Μια αμήχανη κυβέρνηση παρακολουθεί την οικονομική κρίση να έρχεται χωρίς να κάνει τίποτα γι’ αυτό
Ο πόλεμος στο Ιράν προκαλεί σοβαρά προβλήματα στην παγκόσμια οικονομία, όμως η κυβέρνηση παρακολουθεί αμήχανη τις εξελίξεις
Όλα δείχνουν ότι δεν θα αποφύγουμε ούτε την παράταση του πολέμου των ΗΠΑ και του Ισραήλ κατά του Ιράν, ούτε τα σοβαρά οικονομικά προβλήματα που αυτός θα προκαλέσει.
Ο επικεφαλής του Διεθνούς Οργανισμού Ενέργειας, Φατίχ Μπιρόλ, ήταν απολύτως σαφής: ο πόλεμος έχει ήδη προκαλέσει τη μεγαλύτερη διαταραχή στην προσφορά πετρελαίου στην ιστορία της παγκόσμιας αγοράς.
Πράγμα λογικό εάν αναλογιστούμε τις εγκαταστάσεις που τίθενται εκτός λειτουργίας στην ευρύτερη περιοχή του Περσικού Κόλπου, τη διατάραξη στη μεταφορά πετρελαίου και φυσικού αερίου, το γεγονός ότι χώρες όπως η Κίνα κρατούν τα δικά τους αποθέματα για λογαριασμό τους.
Και μπορεί η μερική μετάβαση σε άλλες μορφές ενέργειας να σημαίνει ότι μια ενεργειακή κρίση σήμερα δεν έχει τις ίδιες επιπτώσεις που είχαν τα ενεργειακά σοκ της δεκαετίας του 1970, όμως αυτό δεν σημαίνει ότι δεν υπάρχει σοβαρότατο πρόβλημα παγκοσμίως.
Αρκεί να σκεφτούμε ότι ήδη οι τιμές του πετρελαίου και της βενζίνης έχουν πάρει την ανηφόρα, ενώ κλάδοι όπως των αεροπορικών εταιριών ήδη αντιμετωπίζουν σοβαρά προβλήματα. Για να μην αναφερθούμε στο ότι αύξηση των τιμών των καυσίμων σημαίνει αύξηση των μεταφορικών άρα και του κόστους όλων των προϊόντων που καταναλώνουμε.
Η χώρα μας αυτή τη στιγμή κινδυνεύει να έχει μεγάλο κόστος από αυτές τις εξελίξεις. Τα ακριβά καύσιμα θα είναι ένα πλήγμα για τα νοικοκυριά, το ίδιο και ευρύτερες τάσεις αύξησης της τιμής προϊόντων. Η χώρα μας είναι αρκετά μακριά από το πεδίο των πολεμικών επιχειρήσεων για να θεωρείται ότι κινδυνεύει άμεσα, όμως ο τρόπος που αντιλαμβάνονται οι άνθρωποι τη «ζώνη κινδύνου» μπορεί να οδηγήσει κάποιους να προτιμήσουν άλλους προορισμούς. Και βέβαια, ακόμη και εάν επιλέξουν να έρθουν, μπορεί να τους αποθαρρύνουν τυχόν αυξήσεις των αεροπορικών εισιτηρίων.
Προσθέστε σε όλα αυτά τις «αλυσιδωτές» επιπτώσεις που έχουν οι αυξήσεις στις τιμές των καυσίμων σε ένα φάσμα προϊόντων, αλλά και το οικονομικό κόστος της ίδιας της ανασφάλειας που δημιουργείται και έχετε στην πραγματικότητα τη συνταγή μιας σοβαρής οικονομικής κρίσης.
Στη χώρα μας όλα αυτά έρχονται ακριβώς στη στιγμή που βαίνουμε προς την ολοκλήρωση του Ταμείου Ανάκαμψης που αποτέλεσε μια σημαντική οικονομική ώθηση. Δηλαδή, εκεί όπου ούτως ή άλλως συζητούσαμε για την οικονομική επιβράδυνση από το 2027 και μετά, έρχεται και προστίθεται ένας ακόμη παράγοντας σοβαρής οικονομικής αβεβαιότητας.
Για όλα αυτά θα περίμενε κανείς η κυβέρνηση να έχει ήδη προχωρήσει σε αποφασιστικές ενέργειες, να είχε κάνει παρεμβάσεις, να έχει εξαγγείλει έκτακτα μέτρα, και γενικώς να έχει καθησυχάσει, κατά το δυνατόν, τους παράγοντες της οικονομίας.
Και μένω σε αυτό το επίπεδο, γιατί κανονικά η κυβέρνηση θα έπρεπε από την πρώτη στιγμή να ξεσήκωνε τους υπόλοιπους Ευρωπαίους για μια αποφασιστική πρωτοβουλία για την άμεση κατάπαυση του πυρός, ακριβώς γιατί πληρώνουμε μεγάλο κόστος.
Όμως, η κυβέρνηση επί της ουσίας παρακολουθεί αμήχανη τις εξελίξεις. Έκανε κάποιες παρεμβάσεις κατά της αισχροκέρδειας παραβλέποντας ότι το πρόβλημα δεν θα είναι απλώς ότι κάποιοι θα πάνε να κερδοσκοπήσουν αλλά ότι θα φτάνει το πετρέλαιο εξαρχής σε πολύ υψηλές τιμές. Δηλαδή, επρόκειτο για παρεμβάσεις καταδικασμένες εξαρχής σε αποτυχία ως προς τον πυρήνα του προβλήματος.
Στη συνέχεια η κυβέρνηση έστρεψε την προσοχή της στην Ευρώπη ελπίζοντας ότι εκεί θα υπήρχε μια συναίνεση στη δημοσιονομική χαλάρωση. Βεβαίως, αυτό δεν ήρθε, και γιατί στην Ευρώπη ακόμη δεν έχει διαμορφωθεί συσχετισμός υπέρ μιας τέτοιας πολιτικής και γιατί ούτως ή άλλως στην Ευρώπη αποφάσεις σε κεντρικό επίπεδο ποτέ δεν έρχονται γρήγορα.
Μόνο που αυτή η προσπάθεια της κυβέρνησης να πει ουσιαστικά ότι «εμείς θέλουμε, αλλά δεν μας αφήνει η Ευρώπη» φαίνεται κάπως ως «προφάσεις εν αμαρτίαις», εάν δούμε ότι τόσο η Ισπανία όσο και η Ιταλία έχουν προχωρήσει στα πρώτα μέτρα με δική τους πρωτοβουλία.
Και πρωτίστως αυτό που έχουν κάνει είναι να χρησιμοποιήσουν το βασικό εργαλείο που έχουν για να αποτρέψουν τη μεταφορά του κόστους του πολέμου στην οικονομία μέσω υπέρογκων αυξήσεων στις τιμές του πετρελαίου. Και αυτό δεν είναι άλλο από τη μείωση των ειδικών φόρων κατανάλωσης στα καύσιμα.
Γιατί γενναίες μειώσεις εκεί θα μπορούσαν να εξασφαλίσουν σημαντική συγκράτηση των τιμών των καυσίμων και θα απέτρεπαν επιπλέον πληθωριστικές πιέσεις. Ούτως ή άλλως, η μείωση των εμμέσων φόρων – που είναι οι πιο ταξικοί και άδικοι – είναι κάτι που επίμονα αρνείται να κάνει η κυβέρνηση, φτάνοντας μέχρι του σημείου να διατυπώνει καινοφανείς θεωρίες όπως ότι δήθεν τυχόν μείωση των έμμεσων φόρων θα ήταν κοινωνικά άδικη για τα πιο φτωχά στρώματα της κοινωνίας.
Βεβαίως αυτό θα σήμαινε έναν διαφορετικό τρόπο διακυβέρνησης από αυτόν που έχει υιοθετήσει μέχρι τώρα η κυβέρνηση του Κυριάκου Μητσοτάκη και που κυρίως επενδύει στα υψηλά πλεονάσματα, γιατί αυτά θα επιτρέψουν επιλεκτικές προεκλογικές «παροχές» στοχευμένες σε κοινωνικά στρώματα που η ΝΔ θεωρεί κορμό της εκλογικής της βάσης, παρά σε μια προσπάθεια συνολικής θωράκισης της κοινωνίας απέναντι στην επερχόμενη κρίση.
Ούτως ή άλλως αυτή η κυβέρνηση δεν είναι φτιαγμένη για δύσκολες οικονομικές καταστάσεις. Στην περίοδο της πανδημίας εκμεταλλεύτηκε την αυξημένη δαπάνη και τη δημοσιονομική χαλάρωση για να ενισχύσει πρωτίστως ένα τμήμα της εκλογικής της βάσης, παρά ως μηχανισμό ανασυγκρότησης. Σχέδιο για την ανάπτυξη με όρους κλάδων, παραγωγικής διάρθρωσης, ποιότητας εργατικού δυναμικού, δεν έχει πέραν της γενικής προσπάθειας προσέλκυσης επενδυτών, που ενίοτε καταλήγει και στο «επένδυση να’ ναι κι ας είναι ό,τι θέλει ο επενδυτής». Η προετοιμασία της για έκτακτες καταστάσεις περνάει κυρίως μέσα από αιτήματα προς την Ευρώπη, υποτιμώντας την ανάγκη αυτοτελώς να αναμετριέται με κρίσιμα προβλήματα. Ουσιαστικά, ό,τι είναι «εντός σεναρίου», δηλαδή εντός ονομαστικής μεγέθυνσης, αύξησης των πλεονασμάτων, διαρκούς παραχώρησης χώρου στον ιδιωτικό τομέα μπορεί να το διαχειριστεί. Ό,τι είναι «εκτός σεναρίου», δηλαδή μια μείζονα αναστάτωση και οικονομική κρίση, η ανάγκη πρόκρισης της κοινωνικής συνοχής απέναντι στα πλεονάσματα και τους δημοσιονομικούς στόχους, η αναδιανομή, η αποφασιστική παρέμβαση του κράτους στην οικονομία, είναι στην πραγματικότητα εκτός του διανοητικού της ορίζοντα. Και αυτό κάνει αυτή την κυβέρνηση «δομικά» αδύναμη να αναμετρηθεί με μια μεγάλη οικονομική κρίση.
Προσθέστε σε αυτό και το γεγονός ότι ανεξαρτήτως ρητορικής, αυτή η κυβέρνηση κυρίως ασχολήθηκε με συγκεκριμένα κοινωνικά στρώματα που αποτελούν τον κορμό της εκλογικής της βάσης. Αυτό τη δυσκολεύει να σκεφτεί τι μπορεί να γίνει με άλλα στρώματα (γι’ αυτό και τα στελέχη της κάποιες φορές μοιάζουν να αναρωτιούνται «μα γιατί δεν τρώνε παντεσπάνι;»). Μόνο που τώρα έχει μπροστά της μια κρίση απέναντι στην οποία δεν μπορεί να προστατεύσει ούτε τη «στενή» της βάση (φανταστείτε απλώς τι θα σημαίνει για αυτήν ακριβώς τη βάση η βενζίνη να φτάσει στο 2,5 ευρώ / λίτρο), ούτε προφανώς την κοινωνία.
Πράγμα που σημαίνει ότι όσο και εάν επικαλείται τη σταθερότητα και την αποφυγή περιττών αναστατώσεων, θέλοντας έτσι να υπογραμμίσει ότι αυτή είναι «πυλώνας της σταθερότητας», στην πραγματικότητα η «σταθερότητα» περισσότερο παρά ποτέ προϋποθέτει πολιτική αλλαγή.
- Έχετε email από ΑΑΔΕ; – Τι πρέπει να κάνετε για να γλιτώσετε έξτρα φόρο
- ΚΚΕ για την Παγκόσμια Ημέρα κατά του Ρατσισμού: Βαθιά ταξικός ο ρατσισμός που καλλιεργείται
- Χρήστος Μάστορας: Η απάντηση του στις φήμες για τη συνεργασία του με τον Κωνσταντίνο Αργυρό
- Βέροια: Σε κρίσιμη κατάσταση ο 7χρονος που τραυματίστηκε σε πάρκο – Τον εντόπισε περαστικός
- Απίθανο γκολ στην Κροατία μέσω… λακούβας (vid)
- ΣΥΡΙΖΑ: Οι κτηνοτρόφοι στη Λέσβο πληρώνουν την κυβερνητική ανεπάρκεια

