Σαν σήμερα, στις 18 Φεβρουαρίου του 1883, γεννήθηκε στο Ηράκλειο της Κρήτης μία από τις εμβληματικότερες προσωπικότητες του ελληνικού πνεύματος, ο συγγραφέας Νίκος Καζαντζάκης.

Εβδομήντα τέσσερα χρόνια αργότερα, το 1957, όταν ο Καζαντζάκης έφυγε πια από τη ζωή, η εφημερίδα «ΤΟ ΒΗΜΑ», δημοσίευσε άγνωστες πτυχές της ζωής του μέσα από τις αφηγήσεις του στενού του φίλου και παλαιού βουλευτή, Γεώργιου Φανουράκη καθώς και αποσπάσματα δύο επιστολών.

«ΤΟ ΒΗΜΑ», 6.11.1957, Ιστορικό Αρχείο «ΤΟ ΒΗΜΑ» & «ΤΑ ΝΕΑ»

Τα συγχαρητήρια στον Επίσκοπο

«Ως μαθητής του Γυμνασίου Ηρακλείου, ο Καζαντζάκης ήτο φαινόμενον. Μετά την χειροτονία ως επισκόπου του κατόπιν Μητροπολίτου Κρήτης Βασιλείου, επήγε η τελευταία τάξις του Γυμνασίου να τον συγχαρή. Ο Νίκος Καζαντζάκης τον προσεφώνησε. Τι κρίμα να μη σώζεται το χειρόγραφον! Κλαίγαμε όλοι. Και μαζί μας όλοι οι παρόντες. Ο Μητροπολίτης και οι επίσκοποι Κρήτης τον εφίλησαν βαθύτατα συγκεκινημένοι…»

Ηθοποιός

«Όταν κάποτε ήλθαν εις το Ηράκλειον, ο Μιστριώτης και ο Κυπαρίσσης, έμειναν καταπληκτικοί από την απόδοσιν του ερασιτέχνου ηθοποιού Καζαντζάκη εις τον ρόλον του Κρέοντος εις τον “Οιδίποδα Τύραννον”. Οιδίπους ο μακαρίτης Ανδρ. Ξενάκης και τον ρόλον της Ιοκάστης υπεδύετο ο Μανώλης Γεωργιάδης, που τον ετυφέκισαν οι Γερμανοί μαζί με τα άλλα δύο αδέλφια του.

Ο καπετάν Μιχάλης

«Ο πατέρας του, ο καπετάν Μιχάλης, ήτο αληθινό παληκάρι και φόβητρο των Τούρκων του Κάστρου. Τον έχει εξιδανικεύσει στο μυθιστόρημα του. Αληθινά όμως ήτο γενναίος και καλός. Καλός στην πατρίδα, καλός στα παιδιά του, στους συγγενείς τους και στους φίλους του. Είχε κτήματα γύρω στο Ηράκλειο και μαγαζί που πουλούσε είδη γενικού εμπορίου. Αγαπούσε όλα του τα παιδιά του».

Φοιτητική ζωή

«Τότε, το 1903,  νοικιάσαμε μια παρέα από τέσσαρες Κρητικούς φοιτητάς ένα διαμέρισμα στην οδό Φωκυλίδου (σ.σ. Κολωνάκι). Επήραμε οικιακά σκεύη και μια υπηρέτρια. Όλη του τη ζωή θυμόταν ο Καζαντζάκης αυτί την περιπέτεια. Την έλεγε ‘Το συνοικέσιο της οδού Φωκυλίδου’. Βάσταξε έξη μήνες και διέλυσε. Το τι γινόταν εκεί ήτο αφάνταστο.

»Ξεσηκώναμε τη γειτονιά από τις φωνές και τα γέλια. Μου έγραφε μάλιστα πως θα το έβαζε αυτό σε κανένα μυθιστόρημα, αλλά δεν πρόφτασε. Διαβάζαμε όλοι φανατικά – αυτός το παράκανε.

»Κάθε Κυριακή εκδρομή με το θηρίο στην Κηφισιά, με τον “κολοσύρτη” στο Φάληρο. Ήτο όλο γέλιο αστεία και χαρά. Έχω πολλές φωτογραφίες του, γράμματα κλπ.  κείνης της εποχής. Ήτο εύμορφος νέος, ψηλός και ευθυτενής».

Η εξομολόγηση του Καζαντζάκη

Το «ΕΛΕΥΘΕΡΟΝ ΒΗΜΑ» δημοσίευσε απόσπασμα επιστολής του Νίκο Καζαντζάκη προς τον φίλο του Γεώργιο Φανουράκη, την οποία ο παραλήπτης της είχε χαραακτηρίσει «ως μίαν από τις ωραιότερες σελίδες της πέννας του δημιουργού του “Αλέξη Ζορμπά”».

Έγραψε ο Καζαντζάκης στον Φανουράκη:

Δεν λέγεται τι χαρά μου δίνουν τα γράμματά σου. Μου γράφεις πως ό,τι θα μείνει από το μόχθο μου είναι η δουλειά που έκαμα στη δημοτική γλώσσα, θαρώ πως έχεις δίκιο.

Εφήμερες είναι οι θεωρίες, και αντέχουν στο χρόνο μόνο η ποίηση και η τέλεια γλωσσική μορφή. Μα τι κόπος θεέ μου. Τι μαρτύρια!

Κάθε πρωί ξημερώματα, που κάθομαι στο γραφείο μου, μπροστά στο άσπρο χαρτί, απερίγραπτη δυσφορία με κυριεύει. Τι είναι αυτή η μανία και γράφω; Ποιος με σπρώχνει; Ποιος είναι μέσα μου Αφέντης και εγώ σκλάβος του;

Έξω λάμπει ο ήλιος, μουρμουρίζει η θάλασσα, ανθίζουν οι αμυγδαλιές. Γιατί δεν βγαίνω κι εγώ να περπατήσω κάτω από τα ανθισμένα δένδρα στον ήλιο;

Γιατί τώρα που βασιλεύει ο ήλιος μου να μη ξαπλώνω στην πολυθρόνα μου να κυττάζω τους ανθρώπους που περνούνε χαμένοι στις βαρειές έγνοιες του ψωμιού, του παιδιού, της γυναίκας;

Ένας δαίμονας είναι μέσα μου, που πολλές φορές ψυχανεμίζομαι με τρόμο πως δεν είμαι εγώ.

Εγώ είμαι μονάχα το γαϊδούρι που καβαλικεύει και πάει – που πάει; Αφτός ξέρει έγω δεν ξέρω – με νυματίζει ανέσπλαχνα και προχωρεί.

»Αυτή είναι η ζωή μου γέρο παπού, και να το ξέρεις. Κανένας δεν το ξέρει, μα σε σένα το εξομολογούμαι και γι’ αυτό οι βρισιές και οι δόξες δεν μπορούν να με θίξουν.

Έχω το νου μου στο Αφεντικό, που κουβαλάω. Ξέρεις την ιντιάνικη παροιμία; Όποιος καβαλικεύει τίγρι δεν μπορεί να πεζέψει. Μα εγώ έπαθα ακόμη χειρότερο, τίγρι που με καβαλικεύει…»

«Αποχαιρετώ»

Στις 20 Ιουνίου του 1957, λίγου μήνες πριν τον θάνατό του, ο σπουδαίος λογοτέχνης έγραφε, από τη Μόσχα, στον φίλο του Γεώργιο Φανουράκη:

…Αποχαιρετώ τα πάντα, τα πάντα μ’ αποχαιρετούν, nevermore! Το παραμύθι παίρνει τέλος», ενώ λίγο αργότερα από την Νάρα της Ιαπωνίας, την 1η Αυγούστου 1957:

«Αύριο φεύγω για την Αλάσκα – μικρός είναι ο κόσμος – μεγάλη η ψυχή του ανθρώπου. Σε συλλογούμαι από την άκρα του κόσμου και λέω: Άραγε θα ξαναϊδωθούμε;

Το κείμενο βασίστηκε σε υλικό του Ιστορικού Αρχείου των εφημερίδων «ΤΟ ΒΗΜΑ» & «ΤΑ ΝΕΑ».