Στα τέλη του 2022 οι επαφές του τότε υπουργού Οικονομικών Χρήστου Σταϊκούρα με τις τραπεζικές διοικήσεις, στον απόηχο των πρώτων αυξήσεων στα ευρωπαϊκά επιτόκια, ήταν συνεχείς. Οι παρεμβατικοί δείκτες της ΕΚΤ είχαν μέχρι εκείνη την περίοδο ενισχυθεί κατά 250 μονάδες βάσης και οι δανειολήπτες έβλεπαν τις δόσεις τους να αναπροσαρμόζονται σε υψηλότερα επίπεδα για πρώτη φορά ύστερα από ένα πολυετές πάγωμα σε ιστορικά χαμηλά.

Προϊόν αυτών των συναντήσεων ήταν η ενεργοποίηση ενός προγράμματος επιδότησης του 50% της επιβάρυνσης στα ενήμερα στεγαστικά δάνεια, με τους πιστωτές να αναλαμβάνουν το σύνολο του κόστους. Μοναδική προϋπόθεση για ένταξη των οφειλετών στη δράση, που παραμένει σε ισχύ, είναι η λήψη πιστοποιητικού ευαλωτότητας. Πρόκειται για μια βεβαίωση που πιστοποιεί ότι ο δανειολήπτης πληροί τα οικονομικά και περιουσιακά κριτήρια του προγράμματος.

Η αρχική περίμετρός του υπολογιζόταν στα 30.000 δάνεια. Παρά το αρχικό προφορικό ενδιαφέρον των δανειοληπτών, οι αιτήσεις το πρώτο διάστημα εφαρμογής του μέτρου ήταν ελάχιστες. Στο πλαίσιο αυτό, στις αρχές του περασμένου Απριλίου, αποφασίστηκε από τις τράπεζες και το υπουργείο Οικονομικών η διεύρυνση των σχετικών κριτηρίων κατά 30% και ο διπλασιασμός των δυνητικά δικαιούχων στους 60.000.

Χαμηλή συμμετοχή

Η βελτίωση αυτή δημιούργησε την αισιοδοξία για μαζικότερη συμμετοχή στο επιδοτούμενο πρόγραμμα. Τα αποτελέσματα ωστόσο ως σήμερα είναι μάλλον απογοητευτικά. Μέχρι την περασμένη εβδομάδα λιγότεροι από 4.500 οφειλέτες είχαν εξασφαλίσει τη βεβαίωση ευαλώτου, που αποτελεί το μοναδικό διαβατήριο για τη λήψη της επιδότησης στο επιτόκιο. Την ίδια στιγμή 48.000 αιτήσεις βρίσκονταν κολλημένες σε διαδικασία επεξεργασίας. Ο λόγος; Περίπου στις μισές δεν έχει γίνει η απαιτούμενη άρση του τραπεζικού και φορολογικού απορρήτου από τον σύζυγο του δανειολήπτη.

Τραπεζικές πηγές αποδίδουν αυτή την εξέλιξη κατά κύριο λόγο στην εκτεταμένη φοροδιαφυγή στη χώρα μας. «Αρκεί να σκεφτούμε ότι σχεδόν 7 στους 10 φορολογουμένους δηλώνουν ετησίως στην Εφορία έως και 10.000 ευρώ» σημειώνουν χαρακτηριστικά. Οπως εξηγούν, «η άρση του απορρήτου δίνει το δικαίωμα πρόσβασης στους τραπεζικούς λογαριασμούς του αιτούντος τόσο στην Ελλάδα όσο και στο εξωτερικό, λειτουργώντας ως αντικίνητρο για τα νοικοκυριά που κρύβουν εισοδήματα. Ετσι, προτιμούν να μη λάβουν τη στήριξη που δικαιούνται για να αποφύγουν έναν ενδεχόμενο έλεγχο από τις Αρχές».

Ανάλογη ήταν η κατάσταση μέχρι πριν από λίγους μήνες και στον εξωδικαστικό μηχανισμό. Η υποβολή αίτησης προϋποθέτει την άρση του απορρήτου και φαίνεται ότι αρκετοί ήταν οι οφειλέτες που δεν προχώρησαν στη σχετική συναίνεση, χάνοντας τη δυνατότητα να λάβουν μια πρόταση για ευνοϊκή ρύθμιση των ανοιγμάτων τους. Είναι χαρακτηριστικό ότι στη σχετική πλατφόρμα λίμναζαν μέχρι πρότινος περισσότερα από 40.000 αιτήματα, τα οποία διαγράφηκαν οριστικά από την Ειδική Γραμματεία Διαχείρισης Ιδιωτικού Χρέους. Πλέον, δεν είναι δυνατή η εκκίνηση υποβολής ενός αιτήματος εάν προηγουμένως ο χρήστης δεν προβεί σε άρση του απορρήτου.

Εν τω μεταξύ, την περασμένη εβδομάδα η ΕΚΤ προχώρησε σε νέα αύξηση των επιτοκίων της κατά 25 μονάδες βάσης, ενώ κατά πάσα πιθανότητα θα ακολουθήσει μια ακόμη αναπροσαρμογή του ίδιου ύψους στη συνεδρίαση του διοικητικού της συμβουλίου τον ερχόμενο μήνα. Η απόφαση αυτή μεταφράζεται σε νέες επιτοκιακές επιβαρύνσεις για την πλειονότητα των χορηγήσεων στην Ελλάδα, με εξαίρεση τα εξυπηρετούμενα ενυπόθηκα στεγαστικά δάνεια, για τα οποία οι τράπεζες έχουν θέσει από τον περασμένο μήνα πλαφόν στο ύψος των κυμαινόμενων επιτοκίων.

Προβληματισμός

Υπενθυμίζεται ότι στη συγκεκριμένη δράση εντάσσονται αυτόματα και χωρίς αίτηση όλοι οι δανειολήπτες. Στο πλαίσιο αυτό, οι τράπεζες εκτιμούν ότι η ποιότητα του χαρτοφυλακίου τους στη στεγαστική πίστη δεν θα επηρεαστεί από τις κινήσεις της ΕΚΤ. Στον αντίποδα, όμως, υπάρχει προβληματισμός για τις επαγγελματικές και επιχειρηματικές χορηγήσεις, η πλειονότητα των οποίων είναι κυμαινόμενων δόσεων, ενώ δεν υφίσταται κανένας μηχανισμός προστασίας.