Χθες, 25 Φεβρουαρίου 2026, έγινε γνωστός ο θάνατος της Ιωάννας Παπαντωνίου, διακεκριμένης σκηνογράφου και ενδυματολόγου, ιδρύτριας του Πελοποννησιακού Λαογραφικού Ιδρύματος «Β. Παπαντωνίου» (νυν Ιδρύματος Βασίλη Παπαντωνίου).

Η Ιωάννα Παπαντωνίου, η οποία είχε γεννηθεί στην Αθήνα στις 7 Ιανουαρίου 1936, σπούδασε σκηνογραφία και ενδυματολογία στο Wimbledon School of Art του Λονδίνου.


Σχεδίασε σκηνικά και κοστούμια για όλα τα κρατικά θέατρα, το θέατρο «Προσκήνιο» του Αλέξη Σολομού, το Θέατρο Τέχνης Καρόλου Κουν και το θίασο Μινωτή – Παξινού.

Υπήρξε, μάλιστα, η πρώτη γυναίκα που παρουσίασε ενδυματολογικό έργο της στην Επίδαυρο, στην παράσταση του «Ορέστη» του Ευριπίδη από το Εθνικό Θέατρο το 1971 (μετάφραση Άγγελου Τερζάκη, σκηνοθεσία Αλέξη Σολομού).


Από το 1956 έως το 1966 ασχολήθηκε με την επιτόπια ενδυματολογική έρευνα ως μέλος του Λυκείου των Ελληνίδων Αθηνών.

Το 1974 ίδρυσε στο Ναύπλιο το Πελοποννησιακό Λαογραφικό Ίδρυμα «Β. Παπαντωνίου» στη μνήμη του πατέρα της, Βασίλη. Σκοπός του Ιδρύματος είναι η έρευνα, η καταγραφή, η διάσωση και η διάδοση του νεότερου ελληνικού πολιτισμού.


Το Ίδρυμα βραβεύτηκε το 1981 με το European Museum of the Year Award (EMYA) και το 2013 με το βραβείο της Ακαδημίας Αθηνών για την πολυετή προσφορά του στον ελληνικό πολιτισμό.

Η πολλάκις τιμηθείσα Ιωάννα Παπαντωνίου δίδαξε στα Τμήματα Θεατρολογίας του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών, του Πανεπιστημίου Πατρών και του Πανεπιστημίου Πελοποννήσου.

Στο φύλλο των «Νέων» που είχε κυκλοφορήσει το Σάββατο 23 Σεπτεμβρίου 1989, και με αφορμή το ανέβασμα της «Αντιγόνης» του Σοφοκλή στο Ηρώδειο από το θίασο «Παλκοσένικο» του ηθοποιού και σκηνοθέτη Χρήστου Τσάγκα (σε σκηνογραφική και ενδυματολογική επιμέλεια της Παπαντωνίου), είχε δημοσιευτεί το κείμενο μιας συνέντευξης που είχε παραχωρήσει η εκλιπούσα στον πολιτιστικό συντάκτη και συγγραφέα Παύλο Κάγιο.


«ΤΑ ΝΕΑ», 23.9.1989, Ιστορικό Αρχείο «ΤΟ ΒΗΜΑ» & «ΤΑ ΝΕΑ»

Από το εν λόγω δημοσίευμα προέρχονται τα ακόλουθα αποσπάσματα:


Η παρουσίαση της αρχαίας τραγωδίας και κωμωδίας έχει καταντήσει στις μέρες μας σκηνογραφική και ενδυματολογική δεξιοτεχνία για το ποιος θα εντυπωσιάσει περισσότερο. Όσον αφορά τη δική μου πορεία σ’ αυτόν τον τομέα, οφείλω να ομολογήσω ότι δεν κατάφερα ποτέ να ολοκληρωθώ, γιατί δεν ανήκα σ’ ένα συγκεκριμένο θεατρικό σχήμα. Για να είμαι λοιπόν «ελεύθερος σκοπευτής», δεν μπόρεσα να έχω μια συνεχή πορεία. Να αναφέρω εδώ ότι όλα αυτά τα χρόνια ξεχώρισα μόνο δύο λαμπρές περιπτώσεις αναβίωσης της αρχαίας τραγωδίας, που θεωρώ έξοχες. Η πρώτη ήταν οι «Τρωάδες» του Γιάννη Τσαρούχη και η δεύτερη η «Ηλέκτρα» του Ευριπίδη από τον Κώστα Τσιάνο και τον Γιώργο Ζιάκα. […]

Τι συμβολίζει για σας η «Αντιγόνη»;

Είναι ένα ιδιαίτερα σοβαρό έργο, που δεν σηκώνει σκηνοθετικές ή σκηνογραφικές «σαχλαμάρες». Είναι το έργο με τα πολύ ωραία λόγια, που πιστεύω ότι πρέπει να παίζεται απλά και σοβαρά, το έργο που έχει αφήσει πίσω του τα περισσότερα αποφθέγματα.


«ΤΑ ΝΕΑ», 23.9.1989, Ιστορικό Αρχείο «ΤΟ ΒΗΜΑ» & «ΤΑ ΝΕΑ»

Ποια είναι η διαφορά προσέγγισης ενός σκηνογράφου σ’ ένα έργο αρχαίας τραγωδίας και σ’ ένα σύγχρονο;

Το σύγχρονο έργο δεν έχει την ποιητική διάθεση που διακρίνει το αρχαίο θέατρο, που για μένα είναι πιο κοντά στην όπερα και τα έργα του Μπρεχτ, καθώς είναι ένα πλήρες θέαμα με λόγο, μουσική και χορό. Ο χορός είναι το καθοριστικό στοιχείο στην αρχαία τραγωδία, ενώ οι άλλοι κύριοι άξονές της είναι: η ύπαρξη του θείου, που εκφράζεται με τη λύση του έργου και πολλές φορές στην εποχή μας ηχεί «παράλογα», γιατί εκφράζει απόψεις περί ήθους μιας άλλης εποχής, και ο ρυθμός του λόγου, που είναι αλήθεια ότι λίγες φορές χρησιμοποιείται σωστά στις σύγχρονες παραστάσεις, με εξαίρεση την «Ορέστεια» του Πήτερ Χωλ και την «Ηλέκτρα» του Κώστα Τσιάνου.


Τι σημαίνει για σας ο όρος «εκμοντερνισμός» της αρχαίας τραγωδίας και κωμωδίας;

Απολύτως τίποτα. Όταν ασχολείσαι με το αρχαίο θέατρο, το κάνεις αυθόρμητα, χωρίς να σκέπτεσαι «θέλω να είμαι μοντέρνος». Αν το αρχαίο δράμα δεν μπορεί να σταθεί έτσι όπως είναι, δεν βλέπω για ποιο λόγο πρέπει να του κάνουμε ενέσεις. Αν έχει να πει κάτι στον κόσμο, αυτό βγαίνει μέσα από το λόγο του. Στις μέρες μας όμως έχουμε φτάσει σ’ έναν κορεσμό στο θέμα της παρουσίασης αρχαίων τραγωδιών και κωμωδιών. Έχει γίνει πια… έθιμο να περάσεις από την Επίδαυρο, γιατί ένας σκηνοθέτης ή ένας σκηνογράφος δεν θεωρείται από το σινάφι ολοκληρωμένος, αν δεν έχει ανεβάσει τραγωδία. Έτσι όμως οι παραστάσεις αρχαίου δράματος δεν προσφέρουν τίποτα.

[…]


Χαρακτηρίζουν τη δουλειά σας στο αρχαίο θέατρο «κλασική». Αυτό το θεωρείτε «έπαινο» ή «ψόγο»;

Ούτε το ένα ούτε το άλλο. Πιστεύω ότι η δουλειά μου σ’ αυτόν τον τομέα δεν είναι καλή, δεν έχω πετύχει. Από την άλλη όμως δεν ήθελα να είναι τίποτα άλλο από κλασική. Ποτέ στη ζωή μου δεν θέλησα να αντιγράψω τη δουλειά Ελλήνων ή ξένων συναδέλφων και πάντα προσπάθησα να ακολουθήσω την άποψη του σκηνοθέτη. Δεν με ενδιαφέρει να προβάλω τη φαντασία μου σ’ ένα κοστούμι. Δεν με ενδιαφέρουν τα «σκηνικά ευρήματα» και η προβολή της φαντασίας μου σε πράγματα που είναι σοβαρά, όπως η αρχαία τραγωδία.