Δισκάρα. Είναι έκπληξη πολύ ευχάριστη και πολύ μεγάλη που σκάνε μύτη τέτοιες κυκλοφορίες. Τα λέω λαϊκά γιατί και οι Dengue Fever λαϊκοί είναι. Το να ορίσεις βέβαια το λαό για τον οποίο τραγουδάνε είναι -όπως θα φανεί στη συνέχεια- λίγο μπερδεμένη υπόθεση, αλλά το μόνο σίγουρο είναι ότι εσύ και εγώ είμαστε παραπάνω από ευπρόσδεκτοι.
Ας τα πάρουμε με τη σειρά. Στις αρχές της δεκαετίας του 2000 ο Καλιφορνέζος κιμπορντίστας Ethan Holtzman επισκέφθηκε την Καμπότζη. Τη γύρισε με ένα σακίδιο στην πλάτη, συλλέγοντας μουσικό υλικό της εποχής πριν από τη δικτατορία του Pol Pot, ηγέτη των ερυθρών Χμερ, όταν στην πρωτεύουσα Πνομ Πενχ και αλλού ανθούσε μια τοπική σκηνή ψυχεδελικής pop, έντονα επηρεασμένη από τα rock ‘n’ roll, garage και surf τραγούδια που μετέδιδαν οι ραδιοφωνικοί σταθμοί των αμερικανικών στρατιωτικών βάσεων (οι σαραντάρηδες και άνω αναγνώστες μόλις θυμήθηκαν ότι είχαμε και εδώ τέτοια).
Επιστρέφοντας με τα απροσδόκητα ευρήματα στο σπίτι του, στο Λος Άντζελες, αποφάσισε μαζί με τον αδερφό του, Zac Holtzman (κιθάρες, φωνητικά), και μια ομάδα φίλων μουσικών σε μπάσο, ντραμς, σαξόφωνα και κίμπορντς να φτιάξει ένα γκρουπ για να παίξει αντίστοιχη μουσική: άμεσα οικεία, νοσταλγική, αλλά και ταυτόχρονα απόλυτα νέα και φρέσκια. Έλα όμως που το σχέδιο είχε μια αχίλλειο πτέρνα: όντας όλοι τους αμερικανάκια, χρειάζονταν οπωσδήποτε τουλάχιστον μια καμποτζιανή τραγουδίστρια. Κατά σατανική σύμπτωση (άμα σε θέλει…) πολύ κοντά στη γειτονιά τους, στο Λονγκ Μπιτς, βρίσκεται μια περιοχή που φιλοξενεί τη δεύτερη μεγαλύτερη κοινότητα Καμποτζιανών μεταναστών στον κόσμο. Εκεί ανακάλυψαν τη μικρόσωμη Ch’hom Nimol, μια Απωανατολίτισσα Fairuz που όσο μπόι της λείπει τόση φωνάρα έχει, να τραγουδά για τον επιούσιο… σε γάμους· και… εγένοντο Dengue Fever.
Το «Venus On Earth» είναι ήδη το τρίτο τους άλμπουμ, μια συλλογή απολαυστικών τραγουδιών που συνθέτουν μια υπερ-εθνική pop ηχητική ταπετσαρία με στοιχεία folk rock, afrobeat, acid, ακόμα και country. Το κέφι είναι διαολεμένο και το όλο κόνσεπτ λειτουργεί ως καταλύτης για μια έκρηξη ερμηνευτικού παροξυσμού και έντονων συναισθημάτων. Καθώς τα τραγούδια σερφάρουν πάνω σε αφρισμένα punk-rock κύματα, κολυμπάνε μέσα στο swing χάλκινων πνευστών και φοράνε σκούρα γυαλιά για να προστατέψουν τα μάτια τους από τον εκτυφλωτικό ήλιο της έμπνευσης, λες πως, να, έτσι θα έπρεπε να είναι η μουσική αν αφαιρέσουμε όλον εκείνο τον αβάσταχτο, εκκωφαντικό θόρυβο από σκόρπιες νότες που επιμένει να μας κατακλύζει από παντού.