Απαγορευμένος, αποκαλυπτικός, αναντικατάστατος: Πέθανε ο Φρέντερικ Γουάιζμαν – Πέντε εμβληματικά ντοκιμαντέρ του
Ένας αποχαιρετισμός στον Φρέντερικ Γουάιζμαν, τον οραματιστή που επαναπροσδιόρισε το ντοκιμαντέρ ως μια μορφή «οπτικού μυθιστορήματος» και έκανε την αλήθεια επώδυνη τέχνη
Με μια καριέρα που άγγιξε τις έξι δεκαετίες, ο εμβληματικός ντοκιμαντερίστας Φρέντερικ Γουάιζμαν επηρέασε όσο λίγοι δημιουργοί το είδος, και ο θάνατος του σε ηλικία 96 ετών σηματοδοτεί την απώλεια ενός εκ των σημαντικότερων δημιουργών στην ιστορία του κινηματογράφου.
Η είδηση επιβεβαιώθηκε από την οικογένειά του και την εταιρεία παραγωγής του, Ζιπορά Φιλμς, σκορπίζοντας θλίψη σε όσους αναγνώριζαν στο πρόσωπό του τον απόλυτο παρατηρητή της αμερικανικής και γαλλικής κοινωνίας.
Ένας ανατόμος των θεσμών, ο Γουάιζμαν αφιέρωσε τη ζωή του στην κατανόηση του τρόπου με τον οποίο οι άνθρωποι συνυπάρχουν, εργάζονται και επιβιώνουν μέσα σε οργανωμένες δομές.
«Η ποικιλία και η πολυπλοκότητα της ανθρώπινης συμπεριφοράς που παρατηρώ είναι συγκλονιστική. Πιστεύω ότι είναι εξίσου σημαντικό να τεκμηριώνουμε την καλοσύνη, την ευγένεια και τη γενναιοδωρία του πνεύματος, όσο και το να δείχνουμε τη σκληρότητα, την κοινοτοπία και την αδιαφορία»
Αν και συχνά τον κατέτασσαν στο κίνημα του «άμεσου κινηματογράφου» (direct cinema), ο ίδιος προτιμούσε να περιγράφει τα έργα του ως οπτικά μυθιστορήματα.
Η μέθοδός του ήταν ασκητική και απόλυτα συνεπής: ποτέ δεν έκανε συνεντεύξεις, δεν χρησιμοποίησε ποτέ αφηγητή και απέφευγε τη μουσική επένδυση που δεν προερχόταν από τον ίδιο τον χώρο των γυρισμάτων.
«Η άγνοια είναι το καλύτερο ξεκίνημα για μια ταινία» συνήθιζε να λέει. «Δεν κάνω έρευνα πριν ξεκινήσω».
Για τον Γουάιζμαν η κάμερά του ήταν το εργαλείο μιας διαρκούς ανακάλυψης και η διαδικασία του μοντάζ, η οποία μπορούσε να διαρκέσει έως και δέκα μήνες, ήταν εκεί όπου οι εκατοντάδες ώρες αμοντάριστου υλικού μεταμορφώνονταν σε μια συνεκτική αφήγηση με βάθος και ρυθμό.
Για αυτόν τον σπουδαίο δημιουργό της αλήθειας, «το μοντάζ είναι η στιγμή που η πραγματικότητα γίνεται ποίηση».
Από τη δικηγορία στην απαγορευμένη πρεμιέρα
Γεννημένος στη Βοστώνη και σπουδαγμένος στη νομική σχολή του Γέιλ, ο Γουάιζμαν φαινόταν προορισμένος για μια ακαδημαϊκή καριέρα. Ωστόσο, η επαφή του με τη διδασκαλία δικαίου στο Πανεπιστήμιο της Βοστώνης τον οδήγησε στο Bridgewater, ένα κρατικό νοσοκομείο για εγκληματίες με ψυχικές διαταραχές.
Το αποτέλεσμα ήταν το «Titicut Follies» του 1967, ένα ντοκιμαντέρ τόσο ωμό και αποκαλυπτικό για τον απάνθρωπο εγκλεισμό των ασθενών, που απαγορεύτηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο της Μασαχουσέτης για δεκαετίες.
Αυτή η πρώτη σκηνοθετική απόπειρα καθόρισε την πορεία του, αποδεικνύοντας πως η αλήθεια μπορεί να είναι εξαιρετικά ενοχλητική για την εξουσία.
«Τα ντοκιμαντέρ, όπως τα θεατρικά έργα, τα μυθιστορήματα και τα ποιήματα, είναι μυθοπλασία στη μορφή τους. Δεν έχουν καμία μετρήσιμη κοινωνική χρησιμότητα»
Μια αποκαλυπτική οδύσσεια σε πέντε ραψωδίες
Το έργο του Γουάιζμαν υπήρξε πληθωρικό, με σχεδόν πενήντα ταινίες στο ενεργητικό του. Από το «Welfare» που εξέταζε το σύστημα προνοίας της Νέας Υόρκης, μέχρι το «Ex Libris» για τη Δημόσια Βιβλιοθήκη της ίδιας πόλης και το πρόσφατο «Menus-Plaisirs – Les Troisgros» για ένα εστιατόριο τριών αστέρων Michelin στη Γαλλία, ο Γουάιζμαν δεν σταμάτησε ποτέ να μαθαίνει.
Το 2016 τιμήθηκε με τιμητικό βραβείο Όσκαρ για τη συνολική του προσφορά, μια αναγνώριση για έναν δημιουργό που πίστευε ακράδαντα πως η καταγραφή της γενναιοδωρίας του πνεύματος είναι εξίσου σημαντική με την ανάδειξη της σκληρότητας και της αδιαφορίας.
Η δύναμη της διεισδυτικής ματιάς του Φρέντερικ Γουάιζμαν δεν είναι μετρήσιμη. Στο αφιέρωμα που ακολουθεί, αναλύουμε τις πέντε πιο επιδραστικές στιγμές της καριέρας του, εκεί όπου η πραγματικότητα συνάντησε την υψηλή αφήγηση.
«Ποτέ δεν ξεκινάω μια ταινία έχοντας μια θέση που θέλω να αποδείξω. Συνήθως δεν ξέρω τίποτα για το θέμα πριν ξεκινήσω τα γυρίσματα. Η δημιουργία μιας ταινίας είναι για μένα ένα μάθημα εκπαίδευσης ενηλίκων»
Το 1967, η πρεμιέρα του «Titicut Follies» προκάλεσε σεισμό στα θεμέλια της αμερικανικής κοινωνίας. Η ταινία κατέγραψε με ωμότητα τις συνθήκες διαβίωσης στο κρατικό νοσοκομείο του Μπριτζγουότερ για εγκληματίες με ψυχικές διαταραχές.
Ο Γουάιζμαν παρουσίασε την αποσύνθεση της ανθρώπινης αξιοπρέπειας, με σκηνές που θεωρήθηκαν τόσο σοκαριστικές ώστε το Ανώτατο Δικαστήριο της Μασαχουσέτης απαγόρευσε την προβολή της ταινίας στο ευρύ κοινό για πάνω από δύο δεκαετίες.
Ήταν η πρώτη φορά που ένας σκηνοθέτης τόλμησε να δείξει το πρόσωπο της θεσμικής βίας χωρίς ίχνος λογοκρισίας ή ωραιοποίησης.
Στο «Welfare» του 1975, ο Γουάιζμαν στρέφει το φακό του στο δαιδαλώδες σύστημα κοινωνικής πρόνοιας της Νέας Υόρκης.
Μέσα από ατελείωτες ουρές αναμονής και εξαντλητικές συνομιλίες μεταξύ υπαλλήλων και πολιτών, η ταινία αναδεικνύει την τραγωδία της φτώχειας και την αδυναμία του κράτους να διαχειριστεί την ανθρώπινη απόγνωση.
Δεν υπάρχει μουσική, δεν υπάρχουν εξηγήσεις· μόνο η αλήθεια μιας κοινωνίας που παλεύει με τα ίδια της τα γρανάζια.
Το έργο αυτό παραμένει μέχρι σήμερα το απόλυτο μάθημα για το πώς η καθημερινή ρουτίνα ενός γραφείου μπορεί να μετατραπεί σε συγκλονιστικό κινηματογράφο.
«Δεν μου αρέσει ο όρος «μύγα στον τοίχο». Προτιμώ να λέω ότι είμαι τουλάχιστον κατά 2% συνειδητοποιημένος για το τι κάνω. Η παρουσία μου και οι επιλογές μου καθορίζουν την ταινία»
Με το «La Danse» το 2009, ο δημιουργός μεταφέρεται στο Παρίσι για να παρακολουθήσει τις προετοιμασίες του Μπαλέτου της Όπερας.
Εδώ, η θεματολογία αλλάζει αλλά η μέθοδος παραμένει η ίδια. Ο Γουάιζμαν δεν εστιάζει μόνο στην ομορφιά της παράστασης, αλλά κυρίως στον εξαντλητικό κόπο, την πειθαρχία και την ιεραρχία που απαιτείται για την επίτευξη της τελειότητας.
Η κάμερά του γίνεται ο αόρατος παρατηρητής της δημιουργίας, αποδεικνύοντας ότι ένας καλλιτεχνικός οργανισμός είναι εξίσου πολύπλοκος και αυστηρός όσο και ένας δημόσιος φορέας.
Το «Ex Libris» του 2017 αποτελεί έναν ύμνο στη Δημόσια Βιβλιοθήκη της Νέας Υόρκης. Σε μια εποχή που η πληροφορία θεωρείται δεδομένη, ο Γουάιζμαν καταγράφει τη βιβλιοθήκη όχι απλώς ως αποθήκη βιβλίων, αλλά ως έναν ζωντανό πυρήνα δημοκρατίας και κοινωνικής ένταξης.
Από τις διαλέξεις κορυφαίων διανοουμένων μέχρι τα μαθήματα υπολογιστών για ηλικιωμένους, η ταινία αυτή είναι η απάντηση του σκηνοθέτη στην κρίση των θεσμών, προβάλλοντας τη δύναμη της κοινότητας και της δωρεάν πρόσβασης στη γνώση.
Στην τελευταία του μεγάλη δημιουργία, το «Menus-Plaisirs – Les Troisgros» του 2023, ο Γουάιζμαν εισέρχεται στα άδυτα ενός εστιατορίου με τρία αστέρια Michelin.
Με την υπομονή που τον χαρακτήριζε πάντα, παρακολουθεί την προέλευση των υλικών από τη γη, τη λεπτομερή προετοιμασία στην κουζίνα και την ιεροτελεστία του σερβιρίσματος.
Η ταινία του, όπως κάθε άλλη που μας έδωσε, ήταν μια μελέτη πάνω στην αριστεία, την παράδοση και την οικογενειακή διαδοχή, κλείνοντας τον κύκλο ενός δημιουργού που δεν έπαψε ποτέ να γοητεύεται από την ανθρώπινη εφευρετικότητα.
Τα όσπρια επιστρέφουν δυναμικά στο παγκόσμιο διατροφικό προσκήνιο ως μια διατροφική επιλογή υψηλής αξίας για την υγεία, τη μακροζωία και την καθημερινή ευεξία.
Τις Παρασκευές 20, 27 Φεβρουαρίου και 6 Μαρτίου, αλλά και τα Σάββατα 14, 21, 28 Μαρτίου και 4 Απριλίου, ο Μανώλης Μητσιάς και η Βίκυ Καρατζόγλο δίνουν «Ραντεβού στο Άλσος».