη και πρώην γενικού γραμματέα του, στα καθαρογραμμένα πρακτικά της δίκης των τεσσάρων ιδιωτών για την υπόθεση με τις υποκλοπές.

Πράγμα απολύτως λογικό για όποιον έχει ακόμη και επιφανειακή γνώση της υπόθεσης, εάν αναλογιστούμε ότι ήταν αυτή η κυβέρνηση που στο πλαίσιο του επιτελικού κράτους μετέφερε την ΕΥΠ στην απευθείας ευθύνη του πρωθυπουργού, άρα και στις αρμοδιότητες του γενικού γραμματέα του, ότι ήταν η ΕΥΠ αυτή που αρχικά στοχοποίησε με «νόμιμες επισυνδέσεις» (με την επίκληση λόγων «εθνικής ασφάλειας») ορισμένους από τους στόχους που αργότερα βρέθηκαν στο στόχαστρο και του παράνομου κατασκοπευτικού λογισμικού Predator, ότι ήταν ο Γρηγόρης Δημητριάδης αυτός που ήταν φίλος ενός εκ των πρωτόδικα καταδικασθέντων, του Γιάννη Λαβράνου και ότι υπήρχαν και οικονομικές συναλλαγές του Δημητριάδη που «άγγιζαν» το «οικοσύστημα» των εταιρειών των καταδικασθέντων για τις υποκλοπές.

Εάν κανείς διαβάσει την καθαρογραμμένη απόφαση και τα πρακτικά της δίκης, για την ακρίβεια και διαγώνια να τα κοιτάξει, αμέσως συνειδητοποιεί ότι δεν έχουμε να κάνουμε με μια «ιδιωτική», αλλά με μια «κυβερνητική» υπόθεση.

Αυτό προκύπτει πρώτα από όλα από το ίδιο το γεγονός – που σχολιάστηκε στη δίκη – ότι των μολύνσεων και αποπειρών μολύνσεων με το παράνομο λογισμικό είχαν προηγηθεί για αρκετούς «στόχους», συμπεριλαμβανομένων πολιτικών, δημοσιογράφων και υπουργών, «νόμιμες επισυνδέσεις» της ΕΥΠ με επίκληση λόγων «εθνικής ασφάλειας». Συνάγεται επίσης από τα στοιχεία που αναδείχθηκαν στη δίκη για την προσπάθεια να πουληθεί παράνομο κατασκοπευτικό λογισμικό στην ΕΥΠ, αλλά και για την τελική επιλογή η προμήθεια να μην γίνει με τρόπο εμφανή, αλλά να «κρυφτεί» μέσα σε άλλες νόμιμες συμβάσεις και προμήθειες, ακριβώς επειδή μιλάμε για ένα παράνομο κατασκοπευτικό λογισμικό. Και προκύπτει συνεργασία ανάμεσα στους εκπροσώπους των εταιρειών που διαχειρίζονταν το λογισμικό και προσωπικό αποσπασμένο στην ΕΥΠ και μάλιστα σε μια παράλληλη στεγανοποιημένη δομή, το ΚΕΤΥΑΚ, που επέτρεπε και την εκπαίδευση του εν λόγω προσωπικού στη χρήση αυτού του λογισμικού.

Θα προσέθετε δε κάποιος ότι η ίδια η κοινή λογική υποδεικνύει ότι ένα τέτοιο λογισμικό δεν θα μπορούσε παρά να χρησιμοποιείται κατεξοχήν από κυβερνήσεις και υπηρεσίες ασφαλείας – κάτι που άλλωστε πολύ πρόσφατα παραδέχτηκε ένας από τους καταδικασθέντες ο ισραηλινός Ταλ Ντίλιαν, μιλώντας στο MEGA και στην εκπομπή της Δώρας Αναγνωστοπούλου. Η όποια συμμετοχή ιδιωτών, στον όποιο βαθμό υπήρχε, ήταν συμπληρωματική.

Την ίδια στιγμή η δίκη ανέδειξε για άλλα μια φορά και τον πυρήνα του προβλήματος. Και αυτός είναι διττός. Από τη μια, δύσκολα μπορεί να ενταχθεί σε οποιαδήποτε εκδοχή κράτους δικαίου και δημοκρατικής διακυβέρνησης η αντίληψη ότι το πρωθυπουργικό γραφείο έπρεπε να παρακολουθεί επικοινωνίες στελεχών της κυβέρνησης, ανώτατων αξιωματικών, πολιτικών, δικαστικών, επιχειρηματιών και δημοσιογράφων. Αυτές είναι πρακτικές που ανήκουν σε ολοκληρωτικά καθεστώτα όπου κυριαρχούσε η γενικευμένη καχυποψία μεταξύ των ίδιων των κυβερνώντων.

Από την άλλη, το ίδιο το γεγονός ότι αυτή η παρακολούθηση γινόταν με παράνομο κατασκοπευτικό λογισμικό που το διαχειρίζονταν ιδιώτες, που ορισμένοι ήταν υπήκοοι ξένων κρατών, με προϋπηρεσία μάλιστα σε μονάδες που είχαν σχέση με τη συλλογή πληροφοριών εγείρει σοβαρότατα θέματα εθνικής ασφάλειας. Να το πω πολύ απλά: το Μέγαρο Μαξίμου μέσα στην πολιτικά παθολογική του αντίληψη για το τι σημαίνει «ελέγχω τους αρμούς του κράτους», άνοιξε μια μεγάλη κερκόπορτα στο να έχουν πρόσβαση υπήκοοι ξένων χωρών (και ενδεχομένως στελέχη ξένων υπηρεσιών) σε κρίσιμες και απόρρητες πληροφορίες που αφορούν την εθνική ασφάλεια.

Καθόλου τυχαία η ρητή αναφορά στην απόφαση του δικαστηρίου ότι: «Περαιτέρω, λαμβάνοντας υπόψη τον τρόπο λειτουργίας του κατασκοπευτικού λογισμικού […] σε συνδυασμό με τους αποδέκτες των μηνυμάτων που περιείχαν συνδέσμους επιμόλυνσης με το λογισμικό κατασκοπείας ‘Predator’, μεταξύ των οποίων ο Υπουργός Προστασίας του Πολίτη κ. Μιχαήλ Χρυσοχοΐδης, ο Υπουργός Εξωτερικών κ. Νικόλαος Δένδιας, ο Αρχηγός ΓΕΕΘΑ Κωνσταντίνος Φλώρος, ο Αρχηγός της Ελληνικής Αστυνομίας κ. Μιχαήλ Καραμαλάκης και άλλων Υπουργών που χειρίζονται καίρια χαρτοφυλάκια με κρατικά απόρρητα και μυστικές πληροφορίες, αλλά και των απόρρητων κρατικών εγγράφων που ο πρώην Υπουργός Χρήστος Σπίρτζης διατηρούσε στην κινητή τηλεφωνική του συσκευή σε ηλεκτρονικά μηνύματα (emails), καταδεικνύεται ότι ενόψει των εν λόγω νέων στοιχείων πρέπει να διερευνηθεί περαιτέρω και να επανεξετασθεί η τυχόν τέλεση εκ μέρους των κατηγορουμένων και των τυχόν τρίτων συμμετόχων και άλλων αξιόποινων πράξεων και δη της κατασκοπείας του αρ. 148 ΠΚ (τουλάχιστον υπό τη μορφή της απόπειρας)».

Το δικαστήριο ασχολήθηκε με τους ιδιώτες. Αυτό έκανε, αναγκαστικά, γιατί έπρεπε να κινηθεί μέσα στα όρια των διώξεων που ασκήθηκαν στη βάση της εισαγγελικής διάταξης του αντιεισαγγελέα του Αρείου Πάγου, Αχιλλέα Ζήση. Αυτού που μνημονεύεται, πια, ως «πόρισμα Ζήση» κι από πολλούς έχει θεωρηθεί μνημείο εθελοτυφλίας απέναντι στις κυβερνητικές ευθύνες. Το πόρισμα αυτό ήταν που κατεξοχήν πρόταξε τη θέση ότι πρόκειται για «υπόθεση ιδιωτών» (χωρίς να την ερευνήσει ιδιαίτερα ούτε ως τέτοια).

Και όντως το δικαστήριο, εντός αυτών των ορίων, έκανε και με το παραπάνω τη δουλειά του, τεκμηρίωσε και «έδεσε» την πραγματική ευθύνη των εμπλεκόμενων ιδιωτών, ανέδειξε τις ευθύνες κι άλλων προσώπων ανοίγοντας τον δρόμο και για περαιτέρω διώξεις, διαβίβασε τη δικογραφία στην εισαγγελία για περαιτέρω διερεύνηση τυχόν ποινικών ευθυνών -και επομένως αναβάθμιση των κατηγοριών- για αδικήματα που το «πόρισμα Ζήση» πεισματικά αρνήθηκε να διερευνήσει. Και, εκ των πραγμάτων, ανέδειξε τις κυβερνητικές ευθύνες.

Τόσο η ακροαματική διαδικασία, όσο και το σκεπτικό της εισαγγελικής πρότασης και της απόφασης του πρωτοδίκη είναι υποδειγματικά, γιατί τεκμηριώνουν πώς στήθηκε ο μηχανισμός παρακολούθησης και η «τεχνική υποδομή», πώς απεστάλησαν τα μηνύματα με σκοπό τη μόλυνση και ποιοι ήταν οι ρόλοι μιας σειράς προσώπων, από τους ιδιοκτήτες των εταιρειών μέχρι τον «κρεοπώλη» που η προπληρωμένη κάρτα του χρησιμοποιήθηκε για την αγορά συνδρομής αποστολής sms, μια κάρτα που ο ίδιος παραδέχτηκε ότι αγόρασε από ένα κατάστημα όπου ο φίλος του υπάλληλος έκανε εξυπηρετήσεις και στην ΕΥΠ.

Να σημειωθεί εδώ, μάλιστα, ότι το σκεπτικό της απόφασης κάνει σε δύο σημεία ρητή αναφορά στην εμπλοκή της ΕΥΠ στην υπόθεση.

Το πρώτο σημείο είναι όταν επικαλείται το γεγονός ότι «στο κείμενο που έχει περιέλθει στα χέρια των δημοσιογράφων Αναστασίου Τέλλογλου και Ελίζας Σταματίνας Τριανταφύλλου και αφορά σχέδιο προσυμφώνου μνημονίου συνεργασίας μεταξύ ΕΥΠ και ΟΤΑ (υπηρεσία Βόρειας Μακεδονίας) πέραν του ότι αυτό φέρεται να έχει διορθωθεί από τον συνεργάτη του Tal Dilian, στις εταιρίες του ομίλου Intellexa, Νιρ Μπεν Μοσέ, υπάρχουν ηλεκτρονικά ίχνη δημιουργίας του κειμένου και από τον Merom Harpaz, γεγονός που καταδεικνύει ευρεία συμμετοχή του στις επιχειρησιακές δράσεις της Intellexa».

Το δεύτερο, όταν αναφέρεται στον «κρεοπώλη» και σημειώνει ότι μόνο συμπτωματική δεν μπορεί να χαρακτηρισθεί η αναφορά στον υπάλληλο καταστήματος τηλεπικοινωνιών «από το οποίο παραδόθηκε η ως άνω προπληρωμένη κάρτα αφετέρου δε, είχε παραδεχθεί στον ως άνω μάρτυρα, ότι συνεργάζεται έναντι αμοιβής με την ΕΥΠ, σε συνδυασμό δε με το γεγονός ότι η εν λόγω κάρτα φορτίσθηκε μέσω ΑΤΜ υποκαταστήματος της Εθνικής τράπεζας της Ελλάδος στην Αγία Παρασκευή, κοντά δηλαδή στις κτηριακές υποδομές του ΚΕΤΥΑΚ (εντός του οποίου μάλιστα φέρεται να έχει εντοπιστεί στις 24-06-2022 το υπ’ αριθ. ΧΕΚ 1344 όχημα της εταιρείας Krikel-βλ. σχετικές επισκοπηθείσες φωτογραφίες), συντρέχουν επαρκή στοιχεία και ως εκ τούτου πρέπει να διερευνηθεί η τυχόν ευθύνη και συμμετοχική δράση αυτού αλλά και τυχόν λοιπών τρίτων εμπλεκόμενων προσώπων στις ένδικες αξιόποινες πράξεις».

Δηλαδή, έχουμε ένα σκεπτικό δικαστικής απόφασης που ρητά εμπλέκει την ΕΥΠ στην όλη υπόθεση, άρα καταρρέουν οι ισχυρισμοί ότι δεν υπήρχε ανάμειξη της ΕΥΠ (άρα και της κυβέρνησης). Αντίστοιχα, είναι υποδειγματικός ο τρόπος που η εισαγγελική πρόταση ανασυγκροτεί την αλυσίδα των γεγονότων που καταδεικνύουν την προσέγγιση ανάμεσα στην ελληνική κυβέρνηση και τις εταιρείες που εμπορεύονταν το Predator αλλά και το χρονολόγιο που καταδεικνύει εκ των πραγμάτων την εμπλοκή στελεχών της ΕΥΠ, έστω και με τη μορφή του «στεγανοποιημένου» ΚΕΤΥΑΚ στην όλη υπόθεση.

Μάλιστα, η όλη παράθεση των στοιχείων, όπως και οι μαρτυρικές καταθέσεις και τα υπόλοιπα στοιχεία, κάνουν τον αναγνώστη να αναρωτιέται που θα είχαν φτάσει οι παράνομες παρακολουθήσεις εάν δεν είχαν υπάρξει οι αποκαλύψεις του Δεκεμβρίου για τις πλαστές ιστοσελίδες που χρησιμοποιούσε το Predator και στην Ελλάδα και που οδήγησε στο άτακτο «μάζεμα» του όλου δικτύου.

Αυτό σημαίνει ότι έχει έρθει η ώρα η διερεύνηση της υπόθεσης να περάσει στο επόμενο στάδιο. Αυτό που αφορά τις κυβερνητικές ευθύνες. Ας μη γελιόμαστε: το ζήτημα δεν είναι να καταδικαστούν αυστηρά οι ιδιώτες ως εξιλαστήρια θύματα. Όχι γιατί δεν πρέπει να υπάρχουν ποινικές κυρώσεις σε όσους έχουν ως επιχειρηματική δραστηριότητα την καταστρατήγηση του κράτους δικαίου, αλλά γιατί το κρίσιμο ζήτημα είναι οι κυβερνητικές ευθύνες.

Σε τελική ανάλυση, σημαντικό είναι οι «ιδιώτες» να αποκαλύψουν όλα όσα ξέρουν για τις κυβερνητικές ευθύνες, όλα τα στοιχεία που διαθέτουν για τις συναλλαγές, άμεσες και έμμεσες, με το ελληνικό δημόσιο, όλα τα πολιτικά πρόσωπα που είχαν εμπλακεί στο σχέδιο γύρω από το Predator. Οι πιέσεις με ποικίλους τρόπους που θα τους ασκηθούν είναι δεδομένες και πρέπει να εξασφαλιστεί ότι θα προστατευθούν από αυτές, γιατί οι «κερκόπορτες» υπονόμευσης του Κράτους Δικαίου και της Δημοκρατίας πρέπει να σφραγιστούν.