Το ποδόσφαιρο μας δίνει πολλές φορές ιστορίες απίθανες. Πάρτε για παράδειγμα την ιστορία του προπονητή Ρομπέρτο Μαντσίνι, που σήμερα θα προσπαθήσει να κερδίσει με την Ιταλία του στο Γουέμπλεϊ το Εuro. Είναι η ιστορία ενός ανθρώπου που προσπαθεί να οδηγήσει σε ένα θρίαμβο μια ομάδα που ποτέ δεν αγάπησε.

Τιμωρία

Η σχέση του Μαντσίνι με την Εθνική Ιταλίας υπήρξε προβληματική για πολλούς λόγους. Πρώτα από όλα ξεκίνησε άσχημα. Ως τεράστιο ταλέντο ο Μαντσίνι κλήθηκε σε αυτή από τον μακαρίτη Εντσο Μπέαρζοτ στα 19 του – έπαιζε ακόμα στην Μπολόνια. Ο Μπέαρζοτ θέλησε να τον δοκιμάσει σε μια περιοδεία στην Αμερική. Ο μικρός το έσκασε από το ξενοδοχείο για να δει τη Νέα Υόρκη – «όταν είσαι 19 χρόνων νομίζεις ότι σε κάποια μέρη δεν θα ξαναπάς ποτέ και θέλεις να τα χαρείς», είχε πει κάποτε. Ο Μπέαρζοτ τον τιμώρησε. Δεν τον ξανακάλεσε για τρία χρόνια.

Δεκάρι

Ο,τι άρχισε δύσκολα συνεχίστηκε χειρότερα. Μετά την επιστροφή του και μολονότι μεσουρανούσε με τη Σαμπντόρια, έκανε με τη φανέλα της Εθνικής ένα μόνο τουρνουά ως πρωταγωνιστής: ήταν βασικός στο Ευρωπαϊκό του 1988, όταν μετά από ένα γκολ κόντρα στους Γερμανούς ζήτησε από τους δημοσιογράφους να σωπάσουν! Το 1990 πέρασε τις μαγικές νύχτες του Μουντιάλ της Ιταλίας στον πάγκο. Το 1994 αρνήθηκε να πάει στις ΗΠΑ γιατί ο Σάκι του ζητούσε να παίζει σέντερ φορ, πράγμα που για ένα γεννημένο «δεκάρι» ήταν περίπου προσβολή. Ο Μαντσίνι του απάντησε ότι θα το κάνει μόνο αν τον αφήσει να παίζει με τη φανέλα της Σαμπντόρια – ο ίδιος λέει ότι δεν έγινε έτσι, μικρή σημασία έχει, το κακό για τον Σάκι ήταν ότι έχασε και τον Λομπάρντο που από την Εθνική προτίμησε να ακολουθήσει τον αρχηγό του! Εκτοτε ο «Μάντσιο» Εθνική δεν ξανάπαιξε ποτέ – όλες κι όλες οι συμμετοχές του είναι καμιά τριανταριά.

Προσωπικότητα

Οποιος τον γνωρίζει λέει ότι ο πραγματικός λόγος της αντιπάθειάς του στη Σκουάντρα Ατζούρα ήταν ότι δεν δέχτηκε ποτέ ότι ήταν υποδεέστερος του Ρομπέρτο Μπάτζιο ή του Τζιανφράνκο Τζόλα, που τότε αγωνίζονταν στη θέση του. Μεταξύ μας έχει δίκιο: ο Μπάτζιο ήταν μεγάλος αρτίστας, αλλά δεν είχε τα ηγετικά προσόντα του Μαντσίνι που οδήγησε ως παίκτης σε κατακτήσεις τίτλων τη Σαμπντόρια και τη Λάτσιο – κι όχι τη Μίλαν και τη Γιουβέντους. Επίσης ως προσωπικότητα δεν συγκρίνεται με τον Τζόλα: τον Μαντσίνι τον έτρεμαν και οι συμπαίκτες του.

Οι αρνήσεις του στην Εθνική εξηγήθηκαν από τον ίδιο κάπως διαφορετικά: στον Μαντσίνι δεν άρεσε ποτέ το παραδοσιακό παιχνίδι των Ιταλών που κατά τη γνώμη του δεν του ταίριαζε. Αυτό είναι ίσως το πιο ενδιαφέρον κομμάτι αυτής της ιστορίας: όταν η ιταλική ομοσπονδία του ζήτησε να αναλάβει την Εθνική μετά τον αποκλεισμό από το Μουντιάλ του 2018, αυτός το μόνο που υποσχέθηκε είναι μια Εθνική Ιταλίας που να παίζει επιθετικά, όπως θα ‘θελε αυτός να παίζει τον καιρό που οι ομοσπονδιακοί τον άφηναν στον πάγκο. Κι ο μπαγάσας τα κατάφερε: παρόλο που η Σκουάντρα Ατζούρα δεν έχει τις προσωπικότητες, που παραδοσιακά είχε τόσο στην άμυνα όσο και στην επίθεση, τον καιρό του Μαντσίνι έπαιξε επιθετικά και δημιουργικά όσο ποτέ.

Αιρετικός

Η ιστορία θα ήταν κομμάτι μπανάλ, αν δεν υπήρχε το κομβικό ματς των Ιταλών με την Ισπανία. Με βάση το σενάριο θα έπρεπε να συμβούν δυο πράγματα: ή η Ιταλία του Μαντσίνι θα έπαιζε το ποδόσφαιρο που αρέσει στον προπονητή της και θα κέρδιζε ή θα έχανε, αλλά θα έφευγε με ψηλά το κεφάλι, πληρώνοντας την απόφασή της να γίνει διαφορετική από αυτό που γνωρίζουμε. Ομως στις ιταλικές ιστορίες τίποτα δεν είναι άσπρο ή μαύρο: το γλυκό γκρίζο του ιταλικού νεορεαλισμού επικράτησε και τώρα. Ο Μαντσίνι κόντρα στους Ισπανούς θυμήθηκε το ποδόσφαιρο που ποτέ δεν αγάπησε, το ποδόσφαιρο του Μπέαρζοτ, του Βιτσίνι, του Σάκι, του Αντόνιο Κόντε που τους Ισπανούς τους κέρδισαν. Κι άφησε κατά μέρους νεοτερισμούς και πειραματισμούς: σαν να ήθελε να επαναφέρει την Ιταλία στις παραδόσεις της, αυτός που είναι γραμμένος στα ιερά ευαγγέλια του ιταλικού ποδοσφαίρου ως ο μεγάλος αιρετικός.

Ενδιαφέρον

Στην ιστορία αυτή δεν μιλάμε απλά για ποδόσφαιρο, αλλά για νοοτροπίες και αντιλήψεις. Ο Μαντσίνι βλέποντας ότι η ομάδα του δεν μπορούσε να κρατήσει τη μπάλα απέναντι στους μάστορες του τίκι τάκα Ισπανούς πόνταρε σε όλα όσα, όταν ήταν ποδοσφαιριστής, τον ενοχλούσαν. Οταν ο Κιέζα κόντρα στη ροή του αγώνα (αλλά όχι κόντρα στις ιταλικές παραδόσεις…) βρήκε ένα γκολ στη μοναδική καλή ιταλική αντεπίθεση, ο κόουτς άρχισε να βλέπει μόνο ένα πράγμα μπροστά του: το πώς θα κρατήσει το 1-0. Ολες οι παρεμβάσεις του στο ματς θύμισαν τα χρόνια του Μπέαρζοτ και του Βιτσίνι που του κάνανε τη ζωή δύσκολη. Μέσα ο επαγγελματίας αμυντικός Τολόι για να σταματήσει με τη σκληρότητά του τον δαιμόνιο Ολμο. Αλλαγή πτέρυγας στον Ντι Λορέντσο για να αφήσει τα σημάδια από τις τάπες του, αν χρειαστεί, και στον Μορένο κι αφού προηγουμένως θύμισε στον Φεράν Τόρες ότι το ποδόσφαιρο είναι για άντρες. Εξω οι τρεις κυνηγοί που τόσο άρεσαν στο τουρνουά (ο μαχητής Ιμόμπιλε, ο φαντεζί Ινσίνιε και ο σκόρερ Κιέζα) για να μπουν στις θέσεις τους ο Μπελότι (που με το μπόι του βοηθούσε στα κόρνερ), ο Μπεράρντι (που καλύπτει τον ακραίο μπακ πιο πολύ από τον Ινσίνιε) και ο Μπερναντέσκι για να χτυπήσει πέναλτι. Κι όσο για ποδόσφαιρο; Από το 75 και μετά οι Ιταλοί έπαιζαν το αγαπημένο τους «φτου ξελευτερία» ελπίζοντας να αντέξουν. Κι άντεξαν. Και κέρδισαν στα πέναλτι. Οπως στον τελικό του Μουντιάλ του 2006 τους Γάλλους, όταν είχαν τον μαέστρο Λίπι στον πάγκο. Τον άνθρωπο με το πούρο που ποτέ του δεν ισχυρίστηκε ότι θα αλλάξει το ιταλικό ποδόσφαιρο και πάντα καμάρωνε για τον Νέστα και τον Καναβάρο πιο πολύ από όσο για τον Τότι και τον Ντελ Πιέρο.

Αργησε

Στον τελικό έχω μεγάλη περιέργεια όχι ποιος θα κερδίσει, αλλά τι θα κάνει ο Μαντσίνι. Είναι πολύ εγωιστής για να μην παρατάξει μια ομάδα που θα προσπαθήσει να παίξει με τον τρόπο του, αλλά από την άλλη είναι και αρκετά κυνικός, ώστε να μη χρησιμοποιήσει την καλή ιταλική συνταγή που του έδωσε την πρόκριση με τους Ισπανούς. Οπως και να ‘χει χρωστά μια συγγνώμη στον Μπέαρζοτ, στον Βιτσίνι, στον Σάκι κ.λπ. Δεν ήταν ότι δεν τον καταλάβαιναν αυτοί. Αυτός άργησε να τους καταλάβει…