Πώς φτάσαμε ως εδώ; Τι είναι όλα ετούτα που μας συμβαίνουν; Και πόσο θα διαρκέσουν ακόμα; Πού ‘ναι οι καλές εποχές, που τριγύριζαν όλη την πόλη πιτσιρικάδες με τα τρίγωνα στα χέρια να ψάλουν (τρόπος του λέγειν δηλαδή, να «ψάλουν») τα κάλαντα, και εμείς οι μεγαλύτεροι να τα «κεράσουμε» τα παιδιά για τον κόπο τους;

Για μένα, ακόμη πιο βαρύ κι από την αρρώστια και τις επιπτώσεις της, είναι ότι μας πήρε τις ζωές μας, και μας εκπαιδεύει σχεδόν συστηματικά σε έναν άλλο τρόπο διαβίωσης πολύ ξένο με τα ελληνικά πρότυπα, και πιο ξένο ακόμη με τις συνήθειές μας.

Ποιος – και πόσο μετά – θα ξαναδώσει ποτέ το χέρι του, σε κάποιον που θα συναντήσει, για να τον χαιρετήσει; Ποιος, χωρίς ένα σφίξιμο στα σωθικά «εις ανάμνησιν» της τεντωμένης γροθιάς ή του αγκώνα, της εποχής του κορωνοϊού;

Ποιος θα φιλήσει ποιον, στον δρόμο, φιλικά (ερωτικά εντάξει, είναι άλλο θέμα), χωρίς να θυμάται τη διά ροπάλου απαγόρευση που μας επιβλήθηκε με την έλευση του κορωνοϊού; Και ποιος θα κάτσει δίπλα ακριβώς στον άλλο, κολλητά, για να του ψιθυρίσει κάτι στο αφτί, και όχι από μακριά και εις επήκοον όλων; Ποιος θα κληθεί σε μια κοινωνική συναναστροφή, μαζί με άλλα δέκα ή είκοσι άτομα, και δεν θα το σκεφτεί καλά, ανακαλώντας στη μνήμη του «σκηνές» από ένα παρελθόν που μόλις – μόλις! – το ξεπέρασε. Ποιος…

Δεν έχω απάντηση. Φαντάζομαι ότι δεν την έχουν – ακόμη τουλάχιστον – ούτε ειδικοί επιστήμονες, κοινωνιολόγοι, ψυχολόγοι, ψυχίατροι. Για ένα είμαι βέβαιος, και νομίζω ότι και αυτοί το ίδιο: αυτός ο κορωνοϊός αλλάζει δραματικά τη ζωή μας, στην ομηρεία που μας κρατάει και την αλλάζει χωρίς έλεος. Και πως αυτό το πράγμα δεν έχει επιστροφή..

Τρίγωνα

Και τώρα που τα πράγματα έχουν πάρει αυτή την τροπή, γυρνάμε το ρολόι του χρόνου πίσω, και προσπαθούμε να ζήσουμε ένα παρελθόν που δεν έχει κανένα, μα κανένα, μέλλον.

Παίρνω παράδειγμα τη σημερινή ημέρα. Δεν ξέρω τι κάνατε εσείς, αλλά εμείς στον Αγιο Δημήτριο, με τη μία συγκοινωνία που τον ένωνε με την Αθήνα, οργανωνόμασταν σε ζυγιές, ήδη από την πρώτη εβδομάδα του Δεκεμβρίου. Εγώ συνήθως πήγαινα με τον Γιάννη και τον Νικολάκη, με τους οποίους είχα διαφορά ενός-δύο ετών: δύο από τον Γιάννη και ένα από τον Νικολάκη. Μικρότερος από τον Γιάννη που ήταν και πιο ψηλός και είχε και «μπούγιο», και μεγαλύτερος από τον Νικολάκη που ήταν κοντύτερος και μικρότερός μου.

Πρώτη δουλειά να ανασυρθούν από κάποια… κρύπτη τα τρίγωνα, που έμεναν καταχωνιασμένα επί έναν χρόνο. Και εν συνεχεία να τριφτούν, να γυαλιστούν από τη σκουριά των 12 μηνών που τους χαλούσε εικόνα και ήχο. Κι αφού γυαλίζονταν από το τρίψε-τρίψε με πέτρα σκληρή, μετά δοκιμάζονταν μη και είχε χαλάσει από το τρίψιμο ο μεταλλικός τους ήχος. Διότι ήταν φτιαγμένα από σιδερόβεργα ψιλή, λάφυρο από κάποια οικοδομή από τις τόσες που χτίζονταν στην Αθήνα της αντιπαροχής, στα τέλη της δεκαετίας του ’70.

Κάλαντα

Και αφού τελείωνε όλο αυτό, μετά μετρούσαμε αντίστροφα τις μέρες, μέχρι να έρθει η μεγάλη μέρα – η παραμονή των Χριστουγέννων, 24 Δεκεμβρίου. Δεν θυμάμαι να είχα κοιμηθεί ποτέ τη νύχτα της 23ης προς τις 24 Δεκεμβρίου. Ούτε και οι υπόλοιποι. Συναντιόμασταν στις 5 το πρωί, στο σταυροδρόμι μπροστά στο σπίτι μου, και με κοφτές κουβέντες παίρναμε γρήγορα τον δρόμο για να βγούμε στο Νέο Τέρμα, επί της οδού Αγίου Δημητρίου, να προλάβουμε το πρώτο λεωφορείο που ξεκινούσε στις 05.30 και ήταν συνήθως γεμάτο από εργάτες και οικοδόμους. Μπαίναμε πάντα από μπροστά, από την πόρτα του οδηγού, προκειμένου το κοινό να μας έχει μπρος στα μάτια του διότι είχε το ακουστικό «κάλεσμα» να συνεισφέρει στο καπέλο τού ενός από μας, του Γιάννη συνήθως, να μην έβλεπε όμως και το τρίο; Πενιχρό ήταν το αποτέλεσμα, πρωί πρωί. Τι να έχει πάνω του να σου δώσει ο οικοδόμος που έτρεχε στην οικοδομή – πενηνταράκια μαζεύαμε και πού και πού και καμιά δραχμή. Εκπληξη!

Κολωνάκι

Επειτα από καμιά ώρα, το βαρυφορτωμένο λεωφορείο έφτανε αγκομαχώντας στην οδό Ακαδημίας – στη μέση περίπου, πίσω από το κτίριο της Πρυτανείας και απέναντι από το δημοτικό νοσοκομείο Ελπίς τότε – οπότε κατεβαίναμε, και τρέχαμε για Κολωνάκι. Το Κολωνάκι με τα πολλά λεφτά. Το Κολωνάκι των ονείρων μας, με τα δεκάρικα και τα εικοσάρικα.

Ξεκινούσαμε από την οδό Αναγνωστοπούλου, από την πολυκατοικία στον αριθμό 1-3, πάνω στη μικρή πλατεία, όπου ο πατέρας του Νικολάκη είχε τη θέση του θυρωρού. Ο κυρ Αλέκος, μας έστελνε σε όλα τα διαμερίσματα, και οι ένοικοι που γνώριζαν τη σχέση του με το «τρίο καλάντα» έβαζαν γερά το χέρι στην τσέπη – μια φορά ένας κύριος, μας είχε δώσει ένα πενηντάρικο, πολλά λεφτά για την εποχή, κι ο Νικολάκης δεν ήθελε να το μοιραστούμε γιατί «ρε στην πολυκατοικία του πατέρα μου πήγαμε, για μένα το δώσανε, εσάς πού σας ξέρουνε» μας είπε, και με τη φράση αυτή έτριξε βαριά η συνοχή της συμμαχίας των τριών. Αλλά για λίγο.

Από την Αναγνωστοπούλου και αφού είχαμε ξεπετάξει το σύνολο των διαμερισμάτων κατηφορίζαμε χοροπηδώντας, μέσω της Λυκαβηττού και της Αμερικής, στην οδό Βαλαωρίτου 4, όπου ένας δικός μου θείος, ο μπαρμπα-Γιώργος, ήταν θυρωρός. Η πολυκατοικία είχε από τότε κυρίως γραφεία, και την πιάναμε «παρθένα»: ο μπάρμπας δεν άφηνε κανέναν άλλον να πει τα κάλαντα, περίμενε εμάς.

Κι αφού «καθαρίζαμε» και τη Βαλαωρίτου 4, μετά ανεβαίναμε Πινδάρου, όπου είχε έναν γνωστό ο πατέρας του Γιάννη, θυρωρό επίσης, αλλά δεν θυμάμαι σε ποιο νούμερο του δρόμου. Θυμάμαι μόνο ότι ήταν δίπλα στον «Γεροφοίνικα», ένα από τα πιο διάσημα εστιατόρια της εποχής, που το είχαν κάτι Κερκυραίοι…

Τελειώναμε και την Πινδάρου επίσης «παρθένα» (ούτε ο άλλος κύριος άφηνε να μπει κανείς μέσα για τα κάλαντα, αν δεν περνούσαμε πρώτοι εμείς) και έπειτα με τις τσέπες να βαραίνουν από τα κέρματα, κατεβαίναμε σιγά σιγά τη Βουκουρεστίου. Κατάστημα το κατάστημα «να τα πούμε;», μέχρι που διαλυμένοι πια από την αϋπνία της προηγούμενης μέρας, και την κούραση, τα πόδια μας γίνονταν βαριά σαν μολύβι, ίδια με τη διάθεσή μας, που όσο πήγαινε και έπεφτε.

Στοίχημα

Κι ύστερα βάζαμε στοίχημα – για το πότε θα σταματήσουμε «να τα λέμε». Αν νιώθαμε πολύ κουρασμένοι, λέγαμε πως στο τρίτο «μας τα ‘παν άλλοι» που θα μαζεύαμε στην ερώτηση «να τα πούμε;», θα το κόβαμε. Συνήθως όμως καταλαβαίναμε ότι ο κόσμος κουράστηκε από τα πολλά κάλαντα, μόλις συμπληρώναμε πέντε στη σειρά… «μας τα ‘παν άλλοι»!

Τότε ήταν που φτάναμε στην τελευταία πράξη της επιχείρησης κάλαντα: γραμμή για τον Εθνικό Κήπο, στο γκαζόν που έχει τα αρχαία, κάτω από τη λίμνη με τις πάπιες. Με ένα κουλούρι στο χέρι, στρωνόμασταν στο γκαζόν, αδειάζαμε «τελετουργικά» τα χρήματα που είχε ο καθένας στην τσέπη του, και ο Γιάννης ο μεγαλύτερος τα μετρούσε. Εγώ που ήμουν καλός στην αριθμητική, διαιρούσα διά τρία το σύνολο, και μετά ο Γιάννης, ο μεγαλύτερος, τα μοίραζε. Επαιρνε ο καθένας το μερίδιό του, και ύστερα παίρναμε τον δρόμο για το σπίτι. Με τα πόδια φυσικά. Σιγά να μη χαλάγαμε τίποτε από το «μεροκάματο» του κόπου για εισιτήριο στο λεωφορείο. Αποκαμωμένοι, σέρνοντας τα πόδια, φτάναμε κάποια στιγμή στο σταυροδρόμι όπου είχαμε συναντηθεί τα ξημερώματα. Ενώναμε τα χέρια, λέγαμε ένα ξεψυχισμένο «Και του χρόνου, ρε», που ίσα που ακουγόταν, και παίρναμε τον δρόμο για το σπίτι… Και του Χρόνου λοιπόν – Χρόνια Πολλά σε όλους, με υγεία, και πολλή προσοχή αυτές τις μέρες!

ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ ΝΕΑ