Το ελληνικό σινεμά – δόξα τω Θεώ – καλά κρατεί. Με πρεμιέρες σε φεστιβάλ του εξωτερικού και διεθνή καριέρα, πριν καν ξεκινήσει η προβολή τους εντός συνόρων, ελληνικές ταινίες ταξιδεύουν και προβάλλονται στο εξωτερικό, πριν πάρουν το βάπτισμα του πυρός στα πάτρια εδάφη, όπως συνηθιζόταν παλιότερα. Δύο από αυτές -η μία προβάλλεται ήδη στις αίθουσες, την άλλη την περιμένουμε στις 2/10-, χτίζουν κινηματογραφικά την πραγματικότητα της σύγχρονης ελληνικής κοινωνίας και της στάσης της απέναντι στον «ξένο».

Μιλάμε φυσικά για την ταινία «Στο Σπίτι» που προβλήθηκε σε πρώτη ελληνική προβολή στο πλαίσιο του επετειακού 20ού Διεθνούς Φεστιβάλ Κινηματογράφου της Αθήνας-Νύχτες Πρεμιέρας, όπου το ελληνικό σινεμά είχε φέτος την τιμητική του. Το «Στο Σπίτι» του Θανάση Καρανικόλα προβάλλεται ήδη στις αίθουσες από τις 25/9. Η δεύτερη ταινία που έχει να κάνει επίσης με τον «ξένο» και πώς τον αντιμετωπίζουμε είναι το «Xenia» του Πάνου Κούτρα, που προβάλλεται στις ελληνικές αίθουσες από τις 2/10 ενώ όσοι πρόλαβαν την απόλαυσαν επίσης στο Φεστιβάλ.

Κατ’ αρχήν είναι εξαιρετικά θετικό το γεγονός ότι ένας σκηνοθέτης, ο Αθανάσιος Καρανικόλας, ο οποίος εργάζεται και ζει πολλά χρόνια στο Βερολίνο, αισθάνθηκε την ανάγκη και το κατάφερε τελικά, να κάνει μια ταινία καθαρά ελληνική, στην οποία, με ήπιο τρόπο και χωρίς καμιά προσπάθεια επιδεικτικού διδακτισμού, καταδεικνύεται η εσωστρέφεια της σύγχρονης ελληνικής οικογένειας και κατ’ επέκταση, της κοινωνίας στην οποία ζούμε.

Μιας κοινωνίας όπου ο καθένας, απορροφημένος από τη δύσκολη καθημερινότητα και την οικονομική κρίση, εστιάζει στα καθαρά προσωπικά του προβλήματα, αδιαφορώντας για το τι γίνεται γύρω του, κάτι που ωστόσο έχει καταλυτική επίδραση στη διαμόρφωση του κοινωνικού περιβάλλοντος.

Ο σκηνοθέτης εστιάζει στην ήρεμη αγανάκτηση μιας οικιακής βοηθού από τη Γεωργία , η οποία αδικείται κατάφορα, όταν το ζευγάρι των Ελλήνων με τους οποίους ζει επί 20 χρόνια, συνειδητά την αφήνουν στο έλεος της μοίρας της, καθώς διαγιγνώσκεται με μια ασθένεια νευρολογικής φύσης. Ο Καρανικόλας καταφέρνει με λίγα λόγια και λιτές γραμμές, να πει πολλά για την αξιοπρέπεια, τον πολιτισμό, την ατομική ευθύνη. Ο σκηνοθέτης καταφέρνει κάτι εκπληκτικό: όσο η πρωταγωνίστρια κρατά την ψυχραιμία της και υπομένει, χωρίς να ξεσπά, τόσο κορυφώνεται η αγανάκτηση του θεατή που αναρωτιέται, γιατί αυτή η γυναίκα, δεν εκρήγνυται, κάτι που θα ήταν απόλυτα φυσιολογικό δεδομένων των συνθηκών.

Κι όμως, εδώ, αποτυπώνεται μία κατάσταση που ζούμε όλοι στην καθημερινότητά μας: πόσες φορές δεν δίνουμε τόπο στην οργή, παρόλο που έχουμε δίκιο; Για παράδειγμα, ένας υπάλληλος σε μια υπηρεσία δεν μας εξυπηρετεί, αλλά σκεφτόμαστε ότι κι εκείνος είναι πιεσμένος. Ένας οδηγός στο δρόμο βρίζει, αλλά σκεφτόμαστε ότι μάλλον η καθημερινότητά του τον οδήγησε εκεί. Ένας γιατρός ζητά φακελάκι, αλλά σκεφτόμαστε ότι κι αυτός, δεν πληρώνεται, αναλόγως της προσπάθειας και της δουλειάς του. Ένα παιδί είναι σκληρό και απείθαρχο, αλλά είναι από εκείνα που τα μεγαλώνει η γιαγιά, γιατί οι γονείς εργάζονται το μεγαλύτερο κομμάτι της ημέρας…όλοι μοιάζουμε λίγο με τη στωική πρωταγωνίστρια, γιατί όλοι δικαιολογούμε καταστάσεις. Μήπως δεν θα έπρεπε; Μήπως αυτό είναι το κλειδί για μα αλλάξουν τα πράγματα; Μήπως πολλοί από εμάς μοιάζουμε με αυτήν την πολιτισμένη ξένη, που στέκεται με τόση αξιοπρέπεια απέναντι στο παράλογο, χωρίς να μπορεί να το αλλάξει παρά μόνο να το καταδείξει με την ανοχή της;

Τι μας λέει ο σκηνοθέτης για τη σύγχρονη ελληνική πραγματικότητα σε συνέντευξη που παραχώρησε στο in.gr;

«…Τι ανθρώπινο έχει το σύστημα κοινωνικής πρόνοιας που καταρρέει στην Ελλάδα σήμερα; Η συμπεριφορά κάποιων περιθωριακών και μη στοιχείων απέναντι σε μετανάστες και ομοφυλόφιλους; Τι το ζεστό έχει η ανεξήγητη άνοδος της βίας απέναντι στο διαφορετικό;

Ας δούμε επιτέλους την Ελλάδα για αυτό που είναι κι ας σταματήσουμε να χαϊδευόμαστε από μόνοι μας για το πόσο ανθρώπινοι και ζεστοί είμαστε. Καλύτερα να δουλεύουν τα πράγματα όπως πρέπει, να μπορεί κανείς να εμπιστεύεται το κράτος, να μη παρανομούν τόσο κατάφορα πια αυτοί οι ίδιοι που εφευρίσκουν τους νόμους, να υπάρχει σεβασμός στη μόρφωση, στην εργασία, στον πολιτισμό και θα ζήσουμε πολύ καλύτερα, ακόμη και με λιγότερα τσίπουρα, κολλητές παρέες και το φαγητό της μαμάς…» Διαβάστε όλη τη συνέντευξη.


Πάμε στην περίπτωση “Xenia”, τώρα.

Ο Πάνος Κούτρας, μετά τη «Στρέλλα» αφηγείται την ιστορία δύο παιδιών, του Ντάνυ και του Οδυσσέα, με καταγωγή από την Αλβανία, από την πλευρά της μητέρας, τα οποία, μετά το θάνατό της, περιδιαβαίνουν την Ελλάδα με σκοπό να συναντήσουν τον Έλληνα πατέρα τους, που τους εγκατέλειψε , όταν ήταν μικροί.

Στο ταξίδι αυτό αντιμετωπίζουν όλα τα «δεινά» της νεοελληνικής κοινωνίας: το φασισμό, τον ρατσισμό, το αδιέξοδο της γενιάς των μεταναστών που γεννήθηκαν στην Ελλάδα αλλά δεν τους θεωρεί Έλληνες αλλά και στην «πατρίδα» τους, τους θεωρούν ξένους…Η βία, η αδικία, η περιθωριοποίηση του διαφορετικού, όλα αυτά μέσα από τα μάτια δυο παιδιών 16 και 18 χρόνων.
Με σκηνές σουρεαλιστικές, σχεδόν αλμοδοβαρικές, αποτυπώνει μια κατάσταση που φαινομενικά μοιάζει αδιέξοδη, με χιούμορ και αισιοδοξία, με κυνισμό, χωρίς μιζέρια.

Αναφέρει χαρακητριστικά ο σκηνοθέτης:

«Οι πρωταγωνιστές αυτής της ιστορίας θα μπορούσαν να είναι ήρωες ενός παραμυθιού, από αυτά που διηγούνται ιστορίες για παιδιά που χάνονται στο δάσος αναζητώντας καταφύγιο ή που προσπαθούν να μεγαλώσουν μόνα σε ένα κόσμο εχθρικό και άδικο, όπου οι «μεγάλοι», πριν τα εγκαταλείψουν, τα έχουν ήδη απαρνηθεί.
Μόνο που το «παραμύθι» του Ντάνυ και του Οδυσσέα είναι πραγματικό.
Γεννημένοι στην Ελλάδα, τα τελευταία χρόνια του προηγούμενου αιώνα, τα δύο αδέρφια δεν έχουν ελληνική ταυτότητα. Σε μια χώρα όπου ισχύει ακόμη το δίκαιο «του αίματος», και όχι αυτό «του εδάφους», o Ντάνυ και ο Οδυσσέας είναι ξένοι. Και σαν ξένοι μεγαλώνουν και ενηλικιώνονται στην Ελλάδα της κρίσης, των βίαιων αλλαγών, του ρατσισμού.
»
Διαβάστε περισσότερα

Τζένη Παπαγεωργίου

Επιστρέψτε στη αρχική σελίδα του σινεμά και δείτε τις νέες προβολές, κινηματογραφικά νέα και αίθουσες προβολής!


Κάντε Like στη σελίδα της Ψυχαγωγίας στο Facebook