Η πολιτική ατζέντα Τραμπ κυριαρχεί πλέον στις ΗΠΑ. Κέρδισε τη Γερουσία όπου ψηφίζει το σύνολο των εκλογέων κάθε Πολιτείας. Απώλειες είχε στη Βουλή, που όμως είναι χωρισμένη σε εκατοντάδες μικρές περιφέρειες όπου και παίζουν ρόλο μειονότητες φυλετικές, θρησκευτικές, κοινωνικές. Το πλειοψηφικό ρεύμα είναι φανερό πως εγκρίνει τις πολιτικές του επιλογές.
Στη Γερουσία, που έχει μόνο 100 έδρες, όσες και οι Πολιτείες των ΗΠΑ (50) επί 2 (μια και κάθε Πολιτεία έχει δύο γερουσιαστές), στις εκλογές καλούνται να ψηφίσουν όλοι οι εκλογείς. Από λιγότερο από 1 έως 5 εκατ. στις μικρές Πολιτείες (λ.χ. Βερμόντ, Αϊνταχο, Μέιν, Χαμσάιρ, Ντακότες κ.λπ.), πάνω από 7 εκατ. στις μεσαίες (Οχάιο, Ιντιάνα, Τενεσί κ.ά.) και πάνω από 20 εκατ. στις μεγάλες (Καλιφόρνια, Ν. Υόρκη, Τέξας). Εκεί η πλατφόρμα Τραμπ συνάντησε γενική αποδοχή. Οχι μόνο οι Ρεπουμπλικανοί διατήρησαν την πλειοψηφία τους αλλά και την αύξησαν κερδίζοντας την Ιντιάνα, τη Βόρεια Ντακότα, το Τενεσί, πιθανώς το Μισούρι, και το Τέξας.
Στη Βουλή η πολιτική Τραμπ υπέστη απώλειες. Εκεί όμως οι περιφέρειες είναι πάρα πολλές (435), στενότερες, με μικρότερο πληθυσμό. Παίζουν λοιπόν ρόλο οι λογής μαχητικές μειονότητες που ρίχνοντας το εκλογικό τους βάρος μπορούν να επηρεάσουν το αποτέλεσμα. Κι εκεί όμως οι διαφορές υπήρξαν οριακές. Σπάνια πάνω από 3%. Στο όριο δηλαδή του στατιστικού λάθους. Ως συνέπεια είναι ολοφάνερο πως ακόμη κι εκεί η πλατφόρμα Τραμπ έχει ευρεία αποδοχή. Ανεξάρτητα από τον τεράστιο αριθμό δυνάμεων που συσπειρώθηκαν εναντίον τους.
Η Αμερική λοιπόν εμφανίζεται σίγουρα διχασμένη. Οχι όμως ανάμεσα σε Δεξιά – Αριστερά. Ή, όπως κάποιοι επιμένουν, ανάμεσα σε Προοδευτικούς – Συντηρητικούς. Ο διχασμός είναι ανάμεσα στο πλειοψηφικό ρεύμα και τις λογής μειονότητες. Οι πρώτοι απαιτούν σεβασμό των επιλογών τους, δίχως εγκατάλειψη των δικαιωμάτων των μειοψηφιών. Οχι όμως και το αντίθετο που, κάτω από την κυριαρχία των ελίτ, ισχύει τα τελευταία χρόνια. Αυτό σημαίνει και το τέλος των identity politics (πολιτικών κοιν. ταυτότητας) που εξουσίαζε τα πάντα μέχρι πρόσφατα.