Οι 200 της Καισαριανής είναι ήρωες της εργατικής τάξης, οι φωτογραφίες που είδαν το φως της δημοσιότητας συγκλονίζουν τον ελληνικό λαό και έχουν μία λαμπρή ιστορία, σημειώνει μιλώντας στο in ο Δημήτρης Γόντικας, μέλος της Κεντρικής Επιτροπής του ΚΚΕ.

Ο Δημήτρης Γόντικας στέλεχος του ΚΚΕ επί δεκαετίες, με μεγάλη προσφορά στον αντιδικτατορικό αγώνα, που έχει υπηρετήσει στη διάρκεια της ζωής του το Κόμμα από πολλές θέσεις, σημειώνει πως αυτές οι φωτογραφίες ψήλωσαν και το ΚΚΕ. Γιατί αποδεικνύουν πως το ΚΚΕ είναι το κόμμα που γεννά τέτοιους ήρωες.

Όπως λέει στο in η επιλογή 200 κομμουνιστών ως αντίποινα για την εκτέλεση του γερμανού αντιστράτηγου Κρεχ ήταν ένα σαφές μήνυμα των ναζί για να καθυποτάξουν το λαό, να τον τρομοκρατήσουν, αλλά είχε το αντίθετο αποτέλεσμα.

Για να προσθέσει πως οι φωτογραφίες στέλνουν σαφές μήνυμα και στο σήμερα και αυτό είναι «κανένας συμβιβασμός, καμία υποταγή, καμία ανοχή στη βαρβαρότητα του καπιταλισμού που γεννάει πολέμους, που γεννάει φτώχεια, που γεννάει εκμετάλλευση, που γεννάει δυστυχία, που γεννάει τρομοκρατία, που γεννάει τόσα βάσανα για τους λαούς».

Ο Γόντικας τονίζει ότι η Πρωτομαγιά είναι μία μέρα βαμμένη με αίμα, με χιλιάδες εργάτες νεκρούς, η οποία σφραγίστηκε και με τους 200 και σημειώνει πως η φωτογραφία «επαναφέρει όλη αυτή την ιστορική διαδρομή και επαναφέρει και τους σκοπούς αυτού του αγώνα και της θυσίας» κα για αυτό υπάρχει και αυτή η αντίδραση.

Θεωρεί πως οι φωτογραφίες ανησυχούν το σύστημα και στέλνει το δικό του μήνυμα στους νέους και σε όσους συγκλονίζονται από αυτές τις φωτογραφίες «να σκεφτούν, να πάρουν τη θέση τους. Να βρεθούν στη θέση αυτών των διακοσίων ηρώων. Τι θα έκαναν; Είναι ένα δίλημμα αρκετά σκληρό. Εμείς οι κομμουνιστές έχουμε απαντήσει σ’ αυτό. Και το έχουμε απαντήσει έμπρακτα».

Ο Δημήτρης Γόντικας ασκεί επίσης κριτική στην προσπάθεια που γίνεται να παραβλεφθεί η πολιτική ταυτότητα των 200 της Καισαριανής, λέγοντας πως «αν μπορούσαν θα τους υποχρέωναν και τώρα, και νεκρούς, να κάνουν δήλωση, να αποκηρύξουν τις ιδέες τους. Ό,τι δεν κατάφεραν οι Μεταξάδες και οι Τσαλδάρηδες και οι Βενιζέληδες, να το πετύχουν αυτοί τώρα. Είναι μία απαράδεκτη προσπάθεια να κρύψουν την ταυτότητα των αγωνιστών και πολύ περισσότερο να μας υποχρεώσουν να αποδεχτούμε ότι αυτοί ήταν γενικά πατριώτες, γενικά αγωνιστές, ακριβώς γιατί καταλαβαίνουν το κύρος που δίνουν στο ΚΚΕ και την δύναμη που έχει ο λαός να αντιπαλέψει όλα τα κακώς κείμενα σήμερα».

Για το ποιοι ήταν οι 200 της Καισαριανής

Οι 200 της Καισαριανής όπως υπογραμμίζει ο Γόντικας, ήταν στελέχη του ΚΚΕ που θυσιάστηκαν «για το καλό της εργατικής τάξης, για τα συμφέροντά της, για να ξημερώσουν καλύτερες μέρες στον τόπο μας. Και αισθανόμαστε και την περηφάνια των απογόνων τους. Και όποιος πραγματικά θέλει να μάθει την πραγματική ιστορία και να δει πίσω από τις εικόνες τι κρύβεται, αξίζει να μελετήσει καλά αυτή την ιστορία».

Καταρρίπτουν τη θεωρία των δύο άκρων

«Καταλαβαίνουμε ακόμη και γιατί αρκετοί, και ανάμεσά τους διάφοροι ιστορικοί που παρουσιάζονται ως ειδήμονες, που προσπαθούν με κάθε μέσο να αμαυρώσουν αυτή την εικόνα, να την φέρουν στα μέτρα τους, να την βρωμίσουν, να τους αλλάξουν ταυτότητα των 200 κομμουνιστών και πολλά άλλα. Καταλαβαίνουμε γιατί το κάνουν αυτό. Γιατί οι διακόσιοι συμβάλλουν στο να καταρρίπτεται και να χρεοκοπεί όλη αυτή η ανιστόρητη και βρώμικη θεωρία που ταυτίζει τον φασισμό με τον κομμουνισμό. Που ξεσκεπάζει την πατριδοκαπηλία και αποδεικνύει ποιος πραγματικά είναι πατριώτης και αγωνιστής» αναφέρει χαρακτηριστικά.

Ηγέτες μεγάλων αγώνων οι 200

Όπως λέει «όσοι θέλουν να μάθουν, πρέπει να ψάξουν βαθύτερα. Κρύβεται πίσω (σς από αυτές τις φωτογραφίες) μια λαμπρή ιστορία του εργατικού και λαϊκού κινήματος. Οι 200 δεν ήταν τυχαίοι και δεν ήταν ήρωες της τελευταίας στιγμής. Είναι ηγέτες μεγάλων αγώνων της εργατικής τάξης τη δεκαετία του μεσοπολέμου. Πρωταγωνιστές μεγάλων αγώνων και γι’ αυτό τιμήθηκαν από την εργατική τάξη, από τους εργαζόμενους ως ηγετικά συνδικαλιστικά στελέχη. Αυτή την περίοδο είχαμε μεγάλους αγώνες, νικηφόρους αγώνες, για τα βασικά δικαιώματα της εργατικής τάξης, για το οκτάωρο, για τις συλλογικές συμβάσεις, για συνθήκες προστασίας στη δουλειά, για τη μόρφωση των παιδιών τους, ενάντια στην τρομοκρατία, στην εκμετάλλευση, ενάντια στο φασισμό που σήκωνε κεφάλι.

Ήταν πραγματικοί αγωνιστές, όχι αγωνιστές του γλυκού νερού. Ήταν ασυμβίβαστοι απέναντι στην εργοδοσία, ασυμβίβαστοι απέναντι στο αστικό κράτος και σε όλα τα κόμματα που το υπηρετούσαν. Και απόδειξη είναι ότι δεν υποχώρησαν σε καμία στιγμή. Ήταν μεγάλες οι δυσκολίες που πέρασαν, βασανιστήρια, εξορίες, φυλακές. Δεν αποκήρυξαν το Κομμουνιστικό Κόμμα, παρά τις πιέσεις που ασκούνταν, και ήταν, όλοι είχαν οικογένειες, είχαν παιδιά, δεν ήταν μονάδες. Και ήταν αυτό που ακριβώς αναγνώριζε η εργατική τάξη στο πρόσωπό τους και τους ανέδειξε σε ηγετικά στελέχη».

Γιατί η πλειοψηφία των 200 δεν μπόρεσε να πολεμήσει στο μέτωπο

Ο Γόντικας σημειώνει πως η πλειοψηφία των 200 «είχαν συλληφθεί από το ’36. Οι περισσότεροι, ναι, είχαν πιαστεί πριν το ’36. Πριν από τον πόλεμο. Εδώ φαίνεται πραγματικά ο πατριωτισμός της εργατικής τάξης, των ηγετικών της στελεχών και της αστικής τάξης».

Υπενθυμίζει ότι από τη δεκαετία του ’20 με το νόμο του Ελευθέριου Βενιζέλου, οι κομμουνιστικές ιδέες ήταν ιδιώνυμο αδίκημα, ήταν έγκλημα.

Την περίοδο εκείνη, εργαζόμενοι δολοφονήθηκαν, πήγαν εξορίες και φυλακές, τόσο επί Βενιζέλου, όσο και επί Τσαλδάρη που όπως σημειώνει ήταν ο πρόγονος της ΝΔ, όσο και επί Μεταξά.

Δεκάδες χιλιάδες άνθρωποι υπογραμμίζει ο Γόντικα διώχθηκαν «με βάση αυτούς τους νόμους. Γιατί; Γιατί ήταν πρωτεργάτες, αγωνιστές απέναντι στο καπιταλιστικό σύστημα, απέναντι στο φασισμό που προετοιμαζόταν. Και φαίνεται εδώ πραγματικά ποιος είναι πατριώτης και ποιος είναι ψευτοπατριώτης. Ζήτησαν να πολεμήσουν αυτοί. Πιάστηκαν, ήταν εξόριστοι και συγκεντρώθηκαν στην Ακροναυπλία επί Μεταξά, όπου και εκεί συνέχισαν τον αγώνα τους, την αντίστασή τους. Ζήτησαν να πάνε να πολεμήσουνε. Αντί αυτού τους παρέδωσαν στους Γερμανούς».

Για την ελληνική κυβέρνηση που τους παρέδωσε στους Γερμανούς

Ο Γόντικας τονίζει ιδιαίτερα ότι ελληνική κυβέρνηση ήταν αυτή που παρέδωσε τους ανθρώπους αυτούς στους κατακτητές, αυτοί που όπως λέει «παρουσιάζονται σήμερα ως πατριώτες. Που αυτοί που εγκατέλειψαν το λαό στη διάρκεια της κατοχής, έφυγαν στη Μέση Ανατολή, άλλοι συμβιβάστηκαν, άλλοι συνεργάστηκαν με τους κατακτητές, άλλοι πλούτισαν από τη δυστυχία του λαού και σήμερα είναι τιμητές των αγώνων του λαού και γι’ αυτό προσπαθούν να μειώσουν αυτή τη θυσία.

Και το γεγονός ότι αυτοί οι 200 ήταν κομμουνιστές και ήταν μπροστάρηδες σε όλους τους αγώνες. Και βέβαια μπορεί να μην πολέμησαν τον κατακτητή, αλλά ήταν φάρος φωτεινός στο Χαϊδάρι που ήταν κλεισμένοι, ως σημείο αντίστασης που ενέπνεε το λαό μας σ’ αυτόν τον μεγάλο αγώνα όπου το Κομμουνιστικό Κόμμα ήταν πρωταγωνιστής και συνέβαλε, ώστε να σηκώσει ο λαός το μπόι του, να πάρει στα χέρια του την λευτεριά του και τα κατάφερε να απελευθερώσει την Ελλάδα και να αναδειχθεί πράγματι σε μια δύναμη που αποδείχνει πραγματικά αυτό που λέμε ότι ο λαός σώζει το λαό, με μπροστάρηδες τους κομμουνιστές».

Για το μήνυμα των ναζί στο λαό να εκτελεστούν 200 κομμουνιστές

Ο Γόντικας σημειώνει πως οι εκτελέσεις ήταν μήνυμα για να καθυποτάξουν το λαό, αλλά είχαν το αντίθετο αποτέλεσμα.

Όπως λέει «ο λαός κουράγιο πήρε από αυτή τη θυσία, γι’ αυτό και τιμάει τους αγωνιστές, γι’ αυτό τους έχει στην καρδιά του, γι’ αυτό τους θεωρεί, το εργατικό λαϊκό κίνημα, δικούς του ανθρώπους, δικούς του αγωνιστές, εκπροσώπους του.

Και βέβαια, πρέπει να πούμε και τούτο, ότι το μήνυμα που έστειλαν και το μήνυμα που στέλνουν και σήμερα -η φωτογραφία μιλάει μόνη της- είναι ότι κανένας συμβιβασμός, καμία υποταγή, καμία ανοχή στη βαρβαρότητα του καπιταλισμού που γεννάει πολέμους, που γεννάει φτώχεια, που γεννάει εκμετάλλευση, που γεννάει δυστυχία, που γεννάει τρομοκρατία, που γεννάει τόσα βάσανα για τους λαούς».

Για τον Γόντικα άλλωστε «αυτό είναι το μήνυμα και το σημερινό. Και επίκαιρο, γιατί ακριβώς μπορεί να μην έχουμε σήμερα φυλακές και εκτελεστικά αποσπάσματα, αλλά η αστική τάξη, το καπιταλιστικό σύστημα δεν έχει αλλάξει. Δεν έχει αλλάξει. Με άλλα μέσα καταπιέζει το λαό, εκμεταλλεύεται το λαό, οδηγεί το λαό σε σφαγεία πολέμων, γεννάει Τέμπη, γεννάει Ντάνιελ, Βιολάντες και τόσα άλλα που ζούμε σήμερα. Επομένως το μήνυμα αυτό είναι πεντακάθαρο για όποιον θέλει να διαβάσει πραγματικά αυτές τις φωτογραφίες και τις εικόνες και να διδαχτεί».

Πάνε για εκτέλεση στην Καισαριανή με ψηλά το κεφάλι

Για το γεγονός ότι οι 200 πάνε για εκτέλεση με ψηλά το κεφάλι σημειώνει πως «είναι περήφανοι και είναι συνειδητή η στάση τους. Αυτή ήταν όλη τους η ιστορία. Απέναντι στους εκμεταλλευτές του λαού, απέναντι στο αστικό κράτος, απέναντι σ’ όσους καταπίεζαν το λαό, ήταν πάντα μόρτη το κεφάλι. Είχαν πάντα αγωνιστική στάση».

Όπως λέει «είχαν πάνω απ’ όλα τα συμφέροντα του λαού, των εργαζομένων και ήταν πεισμένοι ότι η εργατική τάξη μπορεί να ζήσει σε μια καλύτερη κοινωνία, τη σοσιαλιστική-κομμουνιστική κοινωνία, όταν απαλλαγεί από τους εκμεταλλευτές της. Ήταν πεισμένοι γι’ αυτό. Αυτή ήταν που τους έδινε τεράστια δύναμη. Αυτή είναι η δύναμη που αντλούσαν από τις ιδέες του κόμματος και ήταν πρωτοπόροι αγωνιστές σε κάθε μέτωπο. Και έτσι εξηγείται γιατί είχαν αυτή την λεβεντιά μπροστά στο θάνατο. Και με το θάνατό τους και με τη θυσία τους σήμερα επίσης νικούν και δείχνουν το δρόμο. Σ’ όλους εμάς. Συνεχίζουμε αυτόν το δρόμο».

Για το πώς οι φωτογραφίες επέβαλαν την ιστορία

Σύμφωνα με τον Γόντικα οι φωτογραφίες επέβαλαν το να ειπωθεί η ιστορία. Όπως υπογραμμίζει «η φωτογραφία επαναφέρει όλη αυτή την ιστορική διαδρομή και επαναφέρει και τους σκοπούς αυτού του αγώνα και της θυσίας. Επομένως γι’ αυτό υπάρχει και αυτή η αντίδραση».

Φέρνει ακόμα το παράδειγμα ενός από τους εκτελεσθέντες του Μακέδου, καπνεργάτη από την Καβάλα, ο οποίος στο τελευταίο μήνυμα που άφησε γράφει: «Να πείτε στους καπνεργάτες μου ότι δεν τους ντρόπιασα».

Ο Γόντικας μιλάει για «μεγαλείο. Γι’ αυτό θυσιάζονταν αυτοί οι άνθρωποι. Για την εργατική τάξη, για τα συμφέροντά της. Γι’ αυτό και είχαν μεγάλη αναγνώριση. Και αυτό το μήνυμα δεν είναι κάτι που αφορά το παρελθόν, αφορά και το σήμερα. Και τη στάση μας απέναντι ακριβώς στη σύγχρονη βαρβαρότητα. Που ετοιμάζει το λαό μας για, και συμμετέχει σε μεγάλους, σε πολέμους, για γενικευμένους πολέμους. Συνεχίζεται και εντείνεται η εκμετάλλευση με σωρεία αντεργατικών μέτρων και νόμων. Δυναμώνει η καταστολή, δυναμώνουν οι διώξεις και η συκοφάντηση του εργατικού και λαϊκού κινήματος και κυρίως γίνεται τεράστια προσπάθεια να κρύψουν ότι υπάρχει εναλλακτική λύση για να ζήσουν οι άνθρωποι ακόμα καλύτερα, απαλλαγμένοι από την εκμετάλλευση, τη φτώχεια, τη δυστυχία, ότι μπορεί η εργατική τάξη και ο λαός να ζήσουν σε μια κοινωνία ανθρώπινη».

Για το αν οι φωτογραφίες κάνουν το σύστημα να ανησυχεί

Ο Γόντικας αναγνωρίζει ότι οι φωτογραφίες ανησυχούν το σύστημα και σημειώνει πως οι κομμουνιστές έχουν απαντήσει στο τι θα έκαναν αν βρίσκονταν απέναντι σε τέτοια διλήμματα, όπως λέει «το έχουμε απαντήσει έμπρακτα. Ότι δεν διστάζουμε μπροστά σε καμία θυσία προκειμένου να υπερασπιστούμε τα συμφέροντα του λαού μας, της εργατικής τάξης, της νεολαίας. Τα δίνουμε όλα για ένα ευτυχισμένο μέλλον, απαλλαγμένο από τη βαρβαρότητα τη σημερινή. Και νομίζω ότι αυτό το δίλημμα, τα διλήμματα που μπαίνουν σήμερα είναι μεγάλα και τρομακτικά απέναντι στην πλειοψηφία του λαού μας.

Και πρέπει ο καθένας εδώ να σκεφτεί πώς θα πάρει τη θέση του. Απέναντι στον πόλεμο που προετοιμάζουν, απέναντι στην κλιμακούμενη αντεργατική-αντιλαϊκή πολιτική, απέναντι στις στερήσεις, απέναντι σ’ όλα όσα υποφέρει ο λαός μας σήμερα, που προέρχονται από αυτό το βάρβαρο καπιταλιστικό σύστημα. Το οποίο θα γεννά συνεχώς όλο και περισσότερα βάσανα για το λαό μας».

Μιλά για «ένα σύστημα ξεπερασμένο ιστορικά, ένα σύστημα βαθιά σάπιο και είναι αδίστακτοι. Δεν διστάζουν μπροστά σε κανένα έγκλημα προκειμένου να εξασφαλίσουν κέρδη, προκειμένου να εξασφαλίσουν τα προνόμιά τους, προκειμένου να διατηρούν την εξουσία τους, τη βάρβαρη αντιλαϊκή εξουσία τους».

Επισημαίνει δε ότι «η εικόνα θέτει τέτοια ζητήματα. Και με αυτή την έννοια, βεβαίως ανησυχούν. Και διαβλέπουν ότι αυτή είναι και ιστορική εξέλιξη, ότι οι λαοί δεν θα υποταχτούν, ότι οι λαοί δεν θα σκύβουν το κεφάλι συνεχώς, ότι μέσα στο λαό υπάρχει δύναμη που μπορεί να ανατρέψει όλη αυτή την εξέλιξη και να διεκδικήσει μια καλύτερη ζωή. Και η ιστορική εξέλιξη επιβεβαιώνει ότι η δύναμη του λαού, όταν συμπλέει, συμβαδίζει, συμπορεύεται με τις ιδέες του Κομμουνιστικού Κόμματος, γίνεται τότε πραγματικά δύναμη ακατανίκητη. Αυτό το έχουν υπόψιν τους και εμείς το υπολογίζουμε και το μετράμε και η αστική τάξη επίσης το υπολογίζει και το μετράει. Εμείς λέμε ότι η ταξική πάλη είναι η κινητήρια δύναμη της προόδου, της εξέλιξης. Επομένως αυτό κανένας δεν μπορεί να το σταματήσει. Μπορεί προσωρινά να το ανακόπτει, να το εμποδίζει, να το δυσκολεύει, όμως αυτή η εξέλιξη είναι αναπόφευκτη».

Για τον Γόντικα «η καλύτερη τιμή στη θυσία των 200 κομμουνιστών της Καισαριανής είναι ακριβώς η συνέχιση και η ολοκλήρωση αυτού του αγώνα. Οι 200 της Καισαριανής ήταν αγωνιστές πρώτης γραμμής, με υψηλή θέληση, με μεγάλο αγωνιστικό ήθος και δεν πάλευαν ούτε για να κάνουμε στρατηγικές συμφωνίες με τις ΗΠΑ, ούτε για να προσκυνάμε την ΕΕ που είναι η μήτρα των αντιλαϊκών μέτρων και της θεωρίας που ταυτίζει τον φασισμό με τον κομμουνισμό, ακριβώς για να δικαιολογεί τα εγκλήματα σε βάρος των λαών και για να παρεμποδίσει ακριβώς αυτή την προοπτική. Αλλά η ιστορία δεν είναι με την αστική τάξη, είναι με την εργατική τάξη που είναι ο φορέας των καινούργιων κοινωνικών σχέσεων, του καινούργιου, του νέου συστήματος».

Για το πού θα έπρεπε να αναδειχθούν οι φωτογραφίες

Ο Γόντικας υπογραμμίζει αυτό που ζητάνε οι απόγονοι, αυτό που ζητάνε όλοι οι καλοπροαίρετοι άνθρωποι, για τις φωτογραφίες είναι να πάνε εκεί που ανήκουν. «Να είναι κατ’ αρχήν προσβάσιμες σ’ όλο το λαό, να καμαρώνει για τα παιδιά του, για την λαμπρή αυτή ιστορία. Και βεβαίως πρέπει να είναι στο Μουσείο της Εθνικής Αντίστασης στην Καισαριανή, στο Χαϊδάρι και βεβαίως πρέπει να είναι και στο ΚΚΕ το οποίο όχι μόνο γιατί ήταν μέλη και στελέχη του, αλλά γιατί έχει καταγραμμένη όλη τους την ιστορία, έχει ντοκουμέντα, έχει διάφορα που αφορούν την προσωπική τους ζωή και ιστορία και την αγωνιστική τους διαδρομή. Και γιατί τιμάμε με τον καλύτερο τρόπο αυτή την ιστορία και τη συνεχίζει», όπως υπογραμμίζει.