27

Η αύξηση του χρέους της γενικής κυβέρνησης, που οφείλεται στην επανεκτίμηση του ενδοκυβερνητικού χρέους μετά την πρόσφατη απογραφή της ΕΣΥΕ, καθώς και στην ενσωμάτωση σε αυτό παλαιών ρυθμίσεων οφειλών από τόκους, αναδεικνύει πλέον το δημόσιο χρέος σε βασική δημοσιονομική παράμετρο, όπως αναφέρει το προσχέδιο του προϋπολογισμού του 2005.

Η επιδιωκόμενη δημοσιονομική πειθαρχία, σε συνδυασμό με τη διατήρηση υψηλών ρυθμών ανάπτυξης και η ορθολογική διαχείριση του ίδιου του χρέους, αναμένεται ότι θα οδηγήσουν στη σταθερή αποκλιμάκωση του ύψους του χρέους της γενικής κυβέρνησης ως ποσοστό του ΑΕΠ. Προς την κατεύθυνση αυτή, αποφασιστικά αναμένεται να συμβάλλει η υλοποίηση του προγράμματος αποκρατικοποιήσεων, καθώς και η ταχεία απορρόφηση των πόρων του Γ΄ΚΠΣ.

Το ανεξόφλητο χρέος της κεντρικής κυβέρνησης (περιλαμβανομένων των προμετόχων, τιτλοποιήσεων, μετατρέψιμων ομολόγων και ρυθμίσεων τόκων) στο τέλος του 2004 αναμένεται να ανέλθει σε 201.479 εκατ. ευρώ, έναντι 182.390 εκατ. ευρώ το 2003. Τα μεγέθη αυτά, ως ποσοστό του ΑΕΠ, ανέρχονται σε 122,5% για το 2004 και 119,2% για το 2003.

Το 2005 εκτιμάται ότι το χρέος θα διαμορφωθεί σε 212.047 εκατ. ευρώ ή 120,2% του ΑΕΠ και θα είναι μειωμένο κατά 2,3% του ΑΕΠ έναντι του 2004. Στο τέλος του 2004 το χρέος σε ευρώ εκτιμάται ότι θα ανέλθει επί του συνολικού χρέους της κεντρικής κυβέρνησης σε ποσοστό 98,7%, έναντι 98,2% στο τέλος του 2003.

Το χρέος της γενικής κυβέρνησης αναμένεται να ανέλθει σε 184.336 εκατ. ευρώ (112,1% του ΑΕΠ) στο τέλος του 2004 από 168.132 εκατ. ευρώ (109,9% του ΑΕΠ) το 2003. Το 2005 εκτιμάται ότι θα διαμορφωθεί σε 193.230 εκατ. ευρώ ή 109,5% του ΑΕΠ και θα είναι μειωμένο κατά 2,6% του ΑΕΠ έναντι του 2004. Το χρέος σε ευρώ αποτελούσε το 98,7% του συνολικού χρέους, ενώ το διαπραγματεύσιμο χρέος αντιπροσώπευε το 88,7%. Η σχέση σταθερού – κυμαινόμενου επιτοκίου στο σύνολο του χαρτοφυλακίου είχε διαμορφωθεί σε 80,2% – 19,8% αντίστοιχα.

Ειδικά για το χρέος της κεντρικής κυβέρνησης σε ευρώ (με ημερομηνία 31/8/2004), η συμμετοχή των τίτλων του Ελληνικού Δημοσίου (ομόλογα και έντοκα γραμμάτια) ανέρχεται στο 82% του συνόλου. Τα έντοκα γραμμάτια αποτελούν πολύ μικρό ποσοστό (0,8%), αφού η έκδοσή τους δεν πραγματοποιείται για λόγους διαχείρισης διαθεσίμων αλλά στοχεύει κυρίως στην κάλυψη των επενδυτικών αναγκών των μικροεπενδυτών. Το υπόλοιπο ποσοστό αντιπροσωπεύει δάνεια προς την ΤτΕ (4,3%) και λοιπές κατηγορίες κυρίως μη διαπραγματεύσιμων δανείων (13,7%).

Η συμμετοχή των υποχρεώσεων σε νομίσματα εκτός ζώνης ευρώ (στις 31/8/2004) αποτελούσε μόλις το 1,4% του συνόλου του χρέους της κεντρικής κυβέρνησης, έναντι 1,9% στις 31/12/2003, με συνέπεια να έχει εξαλειφθεί πρακτικά ο συναλλαγματικός κίνδυνος. Οι υποχρεώσεις αυτές σε άλλα νομίσματα αφορούν κυρίως σε δολάρια (49,6%) και ελβετικά φράγκα (43,5%).

Οι δαπάνες για τόκους ως ποσοστό του ΑΕΠ παρουσιάζουν συνεχή πτωτική τάση και προβλέπονται το 2005 να ανέλθουν σε 5,6% έναντι 8,1% το 2000. Η συνολική εκδοτική δραστηριότητα για το 2004 είχε υλοποιηθεί μέχρι 31/8/2004 σε ποσοστό 84,7%. Η ανισομερής κατανομή του δανεισμού στη διάρκεια του έτους οφείλεται στη χρονική κατανομή των χρεολυσίων σε συνδυασμό με την ανάγκη δημιουργίας υψηλών ρευστών διαθεσίμων που υπήρχε εν όψει της τέλεσης των Ολυμπιακών Αγώνων.

Βασική επιδίωξη της εκδοτικής πολιτικής για το 2004, ήταν η δημιουργία ομολόγων αναφοράς στις διάρκειες τριών, πέντε και δέκα ετών, με υψηλή ρευστότητα (τουλάχιστον 5 δισ. ευρώ), από την αρχή του έτους.

Παράλληλα, επιχειρήθηκαν στρατηγικές εκδόσεις (private placements), με στόχο τη διαφοροποίηση της επενδυτικής βάσης και την εκμετάλλευση επενδυτικών ευκαιριών. Εξ αυτών, δύο αφορούσαν εκδόσεις στη διάρκεια των 30 ετών, συνολικού ύψους 2 δισ. ευρώ, προκειμένου να «δοκιμαστεί» η δυνατότητα επέκτασης της ελληνικής καμπύλης αποδόσεων στο μακροπρόθεσμο τμήμα με πιθανή έκδοση αντίστοιχου ομολόγου αναφοράς στο μέλλον.

Τα βασικά χαρακτηριστικά του δανειακού σχεδιασμού για το 2005, σύμφωνα με το προσχέδιο, είναι:

* Η έκδοση ομολόγων που θα εστιαστεί και πάλι στις διάρκειες τριών, πέντε και δέκα ετών, καθώς και εντόκων γραμματίων, που θα καλύψουν αθροιστικά το 75% περίπου του συνολικού δανεισμού. Εξετάζεται η έκδοση ενός νέου μακροχρόνιου ομολόγου αναφοράς με στόχο την επέκταση της ελληνικής καμπύλης αποδόσεων πέραν της δεκαετίας.

* Η επανέκδοση του τιμαριθμοποιημένου ομολόγου 20ετούς υπολειπόμενης διάρκειας, προκειμένου το τελικό ύψος της έκδοσης να ξεπεράσει τα 5 δισ. ευρώ, σύμφωνα με τις δεσμεύσεις του Ελληνικού Δημοσίου προς τους επενδυτές.

* Η υλοποίηση στρατηγικών εκδόσεων που θα πραγματοποιηθούν μόνο στο βαθμό που οι αγορές προσφέρουν τα συγκριτικά πλεονεκτήματα για τα οποία γίνεται πρόβλεψη στον αρχικό σχεδιασμό.


Newsroom ΑΛΤΕΡ ΕΓΚΟ,ΑΠΕ