Ένας φίλος που έχει κόψει το κάπνισμα εδώ και πολλά χρόνια μού διηγήθηκε κάποτε την εξής ιστορία. Η γυναίκα του, που αρνήθηκε να ακολουθήσει το παράδειγμά του, άλλαξε κάποια στιγμή μάρκα. Ένα πρωί εκείνος πήρε ένα τσιγάρο από το πακέτο της. Το περιεργάστηκε, το μύρισε, το στριφογύρισε στα δάχτυλά του. Στο νου του ήρθε η πρώτη φορά που είχε δοκιμάσει καπνό. Αισθάνθηκε με κάθε λεπτομέρεια την πικρίλα, το γαργάλημα στο λαιμό, το κάψιμο στα ρουθούνια, το βήχα. Μια παρόμοια αίσθηση μου προκάλεσε η καινούργια δουλειά του Θανάση Παπακωνσταντίνου. Του ταξιδιού προς τα πίσω. Της πορείας προς τις πηγές ενός ποταμού, όπου αναβλύζει το αρχικό, το πρώτο υλικό, είτε πρόκειται για μνήμη είτε για καλλιτεχνική δημιουργία.
Με το «Βραχνό Προφήτη» και με την «Αγρύπνια» ο Θεσσαλός δημιουργός απομακρύνθηκε από την τραγουδοποιία, με τους όρους που θέτει η εμπορική δισκογραφία, αλλά και ο μέσος νους. Με το συγκεκριμένο δίσκο πάει ακόμη πιο πέρα. Γυρίζοντας ανάποδα τους δείκτες του ρολογιού, δείχνει να ανιχνεύει το πριν: Ένα τραγούδι προτού γίνει τραγούδι, η πρωτόγονη κακοφωνία που εξελίσσεται σε μελωδία, άτακτοι ήχοι που θα γίνουν ρυθμός, μια φωνή που με εφόδιο το ένστικτο συγκλονίζει με αυτό που τραγουδά.
Η «Βροχή από Κάτω» καταργεί την έννοια του μουσικού άλμπουμ, όπως τουλάχιστον το εννοούν οι περισσότεροι. Προτείνει μια καλλιτεχνική πράξη. Μια παράθεση εργασιών και διεργασιών του μυαλού που γίνεται παράσταση μέσα από τραγούδια, μοτίβα, κείμενα με ρίμα, λούπες, επεξεργασμένο στον υπολογιστή υλικό, μπομπίνες που παίζουν ανάποδα, ηχογραφημένες στιγμές. Σε μια στιγμή ακούγονται οι διάλογοι από μια ταινία. Σε μια άλλη το διαλάλημα ενός πλανόδιου έρχεται από μακριά.
Κινδυνεύοντας να χαρακτηριστεί εστέτ ή… πυροβολημένος, ο Θ.Παπακωνσταντίνου δεν προσπαθεί ιδιαίτερα να τιθασεύσει το πηγαίο. Φτιάχνει τη «Βάλια Κάλντα», τη «Σάρα», τα υπέροχα «Μολύβια» («Κι όταν γυρίσει το κλειδί/και μπει στο μαγαζί/πρώτα ο ήλιος και ο άνθρωπος κατόπι…»), καταφεύγει στον Λόρκα και στον Νίκο Καρούζο, ανακαλύπτει την ποίηση στο στιγμιαίο και στο φθαρτό και επεξεργάζεται ξανά θέματα που είχε γράψει για τη μουσική επένδυση της ταινίας «Ο Βασιλιάς».
Αυτό που παραδίδει στον ακροατή είναι ένα έργο που ηθελημένα κατακερματίζει το καθεστώς τελειότητας και στρογγυλότητας που μας έχει επιβληθεί. Ένα ηχητικό τοπίο ξεχωριστό. Ένα υφαντό που το αποτελούν ξέφτια μνήμης, γι’ αυτό και μοιάζει ακριβό. Όπως η πρώτη φορά. Η όποια πρώτη φορά. Η όποια αξέχαστη πρώτη φορά.
Για τον… εξανθρωπισμό του υλικού φρόντισε ο Κώστας Θεοδώρου, ο οποίος επιμελήθηκε και αρκετές ενορχηστρώσεις. Η Μάρθα Φριντζήλα συνεργάστηκε πολλαπλά, ενώ το CD διατίθεται σε ιλουστρασιόν πολυσέλιδο μπλοκάκι που μοιάζει με προέκταση του δίσκου. Περιέχει τους στίχους, πληροφορίες για τους συντελεστές, σημειώσεις, φωτογραφίες και αποκόμματα από περιοδικά και εφημερίδες.