Ασκώ ή εξασκώ;
Το εύρος της σημασίας και της χρήσης τους
Τα ρήματα ασκώ και εξασκώ είναι κατ’ αρχήν λέξεις συνώνυμες, με παραπλήσια σημασία: γυμνάζω, εκγυμνάζω, εκπαιδεύω, προπονώ, υποβάλλω σε άσκηση κάποιον ή κάτι, ώστε να αποκτήσει ικανότητα ή και να βελτιωθεί σε έναν τομέα.
Τα παραδείγματα που ακολουθούν είναι ενδεικτικά: «Οι αθλητές του στίβου ασκούν καθημερινά το σώμα τους», «Ασκείται καθημερινά στις ξένες γλώσσες», «Με πολλή προσπάθεια κατάφερε να εξασκήσει το σκύλο του να μη λαμβάνει τροφή από αγνώστους», «Ο καθηγητής εξασκεί τους μαθητές του τόσο στην άλγεβρα όσο και στη γεωμετρία», «Με το πρόγραμμα που ακολουθούμε στο γυμναστήριο εξασκούνται όλοι σχεδόν οι μύες μου», «Με τα σταυρόλεξα ακονίζει το μυαλό του, ασκεί τη μνήμη του και την παρατηρητικότητά του».
Εντούτοις, τα δύο ρήματα δεν είναι ταυτόσημα σε όλο το εύρος της σημασίας και της χρήσης τους, δεδομένου ότι το ασκώ χρησιμοποιείται σε περιπτώσεις όπου δεν μπορεί να γίνει χρήση τού εξασκώ. Αυτό συμβαίνει όταν απαντά η μεταφορική χρήση της λέξης ασκώ, σε περιπτώσεις όπως οι ακόλουθες: ασκώ έλεγχο, ασκώ βία, ασκώ εξουσία, ασκώ πολιτική, ασκώ κριτική, ασκώ επάγγελμα, ασκώ έργο, ασκώ καθήκοντα, ασκώ πίεση, ασκώ επίδραση, ασκώ επιρροή, ασκώ γοητεία, ασκώ έφεση.
Σε καμία από τις ανωτέρω περιφράσεις δεν ταιριάζει το εξασκώ, σε καμία δεν μπορεί να λάβει τη θέση τού ασκώ. Ακολουθούν σχετικά παραδείγματα: «Ασκεί τη δικηγορία σε μια επαρχιακή πόλη», «Η πολιτική που άσκησε ήταν αυταρχική και αναποτελεσματική», «Ο πατέρας του ασκούσε τα καθήκοντά του με ζήλο και υπευθυνότητα», «Οι υποδιευθυντές ασκούσαν ψυχολογική βία στους εργαζομένους», «Παρά τα όσα λέγονται, το οικογενειακό περιβάλλον εξακολουθεί να ασκεί καθοριστική επίδραση στη διαμόρφωση της προσωπικότητας των νέων ανθρώπων», «Η κριτική που άσκησε κατά των υπευθύνων ήταν δριμύτατη», «Ασκούνται τεράστιες πιέσεις από την πλευρά του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου».
Εν κατακλείδι, το ασκώ έχει ευρύτερη σημασία και σαφώς περισσότερες χρήσεις από το εξασκώ, καθώς απαντά τόσο με την έννοια τού κάνω – ενεργώ – πράττω – εφαρμόζω (π.χ., ασκώ έργο ή καθήκοντα) όσο και σε περιφράσεις (π.χ., ασκώ πίεση ή γοητεία).
- Θλίψη στο αμερικανικό μπέιζμπολ: «Έφυγε» από τη ζωή ο Τέρανς Γκορ σε επέμβαση!
- Ναρκωτικά: Οι πιάτσες μετακινούνται στην Αθήνα – Αλλά δεν εξαφανίζονται
- Άφαντη παραμένει η 16χρονη Λόρα έναν μήνα μετά την εξαφάνισή της – Πού κινούνται οι έρευνες
- Κορόνα: «Παλεύουμε με τον Μπενίτεθ να κάνουμε έναν καλύτερο Παναθηναϊκό – Στόχος το Κύπελλο και το Champions League»
- Oι Green Day καλούν τους πράκτορες της ICE να παραιτηθούν «απ’ αυτή τη γ@μ@@@νη δουλειά» – Οι μπηχτές για τα αρχεία Έπσταϊν
- Mεγάλες προσδοκίες για εμβόλιο ενάντια στον προχωρημένο καρκίνο πνεύμονα λέει ο διευθυντής του Ογκολογικού του Αγίου Σάββα


