Το 40% του πλούτου των ελληνικών νοικοκυριών «ρούφηξε» η κρίση χρέους μεταξύ 2010-2014, σύμφωνα με έρευνα της ΕΚΤ, που κρούει τον κώδωνα του κινδύνου και για το άνοιγμα της ψαλίδας μεταξύ πλούσιων και φτωχών στην ΕΕ αλλά και τις σημαντικές ανισότητες μεταξύ των κρατών-μελών.

Η συγκέντρωση του πλούτου ανάμεσα στα πλουσιότερα νοικοκυριά της ευρωζώνης έχει αυξηθεί μετά την κρίση χρέους στην ευρωζώνη, παρόλο που τα επίπεδα πλούτου μειώθηκαν οριζόντια λόγω των χαμηλότερων τιμών ακινήτων, σύμφωνα με έρευνα της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας που δημοσιοποιήθηκε σήμερα, Παρασκευή.

Το 5% των νοικοκυριών της ευρωζώνης, που είναι και τα οικονομικά ισχυρότερα, κατείχαν το 37,8% του καθαρού πλούτου το 2014, συγκριτικά με 37,2% το 2010 ενώ το 5% που είναι τα ασθενέστερα οικονομικά νοικοκυριά κατείχαν μόνο χρέος, ανέφερε η έρευνα της ΕΚΤ με δείγμα 84.000 νοικοκυριά σε όλη την νομισματική ένωση.

Ο μέσος καθαρός πλούτος των νοικοκυριών στην ευρωζώνη μειώθηκε κατά περίπου 10% μεταξύ του 2010-2014, στα 104.100 ευρώ, κυρίως λόγω της μείωσης των τιμών ακινήτων, ιδιαίτερα για το 5% του πληθυσμού που είναι οι οικονομικά ασθενέστεροι, ανέφερε η ΕΚΤ.

Οι Έλληνες έχασαν το 40% του πλούτου τους

Το παρατεταμένο πρόβλημα χρέους της ευρωζώνης έχει επιδεινώσει τις ανισότητες, καθώς κράτη στην περιφέρεια όπως η Ιταλία, η Ισπανία η Πορτογαλία και η Ελλάδα αντιμετώπισαν σοβαρές δυσκολίες, ενώ χώρες στον πυρήνα της ζώνης του ευρώ, όπως η Γερμανία, ανέκαμψαν γρηγορότερα.

Ο πλούτος του μέσου νοικοκυριού σε Ελλάδα υποχώρησε κατά 40%.

«Η αλλαγή ήταν ιδιαίτερα σημαντική στην Ελλάδα και την Κύπρο, όπου ο μέσος όρος μειώθηκε κατά περίπου 40% … αλλά είναι επίσης μεγάλη στην Ιταλία, την Πορτογαλία και την Ισπανία, όπου μειώθηκε περισσότερο από 15%», αναφέρει η ΕΚΤ.

Συγκεκριμένα για την Ελλάδα, τα στοιχεία της ΕΚΤ έδειξαν ότι ο μέσος πλούτος των νοικοκυριών έπεσε από τα 108.700 ευρώ το 2009 στα 65.100 ευρώ το 2014.

Εν τω μεταξύ, το μέσο εισόδημα για τα νοικοκυριά διολίσθησε το ίδιο διάστημα από τα 23.500 ευρώ στα 17.600 ευρώ.

Ενδιαφέρον έχουν και τα στοιχεία της ΕΚΤ για τις μεταβολές στις πηγές εισοδήματος των Ελλήνων πολιτών από το 2009 έως το 2014. Συγκεκριμένα, το 2009 το 54% είχε εισόδημα από μισθωτή εργασία, το 8,4% από ενοίκια και το 8,1% από χρηματοοικονομικές επενδύσεις. Το 2014, το 46,9% είχε εισόδημα από μισθωτή εργασία, το 5,9% από ενοίκια και το 7,3% από χρηματοοικονομικές επενδύσεις.

Αντίθετα, ο μέσος όρος του πλούτου στη Γερμανία αυξήθηκε κατά 10% την ίδια περίοδο. Αύξηση καταγράφηκε στην Αυστρία, την Φινλανδία και το Λουξεμβούργο.

Είσοδος στο «κλάμπ» του 10% των πλουσιότερων νοικοκυριών εξασφαλίζεται μετά το κατώφλι των 496.000 ευρώ και άνω, ενώ κατά την εξεταζόμενη τετραετή περίοδο τα φτωχότερα νοικοκυριά είχαν μέσο όρο περιουσίας 1.000 ευρώ ή και λιγότερα.

«Η μείωση στον καθαρό πλούτο ήταν αποτέλεσμα κυρίως της υποχώρησης της αξίας των περιουσιακών στοιχείων, ιδιαίτερα των ακινήτων», ανέφερε η ΕΚΤ.

«Η μείωση του καθαρού πλούτου είναι μεγαλύτερη για νοικοκυριά που έχουν δάνεια, ιδιαίτερα για τους ιδιοκτήτες που έχουν υποθηκεύσει τις κατοικίες τους, συγκριτικά με ιδιοκτήτες χωρίς στεγαστικό δάνειο και τους ενοικιαστές».

Οι οικογένειες στο Λουξεμβούργο ήταν οι πλέον οικονομικά εύρωστες, έχοντας κατά μέσο περιουσία 437.500 ευρώ.

Αντίθετα, ο μέσος πλούτος των νοικοκυριών στη Λετονία ήταν μόλις 14.200 ευρώ.

Newsroom ΑΛΤΕΡ ΕΓΚΟ